Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»]

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#9]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου



ΤΟ 2014 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ 8ο Διε­θνές Συνέ­δριο Μικρο­μυ­θο­πλασίας στὸ Kentucky ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Short, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ κα­θη­γη­τῆ στὸ Columbia Alan Zie­gler. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ κα­λύ­ψει πέν­τε αἰ­ῶ­νες τῆς (πο­λὺ) σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, μὲ κεί­με­να ἕ­ως 1.250 λέ­ξεις σὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, ἀ­πὸ 24 χῶ­ρες τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου. Στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 193 κυ­ρί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι λο­γο­τέ­χνες, ἕ­πον­ται οἱ γαλ­λό­φω­νοι καὶ ἀ­κο­λου­θοῦν λι­γό­τε­ροι ἱ­σπα­νό­φω­νοι, ἰ­τα­λό­φω­νοι καὶ ἄλ­λοι ποὺ τὴν καλ­λι­έρ­γη­σαν, συ­στη­μα­τι­κὰ ἢ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­λαι­ό­τε­ροι (π.χ. Bierce, Chopin, Woolf, Borges, Renard, Queneau, Beckett, Cortazar, Barthes, Calvino, O’Hara, Lispe­ctor) καὶ σύγ­χρο­νοι (π.χ. At­wood, Valen­zuela, Hempel, Keret, Bender, Eggers, Alomar). Μύ­θοι, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, πε­ζο­ποι­ή­μα­τα, ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀ­νέκ­δο­τα, λί­στες, στο­χα­σμοί, ψευ­δο-δο­κί­μια, ψευ­δο-λε­ξι­κο-λήμ­μα­τα, ψευ­δο-ἀγ­γε­λί­ες καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα σύν­το­μα κεί­με­να ἀν­θο­λο­γοῦν­ται στὸν τό­μο.

       Εὑ­ρη­μα­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ Ziegler, ἀν­τὶ εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος νὰ πα­ρου­σιά­σει μιὰ φαν­τα­στι­κὴ δη­μό­σια συ­νο­μι­λί­α τὴν ὁ­ποία συν­το­νί­ζει στὸ κα­τά­με­στο Thé­âtre de Splen­dide Hotel. Μὲ σει­ρὰ ἐμ­φά­νι­σης στὴ ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Manet σκη­νή, ἀλ­λὰ καὶ δι­ά­σπαρ­τους ἀ­νά­με­σα στοὺς θε­α­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ἐ­πί­τι­μα μέ­λη μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης δι­ε­θνοῦς Ἑ­ται­ρεί­ας Σύν­το­μης Πε­ζο­γρα­φί­ας, ὁ­μι­λη­τὲς εἶ­ναι οἱ Luis «Aloysius» Ber­trand, Poe, Bau­delaire, Mal­larmé, Rim­baud, Patti Smith, Paul Simon, Mon­taigne, Jean-Jacques Rous­seau, Breton, Juan Ramón Jimé­nez, Alten­berg, Kafka, Edson, Lydia Davis, Deb Olin Un­ferth, Paz, Gu­stave Kahn, Stuart Merril, Max Jacob καὶ Maxine Cher­noff. Στὸ κλεί­σι­μο αὐ­τῆς τῆς συ­ναρ­πα­στι­κῆς βρα­διᾶς ὁ Ziegler τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ ὅ­λους καὶ τοὺς εὔ­χε­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν ἀ­σφα­λεῖς στοὺς τό­πους τους καὶ κυ­ρί­ως στὶς χρο­νι­κὲς πε­ρι­ό­δους στὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ζη­σαν καὶ με­γα­λούρ­γη­σαν.

       Πα­ρό­λα αὐ­τά, τό­σο στὴν ἀν­θο­λο­γί­α, ὅ­σο καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ φαν­τα­στι­κὸ συμ­πό­σιο εἶ­ναι αἰ­σθη­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α κά­ποι­ων κύ­ρι­ων ἐκ­προ­σώ­πων τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Chekhov, Torri, Kawa­bata, Heming­way, Aub, Brau­tigan, Carver, Jaeg­gy, Oxtoa, κ.λπ.

       Ὡς ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὸ δεῖγ­μα ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση στὴν ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ «Συμ­πλή­ρω­σις Φορ­τη­γοῦ Ἀ­τμό­πλοι­ου» τοῦ Ἀν­δρέ­α Ἐμ­πει­ρί­κου ἀ­πὸ τὴν Ὑ­ψι­κά­μι­νο, τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ ἑ­ξήν­τα-τρι­ῶν πε­ζό­μορ­φων ποι­η­μά­των (Ἐκ­δό­σεις Κα­στα­λί­α, Ἀ­θή­να, 1935), ὅ­που πε­ρι­έ­χε­ται καὶ τὸ «Τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ πα­ρά­θυ­ρο», στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἐμ­πει­ρί­κος γρά­φει: «[…] Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ ἀ­τε­λεύ­τη­τη μά­ζα μας. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι ἡ λυ­σι­τε­λὴς πα­ρα­δο­χὴ τῆς ζω­ῆς μας καὶ τῆς κά­θε μας εὐ­χῆς ἐν παν­τὶ τό­πῳ εἰς πᾶ­σαν στιγ­μὴν εἰς κά­θε ἔν­θερ­μον ἀ­να­μό­χλευ­σιν τῶν ὑ­παρ­χόν­των. Σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς μας εἶ­ναι τὸ σε­ση­μα­σμέ­νον δέ­ρας τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς μας».


Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ 1960 Οἰκογενειακοί δεσμοί (Ἀν­τί­πο­δες, 2019) τῆς Βρα­ζι­λιά­νας Clarice Lispector, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler. Ἡ ἐμ­βρι­θής, ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ μα­τιά της, ἡ ἐκ­φρα­στι­κὴ ἁ­πλό­τη­τα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὸ ὕ­φος της. Στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς μὲ τί­τλο Ἡ μι­κρό­τε­ρη γυ­ναί­κα στὸν κό­σμο ὁ Γάλ­λος ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς Marcel Pretre ἀ­να­κα­λύ­πτει στὰ βά­θη τῆς Ἀ­φρι­κῆς μί­α φυ­λὴ Πυγ­μαί­ων. Πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται, ὅ­μως, ὅ­τι βα­θύ­τε­ρα στὴ ζούγ­κλα ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρό­σω­μα πλά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­το­πί­ζει στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Κον­γκὸ καὶ σπεύ­δει νὰ τὰ με­λε­τή­σει μὲ ἀ­δη­φά­γο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἀ­νά­με­σά τους ὑ­πάρ­χει μί­α ἔγ­κυ­ος νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ζεῖ στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς δέν­τρου μα­ζὶ μὲ τὸν σύν­τρο­φό της, τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴς ἀ­πο­κα­λεῖ Μι­κρὸ Λου­λού­δι, κι ἔκ­πλη­κτος δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­το­μὴ τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀ­γά­πης, τῆς κα­τά­φα­σης ἑ­αυ­τοῦ καὶ τῆς χα­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Ἡ γλωσ­σι­κὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τους εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τη, ὅ­μως τὸ μυ­στή­ριο, πη­γαῖ­ο καὶ ζε­στὸ γέ­λιο της, δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ δυσ­λει­τουρ­γί­α, ἀλ­λά, μὲ μπερ­ξο­νι­κοὺς ὅ­ρους[1], ἀν­τι­στρέ­φει τὸ δί­πο­λο τοῦ πο­λι­τι­σμέ­νου-ἀ­πο­λί­τι­στου καὶ δι­α­σφα­λί­ζει τὴν ἁρ­μο­νι­κὴ συμ­βί­ω­ση, συμ­πά­θεια καὶ συ­νεν­νό­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἄ­γνω­στα καὶ ἀ­νό­μοι­α πλά­σμα­τα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους[2].

       Στὸ με­τα­ξύ, ἡ φω­το­γρα­φί­α της γί­νε­ται πρω­το­σέ­λι­δο σὲ κυ­ρι­α­κά­τι­κες ἐ­φη­με­ρί­δες. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ θέ­α­ση αὐ­τῆς τῆς μαυ­ρι­δε­ρῆς —σὰν πί­θη­κος— καὶ μι­κρο­σκο­πι­κῆς ἐγ­κυ­μο­νού­σας, εἶ­ναι ποι­κί­λες κι ἐ­γεί­ρουν δι­α­χρο­νι­κὰ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὰ καὶ φι­λο­σο­φι­κὰ ζη­τή­μα­τα γιὰ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ Lispector ἐ­πι­νο­εῖ καὶ με­τα­φέ­ρει μὲ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εὐ­στο­χί­α. Ἄλ­λοι θαυ­μά­ζουν, χλευά­ζουν, ἀ­πε­χθά­νον­ται ἢ λυ­ποῦν­ται τὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα, ἄλ­λοι ταυ­τί­ζον­ται μα­ζί της. Μιὰ γυ­ναί­κα θυ­μᾶ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει γιὰ κά­ποι­α κο­ρί­τσια ποὺ με­γά­λω­ναν σὲ ἕ­να ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο χω­ρὶς παι­χνί­δια καὶ κοῦ­κλες καὶ ὅ­ταν πέ­θα­νε ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἀ­πέ­κρυ­ψαν τὸ γε­γο­νὸς ἀ­πὸ τὶς ὑ­πεύ­θυ­νες του ἱ­δρύ­μα­τος καὶ νε­κρὸ τὸ ἐ­πλε­ναν, τὸ τά­ϊ­ζαν καὶ τὸ τι­μω­ροῦ­σαν γιὰ νὰ τὸ πα­ρη­γο­ρή­σουν με­τὰ φι­λών­τας το στορ­γι­κά.

       Ἡ Lispector ἐγ­κι­βω­τί­ζον­τας δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­ρί­ες στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της φω­τί­ζει καὶ τὴν πα­θο­λο­γι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς ἀ­γά­πης. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, το­νί­ζει καὶ τὴ γο­η­τεί­α ποὺ μᾶς ἀ­σκεῖ τὸ μικρό, τὸ ὁποῖο εἶναι ὡραῖο, σύμ­φω­να καὶ μὲ τὴ θε­ω­ρί­α τοῦ Claude Levi-Strauss γιὰ τὸ modèle rèduit.

       «Τὰ παι­διὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φαν­τα­σί­α τους. Εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα», ἀ­να­φέ­ρει ἡ Lispector στὴ μοναδικὴ τηλεοπτικὴ συνέντευξή της τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1977, ἐν­νιὰ μῆ­νες πρὶν ἀ­πο­βι­ώ­σει. «Στὰ δεκα­τρία μου δι­ά­βα­σα τὸν Λύ­κο τῆς στέπ­πας τοῦ Hesse. Ἦ­ταν σόκ. Τό­τε ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν θὰ εἶ­χε τέ­λος. Τὴν ἔ­σκι­σα καὶ τὴν πέ­τα­ξα τε­λι­κά – με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια», λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο, ἐ­νῶ δύ­ο φο­ρὲς το­νί­ζει: «Γρά­φω ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε. Δὲν ἐ­πεν­δύ­ω ὅ,τι γρά­φω.» Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου «Ποι­ός θε­ω­ρεῖ­τε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ρό­λος τοῦ Βρα­ζι­λιά­νου συγ­γρα­φέ­α σή­με­ρα;» ἀ­παν­τά­ει: «Νὰ μιλάει ὅσο λιγότερο γίνεται». Ἐ­νῶ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος θί­γει τὸ θέ­μα τῆς ἑρ­μη­τι­κό­τη­τας ποὺ ἔ­χουν κά­ποι­α κεί­με­νά της ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν κρι­τι­κὴ αὐ­τή, λέ­γον­τας ὅ­τι ἡ ἴ­δια τὰ κα­τα­λα­βαί­νει, ὅ­πως καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­να­γνῶ­στες της ποὺ ἔ­μα­θαν νὰ τὴν κα­τα­νο­οῦν μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τὸ τῆς εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Πα­ρό­λα αὐ­τά, πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο δι­ή­γη­μά της ποὺ πα­ρα­μέ­νει μυ­στή­ριο ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴν ἴ­δια[3] εἶ­ναι τὸ «O ovo e a galinha» («Τὸ αὐ­γὸ καὶ ἡ κό­τα» – «The egg and the chicken»). Πράγ­μα­τι, σὲ αὐ­τὸ ἀν­τα­να­κλᾶ­ται ἡ ἄ­πο­ψή της ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν ἀλλάζει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­η­γεῖ­ται καὶ ὅ­τι ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια. Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου, «Πο­λε­μᾶ­τε μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Clarice Lispector;» ἀ­παν­τά­ει: «Ὄ­χι. Ἀ­φή­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι.»


«Λοι­πόν, αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α εἶ­μαι» εἶ­ναι ὁ πέμ­πτος ἀ­πὸ τοὺς δέ­κα συ­νο­λι­κὰ στί­χους τοῦ ποι­ή­μα­τος «Λα­κω­νι­κόν» του Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ του Ἕ­ξι καὶ μί­α τύ­ψεις γιὰ τὸν οὐ­ρα­νό ποὺ πρω­το­εκ­δό­θη­κε τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ μὲ τοὺς Οἰ­κο­γε­νεια­κοὺς δε­σμούς τῆς Lispector. Σὲ αὐ­τὸν τὸν στί­χο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Μ. Ζ. Κο­πι­δά­κη[4], ἐν­το­πί­ζε­ται τὸ πυ­κνὸ πλέγ­μα δι­ά­φο­ρων φι­λο­σο­φι­κῶν κα­τα­βο­λῶν ἀ­πὸ τὸν Ἠ­ρά­κλει­το, τὸν Πίν­δα­ρο, τὸν Καρ­τέ­σιο καὶ τὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ.


Ὁ Σύ­ριος ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος Osama Alomar, Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ὑ­πή­κο­ος πλέ­ον, ὅ­ταν τὸ 2008 με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η.Π.Α. βι­ο­πο­ρι­ζό­ταν ὡς ὁ­δη­γὸς τα­ξὶ στὸ Σι­κά­γο. Τὸ 2010 δη­μο­σι­εύ­θη­καν ἑ­πτὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του στὸ ἴ­διο τεῦ­χος μὲ τὴν Lydia Davis στὸ Noon, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Diane Williams. Τὸ 2014 συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ziegler, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ἐ­πι­ση­μά­νει τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του. Τὸ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ The teeth of the comb & other stories (Τὰ δόν­τια τῆς χτέ­νας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες). Σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ χρό­νια της ἐ­κρί­ζω­σής του ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τοῦ πρὶν ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος καὶ τὴν πε­ρι­πέ­τειά του νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ ἐν­σω­μα­τω­θεῖ στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ κουλ­τού­ρα. Σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (al-qisa al-qasira jiddanal-uqsusa al-qasira στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὸν ἐκ­φρά­ζει ἐ­πει­δὴ εὐ­νο­εῖ καὶ τὸ στο­χα­σμό. Στὴ συ­νέν­τευ­ξη δι­α­βά­ζει μί­α ἀ­πὸ τὶς γνω­στό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες του, «The stake» («Τὸ πα­λού­κι»): ἕ­νας σπου­δαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξα­ναγ­κά­ζε­ται νὰ κα­θί­σει ἐ­πά­νω στὴν ἴ­δια τοῦ τὴν πέ­να μέ­χρι τὸ αἷ­μα του νὰ γί­νει μπλέ, ὡς ποι­νὴ γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κή του ὀ­ξυ­δέρ­κεια καὶ τὴν ἀν­τί­δρα­σή του στὴν κα­θε­στω­τι­κὴ λο­γο­κρι­σί­α. Ἔ­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του καὶ βά­ζει μυα­λὸ διὰ παν­τός.

       Ἴ­σως ὑ­πόρ­ρη­τα αὐ­τὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Alomar νὰ συν­δι­α­λέ­γε­ται μὲ τὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α «Ba­rnes» τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Ed­mu­ndo Paz Sol­dán, στὴν ὁ­ποί­α ἕ­νας ἄν­τρας κα­τα­δι­κά­ζε­ται σὲ θά­να­το γιὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου τῆς χώ­ρας του κι ἑ­κα­τον­τά­δων στρα­τι­ω­τῶν καὶ λό­γῳ του ὅ­τι εἰ­σπράτ­τει ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ ἀ­πο­κτᾶ νό­η­μα ἡ ὕ­παρ­ξή του δη­λώ­νει ἔ­νο­χος γιὰ ὅ­λα τα φρι­χτὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ κα­τα­λο­γί­ζουν, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἀ­θῶ­ος, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἄποψη τοῦ T.S. Eliot ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι.


«Τὸ ὀ­ξεί­διο τοῦ σι­δή­ρου προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες ἑ­νὸς πε­τρώ­μα­τος στὸν γκρε­μὸ γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να κλει­στὸ φα­ράγ­γι τῆς ἐ­ρή­μου.» Ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «For Those of You Who Don’t Un­derstand, That’s What You Call Real Love» στὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῶν John Brantin­gham καὶ Grant Hier ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα μὲ τί­τλο Cali­fornia Conti­nuum (Pelekinesis, 2019). Τὸ τοῦ­βλο ποὺ εἶ­χε κα­τα­σκευα­στεῖ ἀ­πὸ τo συγ­κε­κρι­μέ­νο πέ­τρω­μα ἔ­σπα­σε στὸ κε­φά­λι τοῦ ἥ­ρω­α, Denny Reginald, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν ταρα­χῶν τοῦ 1992 στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες μὲ τοὺς 63 νε­κροὺς καὶ τοὺς χι­λιά­δες τραυ­μα­τί­ες καὶ συλ­λη­φθέν­τες. Οἱ κα­τα­σταλ­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν, ἡ δι­ά­σω­ση τοῦ Denny, ὁ ἐγ­κλει­σμός του στὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο καὶ ἡ ἀ­θώ­ω­σή του στὴ δί­κη ἐ­ξι­στο­ροῦν­ται μὲ ρε­α­λι­σμὸ καὶ οἰ­κο­νο­μί­α λό­γου. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ τὴν αἰ­σι­ό­δο­ξη μα­τιὰ τοῦ ἥ­ρω­α ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­νοι­α: πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν πολ­λῶν με­ταγ­γί­σε­ών του γιὰ νὰ σω­θεῖ ἡ ζω­ή του κα­νέ­νας δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α στὸ χρῶ­μα τοῦ αἵ­μα­τος, «ἀλ­λὰ ἦ­ταν πι­θα­νὸν κόκ­κι­νο», ἴ­διο γιὰ ὅ­λους.

       Ἡ συλ­λο­γὴ ἀ­παρ­τί­ζε­ται ἀ­πὸ 70 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, μὲ θέ­μα τὴ με­τα­νά­στευ­ση, τὸ ρα­τσι­σμό, τὸν πό­λε­μο καὶ τὶς κλο­νι­σμέ­νες δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὲς σχέ­σεις στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να, κα­θὼς τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῶν δύ­ο συγ­γρα­φέ­ων στό­χευ­ε ἐ­ξαρ­χῆς νὰ κα­λύ­ψει 13.000 χρό­νια συν­δέ­σε­ων καὶ με­τα­το­πί­σε­ων στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.


 

θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


Σύμ­φω­να μὲ τὴν Vio­le­ta Ro­jo, κα­θη­γή­τρια στὸ Uni­versi­dad Si­mon Bo­li­var (Κα­ρά­κας, Βε­νε­ζου­έ­λα), με­τὰ ἀ­πὸ 30 ἔ­τη ἐν­δε­λε­χοῦς ἔ­ρευ­νας τῆς (ἱ­σπα­νό­φω­νης) μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους ἔγ­κει­ται στὴ συντομία. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ ἐκ­κι­νοῦν οἱ θε­ω­ρη­τι­κὲς ἀ­πό­πει­ρες τα­ξι­νό­μη­σης καὶ οἱ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ σὲ αὐ­τὴ ὀ­φεί­λον­ται ἡ συγ­γρα­φι­κὴ δυ­σκο­λί­α καὶ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα. Στὴ συν­το­μί­α κυ­ρί­ως ἀ­πο­δί­δε­ται ὁ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸς ρό­λος καὶ ἡ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, νὰ πε­τυ­χαί­νει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα κι αἰ­σθη­τι­κὴ τέρ­ψη σὲ (πο­λὺ) μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι τὸ βα­σι­κὸ κρι­τή­ριο σύμ­φω­να μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο το­πο­θε­τεῖ­ται πλη­σι­έ­στε­ρα εἴ­τε στὴν πρω­τε­ϊ­κὴ φύ­ση τοῦ μύ­θου (L. Rour­ke, C. John­son, S. Dy­beck), ἢ στὴν ποί­η­ση (M. Go­mes, G. Sam­pe­rio, F. No­gu­e­rol, J. C. Oa­tes) ἢ στὸ δι­ή­γη­μα (D. Ro­as, J. Gui­ma­ra­es), ἢ στὴν ὑ­βρι­δι­κὴ[5] μορ­φὴ (Brix­vold καὶ Jor­gen­sen, L. Za­va­la, R. Bra­sca, I. Ta­ha, G. Si­les) ἢ σὲ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος (D. Koch, W. Nel­les, B. M. Blan­co, G. Ami­hud[6]).

       Χά­ρη στὴ συν­το­μί­α της ρέ­ει σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ μορ­φὴ καὶ συ­σπει­ρώ­νει τὰ δύ­ο μέ­σα. Οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες Gra­cie­la To­mas­sini καὶ Stel­la Maris Colo­mbo[7] τὴν ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρί­σει εὔ­στο­χα ὄ­χι ὡς τὴ δυ­τι­κό­τρο­πη, ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὴ «τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη» («food for thought»), ποὺ ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­το­μι­κι­στι­κὸ κι ἐ­λι­τι­στι­κὸ πρό­ση­μο, ἀλ­λὰ «μη­χα­νὴ τοῦ σκέ­πτε­σθαι[8]» («ma­qui­na de pen­sar»). Ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι φέρ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα κα­θὼς δι­α­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ συλ­λο­γι­κὸ πνεῦ­μα, δι­α­θέ­τει πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση καὶ σύγ­χρο­νη, πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ μορ­φή, ποὺ ται­ριά­ζει στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή μας πα­ρα­μέ­νον­τας, πα­ράλ­λη­λα, δι­α­κρι­τὴ ἀ­πὸ τὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (e-literature).

       Ἔ­τσι, συ­νο­ψί­ζουν τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο μὲ τὰ πολ­λὰ ὀ­νό­μα­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅ­τι συν­δέ­ει σὰν ἁ­λυ­σί­δα δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἀ­δι­ά­σπα­στος κρί­κος τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση μὲ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κρί­κος πε­ρι­κλεί­ει ἕ­να πε­δίο ὤ­σμω­σης εἰ­δῶν καὶ ἰ­δε­ῶν καὶ συμ­βί­ω­σης δι­α­φο­ρε­τι­κῶν (πο­λι­τι­σμι­κῶν συγ)κει­μέ­νων κι ἐν­δεί­κνυ­ται γιὰ στά­ση[9]: ἐμ­πέ­δω­ση τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης γνώ­σης καὶ τῆς πρα­κτι­κῆς αἰ­ώ­νων στὴ συν­το­μί­α καὶ ἀλ­λα­γὴ σκέ­ψης καὶ λό­γου.


Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Da­vid Dru­ry πα­ρο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία μὲ ἀ­πύθ­με­νη λι­μνού­λα, ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ αἴ­σθη­ση ποὺ βι­ώ­νει κα­νεὶς σὲ μιὰ αἰ­ω­ρού­με­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα, ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα σὲ ἕ­να πη­γά­δι ἢ σὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη νε­ρο­τσου­λή­θρα. Στὴν προ­σπά­θειά του νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὸ φαι­νό­με­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νεῖ ὅ­τι συν­δέει τὴ λογο­τε­χνία μὲ τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ καὶ τε­χνο­λο­γικὴ ἐξέ­λι­ξη καὶ ἴ­σως χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν 21ο αἰ. (ὅ­πως δι­α­τεί­νε­ται καὶ ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Lau­ro Zava­la), προ­σο­μοιά­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἕ­να ὑ­περ­σύγ­χρο­νο, μι­κρο­σκο­πι­κὸ δεν­τρό­σπι­το μὲ πε­ρι­φε­ρεια­κὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ φεγ­γί­τη, ἀπ’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει κα­νεὶς τὴν πα­νο­ρα­μι­κὴ θέ­α καὶ νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει τὸ σύμ­παν.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 

Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Ἱστο­ρίες τοῦ Βαρ­­θο­λο­­μαί­ου Ὀλί­βιε τοῦ Δημή­τρη Κα­ρα­κίτσου.


Ἡ συλ­λο­γὴ If I don’t ma­ke it, I lo­ve you 84 σύν­το­μων μαρ­τυ­ρι­ῶν μα­θη­τρι­ῶν καὶ μα­θη­τῶν, ἐ­πι­ζών­των ἀ­πὸ μα­ζι­κὲς δο­λο­φο­νι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ 1966 ἕ­ως τὸ 2018. Ἐ­πι­μέ­λεια: Amye Ar­cher καὶ Loren Klein­man.


Τὸ βι­βλί­ο Micro­style, The Art of Wri­ting Lit­tle τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλωσ­σο­λό­γου Chri­sto­pher John­son.



Ἡ ἰ­στο­σε­λί­δα τοῦ Sto­ryCorps τοῦ Da­ve I­say, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξε­κί­νη­σε τὸ 2003 στὴ Ν. Ὑ­όρ­κη ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο ἠ­χο­γρα­φή­σε­ων μὲ θέ­μα τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ συ­νε­χί­ζει ἕ­ως σή­με­ρα νὰ κα­τα­γρά­φει προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α.


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Micah Perks «7 Dark Sto­ries About Mi­nia­ture Peo­ple» στὸ ὁ­ποῖ­ο προ­τεί­νει ἑ­πτὰ ἱ­στο­ρί­ες μὲ ἥ­ρω­ες μι­κρο­σκο­πι­κὰ πλά­σμα­τα, ποὺ φω­τί­ζουν σκο­τει­νὲς πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης. Ἀ­νά­με­σά τους δι­η­γή­μα­τα τῶν Aimee Ben­der, Ma­nuel Gonza­les καὶ Cla­rice Lispe­ctor.


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν ἀ­γά­πη τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Ν. Ζη­λαν­δί­ας Flash Frontier τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2019 μὲ 57 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δι­α­κρί­θη­καν δι­ε­θνῶς καὶ ἀ­νά­με­σά τους καὶ αὐτή τῆς Ἑλ­λη­νί­δας Κωνσταντίνας Σώζου–Κύρκου.


Σεπτέμβριος 2019

[1]. Γιὰ τὸν Henri Bergson, στὸ δο­κί­μιό του γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ κω­μι­κοῦ, Tο γέλιο, «εἶ­ναι μιὰ κοι­νω­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει καὶ κα­τα­στέλ­λει μιὰ εἰ­δι­κὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῶν συμ­βάν­των κι ἐκ­φρά­ζει μιὰ ἀ­το­μι­κὴ ἢ συλ­λο­γι­κὴ ἀ­τέ­λεια ἡ ὁ­ποί­α ἀ­ξι­ώ­νει δι­όρ­θω­ση. Τὸ γέ­λιο εἶ­ναι αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ δι­όρ­θω­ση».
[2]. Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πα­ρά­ξε­νου, πε­ρι­θω­ρια­κοῦ στοι­χεί­ου ὡς φλέ­βα ζω­ῆς δι­α­τέ­μνει καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Agua Viva (Ζων­τα­νὸ νε­ρὸ) στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει: «Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι μί­α λέ­ξη εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ πε­τυ­χαί­νει τὸ νό­η­μά της. Καὶ ὅ­ταν πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νη τό­τε εἶ­ναι ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ ζω­ή.»
[3]. Σὲ αὐ­τὸ κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ ἐσω­τε­ρικὴ σχέ­ση ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξε τὸ σύ­νο­λο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου της μὲ τὴ φι­λο­σο­φί­α, ἐ­φό­σον ἐμ­πλού­τι­σε τὴ φι­λο­σο­φι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κή, ὅ­πως ὁ Kafka μὲ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση. Ὁ Δα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης καὶ στο­χα­στῆς Asger Jorn, μέν­το­ρας τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ga­ston Bache­lard, στὸ κεί­με­νό του «τί ἐστὶ ἀνθρώ­πι­νο ζῶο», ἀ­φοῦ με­λέ­τη­σε τὸ ἔρ­γο τοῦ Kafka καὶ δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὸ κλει­δί στὸ ἔργο του εἶναι ἡ ἀγά­πη, στὴ συ­νέ­χεια ἐν­τρύ­φη­σε στὸ ἔρ­γο τοῦ Lautré­a­mont, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος με­τέ­φρα­σε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ὄδ. Ἐ­λύ­της.
[4]. Κο­πι­δά­κης Μ. Ζ., «Λοι­πὸν αὐ­τὸς ποὺ γύ­ρευ­α, εἶ­μαι». Οἱ φι­λο­σο­φι­κὲς κα­τα­βο­λὲς τοῦ ἐ­λυ­τι­κοῦ στί­χου, Co­gito 3, 2005, σ.σ. 22-25.
[5]. Ἂν καὶ ὁ Ἀρ­γεν­τι­νὸς Da­vid Lagma­novich (1927-2010), ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­με­λι­ω­τὲς τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δὲν ἀ­πέ­δι­δε τὸ νε­ο­φα­νὲς τοῦ εἴ­δους στὴν ὑ­βρι­δι­κό­τη­τά του, κα­θὼς πί­στευ­ε ὅ­τι ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη εἶ­ναι ὑ­βρι­δι­κὰ (Lagma­novich, Da­vid, El micror­relato hispa­noa­meri­cano, Bo­gota: Uni­ver­sidad Peda­go­gica Na­cio­nal, 2007).
[6]. Amihud Gilead, «How few words can the shor­test story have», στὸ Philo­sophy and Li­tera­ture, Vol. 32, No 1, 2008.
[7]. Colom­bo Stel­la Maris καὶ Tomas­sini Gra­ciela, «La micro­ficcion como maqui­na de pen­sar», στὸ El cue­nto en red 28, 2013, σ.σ. 30-42.
[8]. Χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ποὺ ἴ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ἄ­πο­ψη τοῦ U. Eco ὅ­τι ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι «μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­νο­η­θεῖ μὲ στό­χο νὰ ἐκ­μαι­εύ­ει ἑρ­μη­νεῖ­ες» καὶ ἀρ­χι­κὰ φαί­νε­ται νὰ συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ καρ­τε­σια­νὸ «σκέ­φτο­μαι, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω». Ὅ­μως, βά­σει τῆς ἀ­νά­λυ­σης καὶ τεκ­μη­ρί­ω­σής του ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς αὐ­τὸς ὑ­πορ­ρη­τα δι­α­σταυ­ρώ­νε­ται καὶ μὲ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ «σκέ­ψαι» ποὺ κι­νη­το­ποι­εῖ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τοῦ προ­σθέ­τει τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ δρῶν­τος ὑ­πο­κει­μέ­νου, τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ὄν­τος. Τὸν προ­τρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὴ ζω­ή, νὰ συμ­με­τέ­χει στὰ κοι­νά, νὰ ἔ­χει δι­α­νο­η­τι­κὴ ἐ­γρή­γορ­ση, νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ κα­τα­γρά­φει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση καὶ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, νὰ ἐκ­φέ­ρει λό­γο καὶ νὰ (ἀ­νὰ)στο­χά­ζε­ται.
[9]. Botha Marc, «Micro­fiction», στὸ (ἐπ.) Ein­haus Ann-Marie, The Cam­bridge Com­pa­nion to the English Short Story. Cam­bridge: Cam­bri­dge Uni­ver­sity Press (Cambri­dge Compa­nions to Li­te­ra­tu­re), 2016, σ.σ. 201–220.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).

Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Φω­το­γρα­φί­α: ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νη κὰρτ-πο­στὰλ τοῦ ΕΚΕΒΙ, γιὰ τὴν Παγ­κό­σμια Ἡ­μέ­ρα Ποί­η­σης, 21 Μαρ­τί­ου 2003.


Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: