Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino): Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο



Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino)


Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο

(Quelli di Viareggio)


ΤΙΣ ΕΝΝΕΑ τὸ πρω­ῒ χτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ καμ­πά­να, ὁ ἦ­χος ἐρ­χό­ταν κα­τὰ ρι­πές, σὲ ψι­λὲς νό­τες, σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­τὰ πῶς τὸν με­τέ­φε­ρε χα­ρού­με­να ἢ τὸν δι­έ­σπει­ρε ὁ ἄ­νε­μος. Στὸν οὐ­ρα­νὸ ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Οὔρ­λια­ζε ἀ­φρι­σμέ­νη στὸν ἥ­λιο.

       Κά­ποι­ος πρό­βαλ­λε στὴν πόρ­τα, κά­ποι­ος ἄλ­λος στα­μά­τη­σε τὸ βά­δι­σμά του. Τὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ εἶ­χε ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια, ὅ­λα δί­πλα στὴ θά­λασ­σα, ἕ­να ἡ­μι­κύ­κλιο μὲ γλυ­κιὰ καμ­πή, ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια ναυ­τι­κῶν, ἰ­σό­γεια, ποὺ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ καὶ γέ­ρους ναυ­τι­κοὺς μὲ τὸ ζω­νά­ρι δε­μέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὰ γέ­νια ἄκοπα πα­ρ’ ὅ­τι ἦ­ταν Κυ­ρια­κή. Οἱ νέ­οι καὶ ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι εἶ­ναι στὴ θά­λασ­σα.

       Τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν ἔ­χει λι­μά­νι, εἶ­ναι, τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, μιὰ πα­ρα­λί­α μὲ κλί­ση πρὸς τὴ θά­λασ­σα, ἔ­χει ἀν­τί­θε­τα ἕ­ναν μό­λο καὶ μιὰ μα­ρί­να γιὰ τὶς ψα­ρό­βαρ­κες.

       Στὸ Βι­α­ρέ­τζο εἶ­ναι ὅ­λοι ναυ­τι­κοί. Φυ­σι­κὰ ὁ χα­σά­πης, ὁ ρά­φτης κτλ δὲν εἶ­ναι ναυ­τι­κοί, ὅ­μως ὁ χα­σά­πης ἔ­χει γιὸ πλοί­αρ­χο καὶ ὁ ἴ­διος τὴ μι­σὴ ἑ­βδο­μά­δα κά­νει τὸν ψα­ρά. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κά­τοι­κοι.

       Ἦ­ταν μιὰ μέ­ρα τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου μὲ τὸν ἥ­λιο τό­σο γλυ­κὸ καὶ τὴν θά­λασ­σα, ἀν­τί­θε­τα, τα­ρα­χώ­δη, με­γά­λα ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α, ὁ μι­κρὸς μό­λος ἔ­μοια­ζε κά­θε φο­ρὰ νὰ κα­τα­πί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κύ­μα ποὺ ἔ­πε­φτε πά­νω του.

       Στὸ καμ­πα­να­ριὸ ἡ μι­κρὴ καμ­πά­να συ­νέ­χι­ζε νὰ σφυ­ρο­κο­πά­ει. Ὅ­λοι καὶ ἀ­πὸ τὰ ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια πή­γαι­ναν πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α, για­τὶ ἡ εἴ­δη­ση εἶ­χε ἤ­δη φτά­σει, ὅ­τι ἕ­να σκά­φος εἶ­χε ναυ­α­γή­σει μπρο­στὰ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Πράγ­μα­τι μί­α γκου­λέ­τα δι­α­κο­σί­ων τό­νων εἶ­χε ἤ­δη τὴν πλώ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ ὅ­ταν τὸ κύ­μα τὴν πλη­σί­α­ζε, τὴν σκέ­πα­ζε ὁ­λό­κλη­ρη, μό­νο τα κα­τάρ­τια ἔ­με­ναν ἐ­λεύ­θε­ρα.

       Τὸ σκά­φος ἦ­ταν στὴ μέ­ση τῆς πα­ρα­λί­ας τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, σὲ ἀ­πό­στα­ση ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή.

       Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι τὸ σκά­φος ἦ­ταν χα­μέ­νο, ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά, εἶ­χε μεί­νει μό­νο τὸ πιὸ ψη­λό. «Ἀλ­λὰ ποια­νοῦ ἦ­ταν τὸ σκά­φος; Ἀ­πὸ ποῦ ἦ­ταν;». Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο. Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι τὸ εἶ­δαν ἀ­μέ­σως. Τὸ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν. Ἦ­ταν τὸ Κα­ρο­λί­να φορ­τω­μέ­νο μάρ­μα­ρο. Πι­ά­στη­κε στὴν κα­ται­γί­δα τὴ νύ­χτα, κα­τευ­θύ­νον­ταν στὴν Νορ­λί­τζα, εἶ­χαν προ­σπα­θή­σει νὰ μποῦν στὸ Βι­α­ρέ­τζο, στὸ χω­ριό τους, νὰ χω­θοῦν στὸ κα­νά­λι. Ἀλ­λὰ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας ἔ­χα­σαν τὸ τι­μό­νι, τοὺς ἔ­σπα­σε τὸ κα­τάρ­τι τὴ πλώ­ρης.

       Οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος ἦ­ταν τώ­ρα ὅ­λοι ὄρ­θιοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι στὴ μέ­ση ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ ἐ­ξώ­στης γιὰ τὰ φα­νά­ρια, φαί­νον­ται κα­λά, μπο­ροῦ­σαν νὰ τοὺς με­τρή­σουν.

       Ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ σκαρ­φα­λώ­σουν ἐ­κεῖ για­τί τὸ σκά­φος βυ­θι­ζό­ταν, βα­ρύ, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἄμ­μο. Καὶ τὰ κύ­μα­τα τοὺς χά­ι­δευ­αν τὰ πό­δια, τοὺς πι­τσι­λοῦ­σαν, κά­ποι­ο τοὺς πλη­σιά­ζει.

       Ἦ­ταν ἕ­ξι, ὅ­λο τὸ πλή­ρω­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ναύ­της κα­τα­στρώ­μα­τος.

       Οἱ γέ­ροι μι­λᾶ­νε, τοὺς ἐμ­ψυ­χώ­νουν, οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ εἶ­ναι στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα κά­νουν σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Τρέ­χουν οἱ γέ­ροι στὶς βάρ­κες, δι­α­λέ­γουν μιὰ ψα­ρό­βαρ­κα μὲ ἕ­ξι κου­πιὰ ποὺ λό­γῳ τῆς κα­κο­και­ρί­ας εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη. Σπρώ­χνουν ὅ­λοι μα­ζὶ τὴ βάρ­κα ποὺ κυ­λά­ει στοὺς στρογ­γυ­λοὺς πασ­σά­λους ποὺ ἔ­χουν το­πο­θε­τεῖ ἀ­πὸ κά­τω της, ἐ­πι­λέ­γον­ται ποι­οί πρέ­πει νὰ ἀ­νέ­βουν γιὰ νὰ πλη­σιά­σουν τὸ Κα­ρο­λί­να. Οἱ πιὸ δυ­να­τοί. Σφίγ­γουν κα­λὰ τὸ ζω­νά­ρι.

       Οὐρ­λιά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες: «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να.»

       Οἱ μη­τέ­ρες, οἱ γυ­ναῖ­κες, τὰ παι­διὰ αὐ­τῶν τῶν ἕ­ξι εἶ­ναι στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι οἱ ναυ­τι­κοὶ κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια. Κά­θε τό­σο ὁ ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε τὴ φω­νή τους. Ἦ­ταν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι, φο­ροῦ­σαν ὅ­λοι που­κά­μι­σο, δὲν ἤ­ξε­ρε κα­νεὶς για­τί.

       Τὸ ρεῦ­μα, ὁ ἄ­νε­μος, τὰ κύ­μα­τα εἶ­χαν σπρώ­ξει τὸ ἀ­κυ­βέρ­νη­το σκά­φος πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α. Τὸ σκά­φος μὲ φορ­τί­ο μάρ­μα­ρο εἶ­χε ἐ­ξο­κεί­λει, γέ­μι­ζε, βυ­θι­ζό­ταν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κρά­τη­σε λί­γα λε­πτά. Οἱ ναυ­τι­κοὶ αὐ­τό­μα­τα εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στὸ μο­να­δι­κὸ κα­τάρ­τι. Δὲν ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα μα­κριά.

       Οἱ γέ­ροι εἶ­χαν τρα­βή­ξει τὴ βάρ­κα μέ­χρι τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη, τὰ κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α.

       Οἱ γέ­ροι ἔ­σπρω­ξαν τὴ βάρ­κα ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα, ἤ­δη τὰ κύ­μα­τα τὴ ρά­πι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε με­ριά, τὴν πλημ­μύ­ρι­ζαν. Ἕ­ξι πή­δη­ξαν μέ­σα ἤ­δη μού­σκε­μα στὸ νε­ρό, ἔ­πι­α­σαν τὰ κου­πιὰ καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ κω­πη­λα­τοῦν ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­μει­ναν στὴ στε­ριὰ καὶ βο­η­θοῦ­σαν σπρώ­χνον­τάς την μὲ τὰ χέ­ρια πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­νὰ πε­ρι­ό­δους φώ­να­ζαν. Οἱ συγ­γε­νεῖς ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να φώ­να­ζαν μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους αὐ­τοὺς ποὺ κρα­τι­οῦν­ταν σφι­χτά. Ἡ βάρ­κα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, οἱ κω­πη­λά­τες ἔ­μει­ναν πιὰ μό­νοι τους νὰ πα­λεύ­ουν μὲ τὰ κύ­μα­τα. Οἱ ἕ­ξι γέ­ροι ἦ­ταν ἐμ­πει­ρι­κοὶ τῆς θά­λασ­σας. Ἐ­ὰν ἤ­θε­λαν νὰ βγοῦν δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ πλεύ­σουν πλά­για ἀλ­λὰ νὰ πά­ρουν τὰ κύ­μα­τα μὲ τὴν πλώ­ρη. Οἱ γέ­ροι κοι­τοῦ­σαν τὰ κύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν, ψη­λά, ἤ­δη ὅ­λα σπα­σμέ­να, βί­αι­α ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τους στὴν χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α καὶ συγ­κεν­τρώ­νον­ταν στὰ κου­πιὰ μὲ ὅ­λοι τους τὴ δύ­να­μη, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ τὸ κύ­μα τοὺς κά­λυ­πτε, με­τα­κι­νοῦ­σε τὴ βάρ­κα, τὴν πε­ρι­κύ­κλω­νε. Ἡ βάρ­κα ἔ­μοια­ζε ἀ­κί­νη­τη, δὲν κα­τά­φερ­νε νὰ προ­χω­ρή­σει, ἦ­ταν ἀ­κό­μα μό­νο λί­γα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α, οἱ γέ­ροι δού­λευ­αν. Ἡ βάρ­κα ἦ­ταν ἤ­δη ἡ μι­σὴ γε­μά­τη νε­ρό. Ἕ­να κύ­μα πιὸ γρή­γο­ρο τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν κα­τεύ­θυν­σή της.

       «Πο­ρεί­α τρα­βέρ­σο!»

       Οἱ γέ­ροι τεν­τώ­νον­ταν μὲ μα­νί­α γιὰ νὰ ξα­να­ϊ­σι­ώ­σουν τὴν πλώ­ρη.

       Ἦ­ταν ὅ­λοι μα­ζί. Φαι­νό­ταν νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρουν, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο κύ­μα τοὺς ἀ­νέ­τρε­ψε, τοὺς πῆ­ρε μα­κριά. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­πί­στευ­τη θά­λασ­σα. Ἡ βάρ­κα πα­ρα­σύρ­θη­κε, τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀ­κυ­βέρ­νη­τη. Ναυ­ά­γη­σε, ξα­να­βρέ­θη­κε στὴν ἀ­κτή. Δύ­ο γέ­ροι κυ­λί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε τό­σο κον­τὰ στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ σώ­θη­καν ἀ­μέ­σως.

       «Μὰ ποιός ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει ἐ­κεῖ κά­τω;» Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Ἦ­ταν στὴ στε­ριὰ ἕ­νας νέ­ος. Πά­ει μὲ τὴ σω­στι­κὴ λέμβο[1] νὰ γλιτώσει τοὺς συν­τρό­φους του.

       «Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Τοὺς φτά­νει.»

       Ὁ κόσμος πλη­σί­α­σε πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πα­ρα­λί­ας ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ Ἀν­τό­νιο, εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει βι­α­στι­κὰ τὴ σωστικὴ λέμ­βο, εἶ­ναι ὁ μό­νος νέ­ος του χω­ριοῦ, ναυ­τι­κός. Εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς πα­ρα­λί­ας, ἐ­κεῖ κον­τὰ μέ­νει. Τὰ κύ­μα­τα ἦ­ταν τε­ρά­στια καὶ ἔ­τρε­χαν κα­τὰ πά­νω του. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­χαν ἁρ­πα­χτεῖ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, στὸ κα­τάρ­τι. Τὰ κύ­μα­τα γαρ­γα­λοῦν τὰ πό­δια τους, τοὺς σκε­πά­ζουν ὅ­λους, δὲν φαί­νον­ται πιά, με­τὰ ξα­να­φαί­νον­ται, τὸ κύ­μα πέ­ρα­σε.

       Ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρί­λη γλυ­κός.

       «Εἶ­ναι πέν­τε. Στὸ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι πί­σω.»

       «Ὄ­χι, εἶ­ναι πέν­τε».

       «Ἕ­νας ἔ­χει πέ­σει στὴ θά­λασ­σα! Κο­λυμ­πά­ει.»

       «Τὸ κε­φά­λι του, ἐ­κεῖ!»

       «Ἔρ­χε­ται κο­λυμ­πών­τας.»

       «Δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Ἔ­μει­νε κά­τω».

       Οἱ γυ­ναῖ­κες φω­νά­ζουν.

       Ὁ Ἀν­τό­νιο προ­χω­ρά­ει μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο. Δὲν ὑ­πάρ­χουν κύ­μα­τα δυ­να­τὰ ὅ­σο ὁ Ἀν­τό­νιο. Εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ εἶ­ναι χα­μη­λὴ καὶ γί­νον­ται θο­ρυ­βώ­δη, πα­νύ­ψη­λα, ἀ­στρα­φτε­ρὰ θραύ­σμα­τα γυ­α­λιῶν. Καὶ τὸ κύ­μα πα­ρεμ­βάλ­λε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο πλω­τῆ­ρες τῆς σωστικῆς λέμβου, τὸ ση­κώ­νει, σχε­δὸν τὸ κά­νει νὰ πε­τά. Ὁ Ἀν­τό­νιο τὸ κρα­τά­ει μὲ τὰ κου­πιά, μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι.


       «Εἶ­ναι πέν­τε. Εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἕ­κτος δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ καὶ κο­λυμ­πᾶ.»

       «Σώ­νε­ται.» Καὶ οἱ γέ­ροι ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν θὰ σω­θεῖ για­τὶ ἕ­νας ναυ­τι­κὸς ποὺ ναυα­γεῖ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α ἔ­χει ἤ­δη πα­λέ­ψει ἐ­νάν­τια στὴν κα­ται­γί­δα ὅ­λη τὴ νύ­χτα, καὶ μπο­ρεῖ καὶ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα. Καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, πα­γω­μέ­νος. Κι ἔ­πει­τα μὲ τὸ νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ἀν­τι­στέ­κε­ται. Ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἡ θά­λασ­σα εἶ­ναι κρύ­α.

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.» Εἶ­ναι ἤ­δη μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Φαί­νε­ται μό­νο νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.

       Ἡ λέμβος τοῦ Ἀν­τό­νιο βγαί­νει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να κύ­μα, εἶ­ναι ὅ­πως ἡ μύ­τη τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ.

       «Ἀν­τό­νιο, κου­ρά­γιο.»

       Ἡ σω­στι­κὴ λέμβος πέ­φτει κά­τω, βυ­θί­ζε­ται, δὲν φαί­νε­ται πιά.

       «Ἡ λέμβος ἀ­να­τρά­πη­κε!»

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο δὲν φαί­νε­ται πιά.» Ὅ­μως με­τὰ ξα­να­φαί­νε­ται στὸ ἤ­ρε­μο δι­ά­με­σο δύ­ο κυ­μά­των, φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­χει κά­τσει ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ τῆς σω­στι­κῆς λέμβου, κά­τι ποὺ τὸ ἀ­νυ­ψώ­νει, τὸ κά­νει κά­θε­το, τὸ ἀ­να­τρέ­πει ξα­νὰ στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ξα­νὰ πά­νω, ξα­να­πα­λεύ­ει ἐ­νάν­τια στὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ ὅ­λα τα σπα­σμέ­να μέ­ρη. Ἀλ­λὰ τὰ κύ­μα­τα ξα­να­φέ­ρουν ἀ­πὸ κά­τω τους τὸν Ἀν­τό­νιο καὶ στρο­βι­λί­ζουν τὴ λέμ­βο ὅ­πως ὁ ἄ­νε­μος ἕ­να φύλ­λο.

       Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ ξα­να­βρε­θεῖ στὴν πα­ρα­λί­α δὲν μπο­ρεῖ πιά, τὸ κε­φά­λι κρύ­ο, πο­νά­ει.

       Πέ­ρα­σε ἤ­δη ἀρ­κε­τὸς χρό­νος. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» φω­νά­ζει μί­α γυ­ναί­κα.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» ἕ­νας ψί­θυ­ρος ἁ­πλώ­θη­κε στὴν πα­ρα­λί­α. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο τὸ λέ­ει: «εἶ­ναι τέσ­σε­ρις.»

       Ἀλ­λὰ οἱ μα­νά­δες, τὰ παι­διά, οἱ πα­τε­ρά­δες ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να;

       Ζα­λι­σμέ­νοι. Σπα­σμέ­νες λέ­ξεις.

       Ξα­να­δο­κι­μά­ζουν οἱ γέ­ροι. Ξα­να­νε­βαί­νουν στὴν βάρ­κα. Ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρνουν. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Οἱ γέ­ροι ἐ­κεί­νων ἐ­κεῖ τῶν νέ­ων.

       «Τὸ κα­νο­νά­κι μὲ τὸ κα­μά­κι. Μά, ναί, τὸ κα­νο­νά­κι!»

       «Για­τί δὲν τὸ ἔ­φε­ραν νω­ρί­τε­ρα;»

       Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Φαί­νον­ται τὰ που­κά­μι­σα ποὺ ντύ­νουν τὰ κορ­μιά τους.

       Τὸ κα­νο­νά­κι τὸ πῆ­ραν ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α τοῦ γρα­φεί­ου τῆς Δη­μό­σιας Ἀ­ρω­γῆς.

       Ἐ­ὰν θέ­λουν νὰ σω­θοῦν χρει­ά­ζε­ται τὸ κα­νο­νά­κι. Τὸ βλῆ­μα θὰ φύ­γει, πί­σω θὰ φέ­ρει ἕ­να σκοι­νί. Αὐ­τὸ θὰ φτά­σει στὸ σκά­φος, θὰ δε­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι. Ἕ­να ἐ­πι­κλι­νὲς ἐ­πί­πε­δο θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ποὺ θὰ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς καὶ θὰ φτά­νει στὴ στε­ριά.

       Τὴ δι­ά­σω­ση θὰ μπο­ροῦν νὰ τὴν κά­νουν καὶ οἱ κω­πη­λά­τες. Μὲ μί­α βάρ­κα θὰ πλη­σιά­ζουν τοὺς ναυα­γοὺς με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ἔ­χει τὴν ἀρ­χή του στὴ στε­ριά.

       Ἀλ­λὰ ἂν θέ­λουν νὰ εἶ­ναι τέ­λει­οι, νὰ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ σώ­σουν αὐ­τὲς τὶς ζω­ὲς στὸ μέ­σο της θά­λασ­σας, οἱ κω­πη­λά­τες ὡς κα­νο­νά­κι πρέ­πει νὰ με­τα­φέ­ρουν δύ­ο σχοι­νιὰ ποὺ δε­μέ­να σταυ­ρω­τὰ στὸ κα­τάρ­τι, ἕ­να θὰ πη­γαί­νει καὶ ἕ­να θὰ ἔρ­χε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­λο αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἐ­να­πο­μεῖ­ναν κα­τάρ­τι, στὸ μέ­σο τῶν κυ­μά­των καὶ νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά. Φτά­νει νὰ δέ­σουν στὸ σκοι­νὶ μιὰ βάρ­κα μὲ πά­νω… «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις, εἶ­ναι τέσ­σε­ρις»… τοὺς ναυα­γούς. Ἀ­πὸ τὴν στε­ριὰ θὰ τοὺς τρα­βή­ξουν, ἐ­κεῖ­νοι θὰ πλη­σιά­σουν, τὸ κύ­μα δὲν θὰ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὴ βάρ­κα για­τὶ θὰ εἶ­ναι δε­μέ­νη, θὰ μπο­ρεῖ σί­γου­ρα νὰ τὴ γε­μί­σει νε­ρό, νὰ τὴν δο­κι­μά­σει ἀλ­λὰ ἡ βάρ­κα θὰ φτά­σει στὴ στε­ριά. Καὶ ὅ­λοι φω­νά­ζουν.

       Οἱ γέ­ροι πράγ­μα­τι δο­κί­μα­σαν τὴν πιὸ πρα­κτι­κὴ ὁ­δό. Νὰ φέ­ρουν αὐ­τοὶ τὰ σκοι­νιὰ καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ προ­σπα­θή­σουν, ἐ­ὰν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ βά­λουν οἱ ἴ­διοι κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς μέ­σα στὴ βάρ­κα καὶ νὰ τὸν φέ­ρουν στὴ στε­ριά. Ἀλ­λὰ ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Μιὰ βάρ­κα, ὅ­ταν τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε μὲ τέ­τοι­α τρό­πο σὲ μιὰ χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, εἶ­ναι ἕ­να κλα­δά­κι ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς τὴ θέ­λη­σή του. Μπο­ρεῖ νὰ προ­σπα­θή­σει κα­νεὶς ὅ­σες φο­ρὲς θέ­λει. Δὲν θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.

       Τὸ κα­νο­νά­κι ἄρ­χι­σε νὰ ρί­χνει. Ἕ­νας ναυ­τι­κὸς τοῦ Κα­ρο­λί­να κού­νη­σε κου­ρα­σμέ­να τὸ χέ­ρι του κα­θὼς τὸ βλῆ­μα ἔ­πε­φτε μὲ τὸ σκοι­νὶ στὴ θά­λασ­σα, ἴ­σως γιὰ νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει ὅ­τι τὸ σκοι­νὶ ἔ­πε­φτε μα­κριά.

       Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο ἦ­ταν ἐ­κεῖ κι ἔ­βλε­πε νὰ πε­θαί­νουν οἱ ναυ­τι­κοί του.

       Ἄρ­χι­ζε νὰ βρα­διά­ζει… «Ἔ­πε­σε ἕ­νας. Εἶ­ναι μό­νο τρεῖς» φω­νά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες… ἀλ­λὰ ἡ κα­τεύ­θυν­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ξε­λύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ποὺ κα­τευ­θύ­νε­ται ὄ­χι σὲ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σκά­φος ἀλ­λὰ σὲ μιὰ μύ­γα μέ­σα στὴ θά­λασ­σα, σὲ μιὰ ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν στὴ θά­λασ­σα, κρε­μα­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἱ­στό.

       Καὶ ἡ βο­λὴ φτά­νει στὰ δέ­κα μέ­τρα, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­λή, καὶ συ­χνὰ στὰ πέν­τε μέ­τρα καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς ποὺ ἀν­τί­θε­τα ὅ­ταν βλέ­πουν κον­τά το σκοι­νὶ τεν­τώ­νουν ὅ­λα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸ πιά­σουν καὶ δὲν φτά­νουν πο­τέ, για­τὶ εἶ­ναι πάν­τα μα­κριά, καὶ με­τὰ πέ­φτει στὴ θά­λασ­σα. Καὶ με­τὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά, νὰ τὸ ξα­να­τα­κτο­ποι­ή­σουν καὶ τό­τε ξα­νὰ νὰ τὸ ἐ­κτο­ξεύ­σουν καὶ τὸ βρά­δυ ἔρ­χε­ται γρή­γο­ρα, ἤ­δη εἶ­ναι μὼβ καὶ οἱ ναυ­τι­κοὶ τοῦ Κα­ρο­λί­να φαί­νον­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­δη ἔ­χουν ντυ­θεῖ στὶς σκι­ές. Εἶ­ναι τρεῖς μό­νοι, κολ­λη­μέ­νοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι. Μὲ τὴ νύ­χτα ἔρ­χε­ται τὸ κρύ­ο. Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο ξα­να­προ­σπά­θη­σε μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο, κι ἕ­νας προ­σπά­θη­σε κο­λυμ­πών­τας ἀλ­λὰ κόν­τε­ψε νὰ πνι­γεῖ. Ὅ­ταν βρά­δια­σε στὸ κα­τάρ­τι ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α ὅ­λη μέ­ρα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ναυ­τι­κός τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, μπρο­στὰ στὸ Βι­α­ρέ­τζο, κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι ποὺ ὅ­λο καὶ βυ­θί­ζε­ται.

       Κα­νέ­νας δὲν προ­σπα­θεῖ πιά. Τὸ κα­νο­νά­κι κά­θε τό­σο πυ­ρο­βο­λεῖ. Για­τί;

       Οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν φω­νά­ζουν. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἔ­να­στρη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ ὁ ναυ­τι­κός;

       Μί­α κραυ­γὴ ἀ­κού­γε­ται, ἕ­να κά­λε­σμα μιᾶς γυ­ναί­κας, φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ γιοῦ της ποὺ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ Κα­ρο­λί­να.

       Τὴν φω­νὴ τὴν ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ πα­ρα­λί­α.

       «Νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κό­μα;»

       Δὲν φαί­νε­ται, δὲν φαί­νε­ται τί­πο­τα, μό­νο τα ἀ­στέ­ρια δὲν φτά­νουν, θὰ χρει­α­ζό­ταν τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ἡ θά­λασ­σα ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα πιὸ ἄ­γρια.

       Ὅ­λοι τὴ νύ­χτα πε­ρι­μέ­νουν ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο.



Πη­γή: Mario Tobino, «Quelli di Viareggio», στὸ Racconti, Racconti, Racconti, Mondadori, Milano,2008, σέλ. 131-137.

Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino) (1910-1991). Γεν­νή­θη­κε στὸ Βι­α­ρέ­τζο τῆς Το­σκά­νης. Φύ­ση ἀ­νή­συ­χη καὶ ἀ­νυ­πά­κου­η τε­λεί­ω­σε τὸ γυ­μνά­σιο σὲ θρη­σκευ­τι­κὸ κολ­λέ­γιο ὅ­που γνώ­ρι­σε τὸν Δάν­τη, τὸν Μα­κια­βέλ­λι καὶ ἄλ­λους κλα­σι­κοὺς τῆς λα­τι­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ Χει­ρουρ­γι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Νευ­ρο­ψυ­χι­α­τρι­κή. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α κά­νει τὴν εἴ­σο­δό του μέ­σῳ τῆς ποί­η­σης ἐ­νῶ συ­νερ­γά­ζε­ται καὶ μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­που ἐκ­φρά­ζει τὴν μη­δε­νι­κὴ ἀ­νε­κτι­κό­τη­τά του στὸ φα­σι­σμό. Κα­τὰ τὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λε­μο κα­λεῖ­ται νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς για­τρὸς στὸ μέ­τω­πο τῆς Λι­βύ­ης. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὴν ἔμ­πνευ­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του μὲ τί­τλο ­ρη­μος τῆς Λι­βύ­ης (Il de­ser­to del­la Li­bia) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1952 καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ προ­κύ­ψουν δύ­ο ται­νί­ες. Ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο μὲ ἐ­λα­φρὰ ἀ­να­πη­ρί­α ἀ­πὸ τραυ­μα­τι­σμὸ καὶ ἀ­να­λαμ­βά­νει ὑ­πη­ρε­σί­α ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ τοῦ Μα­τζά­νο κον­τὰ στὴ Λού­κα. Ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ψυ­χιά­τρου θὰ τὸν συ­νο­δεύ­σει γιὰ 40 χρό­νια καὶ οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του ἀ­πὸ αὐ­τὴν θὰ γί­νουν ἔμ­πνευ­ση καὶ σκη­νι­κὸ γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τά του ὅ­πως Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no), ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­ση ἀλ­λὰ καὶ βα­θὺ ἀν­θρω­πι­σμὸ πε­ρι­γρά­φει τὶς ψυ­χὲς τῶν ἔγ­κλει­στων γυ­ναι­κών. Τὸ θέ­μα τῆς τρέ­λας ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του πα­ρα­γω­γῆς ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­κτι­βι­στι­κῆς του δρά­σης. Μα­ζὶ μὲ ἐ­λά­χι­στους ἀ­κό­μα ἰα­τροὺς ξε­κι­νά­ει μά­χη ἐ­νάν­τια στοὺς Νό­μους 180 καὶ 833 τοῦ 1978 οἱ ὁ­ποῖ­ο προ­έ­βλε­παν τὸ κλεί­σι­μο τῶν Ψυ­χι­α­τρεί­ων τῆς Ἰ­τα­λί­ας ἀρ­νού­με­νοι τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῶν ψυ­χι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τά­γρα­ψε στὸ Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τοῦ Μα­λιά­νο (Gli ul­ti­mo gio­rni di Ma­glia­no) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1982. Ἡ ἀν­τί­στα­ση ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε μορ­φῆς ἀ­πάν­θρω­πης ἀν­τι­με­τώ­πι­σης καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἐ­νάν­τια στὸ να­ζι­σμὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κυ­ρί­αρ­χα θέ­μα­τα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά­νο­μος (Il clan­de­stino), μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα, ὅ­που πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ πτώ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς δρά­σης τῶν παρ­τι­ζά­νων. Τρί­τος πό­λος ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν Τομ­πί­νο ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἡ παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α. Εἰ­δι­κό­τε­ρα ἡ τε­λευ­ταί­α στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του Βι­α­ρέ­τζο θὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὸ Στὴν πα­ρα­λί­α καὶ πέ­ρα ­πὸ τὴν ­πο­βά­θρα (Sul­la spiag­gia e di la dal mo­lo) ἐ­νῶ στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο» («Quel­li di Via­reg­gio») πρω­τα­γω­νι­στὴς εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ναυ­τι­κὴ κοι­νω­νί­α τοῦ Βι­α­ρέ­τζο ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται ὡς ἕ­να σύ­νο­λο ὁ­ρι­σμέ­νο καὶ κα­θο­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν τό­πο στὸν ὁ­ποῖ­ο δρᾶ καὶ ἀν­τι­δρᾶ. Σὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα ὁ Τομ­πί­νο πε­ρι­γρά­φει μὲ λυ­ρι­κὸ νε­ο­ρε­α­λι­σμὸ τὶς ἀ­γω­νί­ες τῶν ναυ­τι­κῶν της γε­νέ­θλιας πό­λης του κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀ­δυ­να­μί­ας μπρο­στὰ στὴ δύ­να­μη τῆς φύ­σης. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα ὁ Τομ­πί­νο θὰ κερ­δί­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὸ βρα­βεῖ­ο Βι­α­ρέ­τζο, τὸ βρα­βεῖ­ο Καμ­πι­έλ­λο καὶ μί­α μέ­ρα πρὶν τὸ θά­να­τό του θὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο στὸ Ἀγ­κρι­τζέν­το. Ὁ τά­φος του βρί­σκε­ται στὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­νῶ ἡ ἀ­να­θη­μα­τι­κὴ πλά­κα ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Δῆ­μος τῆς Λού­κα κλεί­νει μὲ τὸ ὅ­ρα­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὅ­πως αὐ­τὸ ἐκ­φρά­ζε­ται στὸ ἔρ­γο τοῦ Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no): «Μέ­σα σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ψυ­χι­α­τρεί­ου με­λε­τῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς ἀ­γα­πῶ. Ἐ­δῶ πε­ρι­μέ­νω: δό­ξα καὶ θά­να­το. […] Καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου εἶ­ναι νὰ κά­νω κά­θε κόκ­κο αὐ­τῆς τῆς γῆς ἕ­να τό­πο ἤ­ρε­μης, τα­κτο­ποι­η­μέ­νης, παγ­κό­σμιας συ­νο­μι­λί­ας.» (ἀ­πὸ τὸ Franco Bellato, «La vita di Mario Tobino»,

http://www.fondazionemariotobino.it/content.php?p=4 )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).

[1] il patino a salvare στὰ ἰταλικά. «Ἁπλὸ σκάφος ἀναψυχῆς ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο πλωτῆρες ποὺ συγκρατοῦνται μεταξύ τους μὲ ἐγκάρσιες ράβδους πάνω στὶς ὁποῖες στερεώνονται τὰ καθίσματα.»

Διαφημίσεις

Κατερίνα Μαυρογεώργη: Ἡ λεοπάρδαλη



Κατερίνα Μαυρογεώργη


Ἡ λεοπάρδαλη


ΤΑ ΧΕΡΙΑ τῆς Σο­φί­ας πλέ­κουν κο­τσί­δα τὰ μαλ­λιὰ τῆς Ἄν­νας. Ἡ Ἄν­να εἶ­ναι ἡ κό­ρη, ἡ μα­μὰ εἶ­ναι ἡ Σο­φί­α. Εἶ­ναι πρω­ΐ, ἡ Σο­φί­α ἑ­τοι­μά­ζει τὴν Ἄν­να γιὰ τὸ σχο­λεῖο.


«Κά­τσε λί­γο ἥ­συ­χη. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις λί­γο ἥ­συ­χη;», λέ­ει ἡ Σο­φί­α. Πλέ­κει πο­λὺ σφι­χτὴ τὴν κο­τσί­δα. Ἡ Ἄν­να πο­νά­ει καὶ ἀ­φή­νει σι­γα­νοὺς ἤ­χους δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας. Δὲν εἶ­ναι κα­λὴ μέ­ρα. Χτὲς τὸ βρά­δυ στὸ μέ­τρη­μα, πά­λι ἔ­λει­πε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια της.

       Ἕ­να μουγ­κρη­τὸ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο. Ἡ Σο­φί­α καὶ ἡ Ἄν­να στρέ­φουν πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Μιὰ βα­θιὰ ρυ­τί­δα θυ­μοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ μέ­τω­πο τῆς Σο­φί­ας, πα­ρα­τά­ει τὴν κο­τσί­δα στὴ μέ­ση καὶ βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο, τι­νά­ζον­τας μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα πί­σω της. Ἡ Ἄν­να μέ­νει στὴ θέ­ση της σὰν ἄ­γαλ­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ξα­ναρ­χί­ζουν τὰ μουγ­κρη­τὰ στὸν κῆ­πο.


 Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κο­τσί­δας πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ Ἄν­να με­γά­λω­σε, παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­κα­νε παι­διά. Κι ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκυ­ψε νὰ φι­λή­σει τὴν μι­κρή της κό­ρη της γιὰ κα­λη­νύ­χτα, ξαφ­νι­κὰ τῆς ψι­θύ­ρι­σε:

       — Ἄν σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι πα­λιὰ ζοῦ­σε μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη στὸν κῆ­πο μας; Στὸ σπί­τι ποὺ με­γά­λω­σα;…

       Τὸ κο­ρι­τσά­κι, ἕν­τε­κα χρο­νῶν, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­μέ­σως μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη:

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       Κι ἔ­τσι ἡ Ἄν­να ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ὁ μπαμ­πάς της εἶ­χε πε­θά­νει ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ὀ­χτὼ χρο­νῶν. Πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἔμ­φραγ­μα στὴν δου­λειά του, ἦ­ταν φύ­λα­κας στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τρύ­πω­σε στὸν κῆ­πο τους μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       Ἡ Σο­φί­α συ­νέ­χι­ζε:

       — Ἄν σου ἔ­λε­γα, ὅ­τι τὰ πάν­τα ἑ­ξαρ­τῶν­ταν ἀ­πὸ τὶς δι­α­θέ­σεις της;…

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       — Εἶ­ναι τε­λεί­ως τυ­χαῖ­ο τὸ ὅ­τι ζῶ. Ἔ­τυ­χε νὰ μὴν εἶ­μαι μπρο­στὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε.

       — Πῶς μπῆ­κε στὸν κῆ­πο;

       — Μπῆ­κε μι­κρή, τὴν πε­ρά­σα­με γιὰ γά­τα μᾶλ­λον. Κρυ­βό­ταν. Ὅ­ταν ἔ­φα­γε κά­τι που­λιὰ τὴν εἶ­δα ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρά. Εἶ­χε ἤ­δη με­γα­λώ­σει πο­λύ.

       — Τὴν φο­βό­σουν;

       — Τὴν ἔ­τρε­μα. Πή­γαι­να κον­τά της ὅ­ταν κοι­μό­ταν μό­νο.

       — Καί;

       — Τὴν κοι­τοῦ­σα.

       — Καί;

       — Δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ πιὸ ὄ­μορ­φο πλά­σμα. Ἡ γού­να της λαμ­πύ­ρι­ζε. Κά­θε τρί­χα της ἔ­μοια­ζε μὲ λε­πτε­πί­λε­πτη βε­λό­να.

       — Μπο­ρεῖ νὰ σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε.

       — Τρε­φό­ταν μὲ μᾶς. Ὅ­ποι­ον ἔ­βρι­σκε πρό­χει­ρο.

       — Ἐ­σὺ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες;

       — Τὴν λά­τρευ­α.

       — Τὴν ἄγ­γι­ξες πο­τέ;

       — Θὰ μὲ ἔ­τρω­γε. Ἔ­φα­γε πολ­λοὺς ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια μου.

       — Ἀ­λή­θεια;

       — Ἀ­λή­θεια. Τὸ βρά­δυ πρὶν κοι­μη­θοῦ­με ἡ μη­τέ­ρα μου μᾶς ἔ­στη­νε στὴν σει­ρὰ καὶ μᾶς με­τροῦ­σε. Φο­ρού­σα­με τὰ νυ­χτι­κά μας καὶ μοι­ά­ζα­με ἤ­δη μὲ φαν­τά­σμα­τα. Πολ­λὲς φο­ρές, ἔ­λει­πε κά­ποι­ος. Γυρ­νού­σα­με στὰ κρε­βά­τια μας τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ ἐ­γώ…

       — Πῶς τὴν γλί­τω­σες; Πῶς σώ­θη­κες; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρι­τσά­κι.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­χνὰ καὶ ἀ­πάν­τη­σε σχε­δὸν κε­φά­τα:

       — Τυ­χαῖα! Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να ὅ­πως τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ἁ­πλὰ ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε! Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά…

       — Τὴν εἶ­χες βα­φτί­σει;

       — Δὲν θὰ σοῦ πῶ.

       — Πῶς τὴν ἔ­λε­γαν; Πές μου…

       — Ντρέ­πο­μαι νὰ σοῦ πῶ.

       — Ἔ­λα μα­μά… πές μου.

       — Χίθ­κλιφ τὴν ἔ­βγα­λα. Εἶ­χα ἀ­κού­σει κά­που το ὄ­νο­μα καὶ μοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν εἶ­ναι ἀ­γο­ρί­στι­κο ἢ κο­ρι­τσί­στι­κο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να…

       Ἡ Ἄν­να σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα στὸ τα­βά­νι κι ἐ­πα­νέ­λα­βε χα­μο­γε­λών­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να:

       — …Ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε. Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά… Φρόν­τι­ζα νὰ λεί­πω συ­νέ­χεια.

       — Τί ἀ­πέ­γι­νε;

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ναί.

       — Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα.

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ἡ μη­τέ­ρα μου ἡ Σο­φί­α. Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τῆς ἐ­πι­τέ­θη­κε ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       — Πές..

       — Μιὰ μέ­ρα, ἐ­γὼ ἔ­λει­πα πά­λι. Μοῦ εἶ­παν τὰ ἀ­δέρ­φια μου ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­ώ­ξει τὴν λε­ο­πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μας. Εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ με­τρά­ει κά­θε βρά­δυ τὰ παι­διά της. Πῆ­γε λοι­πὸν στὴν κρυ­ψώ­να τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης, κά­θι­σε καὶ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ βγεῖ.

       — Καὶ ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Τὸ κα­τά­λα­βε. Ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν κρυ­ψώ­να της τὸ ἔ­νι­ω­σε. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ χρό­νος της τε­λεί­ω­νε καὶ ὅ­τι τὴν ἔ­δι­ω­χναν. Θύ­μω­σε. Καὶ ὅρ­μη­ξε στὴν μη­τέ­ρα μου.

       — Καί;…

       — Ἡ μπλὲ βε­λού­δι­νη ρόμ­πα τῆς μη­τέ­ρας μου σώ­θη­κε. Τὴν βρή­κα­με στὰ χώ­μα­τα, γε­μά­τη ξε­ρα­μέ­να αἵ­μα­τα. Εἶ­χε πολ­λὰ σκι­σί­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ πο­λὺ κα­λὴ μο­δί­στρα.

       — Ἡ μη­τέ­ρα σου; Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Αὐ­τὲς πά­λε­ψαν μέ­χρι θα­νά­του. Πά­λευ­αν γιὰ μέ­ρες, τὶς ἀ­κού­γα­με. Μουγ­κρη­τὰ καὶ βογ­κη­τά. Ἐ­μεῖς πη­γαί­να­με κα­νο­νι­κὰ σχο­λεῖ­ο, ἀγ­γλι­κά, φρον­τι­στή­ριο, κι αὐ­τὲς ἐ­κεῖ μέ­σα στὶς φυλ­λω­σι­ές, πά­λευ­αν ποι­ά θὰ νι­κή­σει.

       — Καὶ τε­λι­κά, ποι­ά νί­κη­σε;

       — Δύ­σκο­λο νὰ πῶ. Ἡ μη­τέ­ρα μου πά­λευ­ε γιὰ ἐ­μᾶς. Γιὰ νὰ πά­ψει τὸ μέ­τρη­μα τὰ βρά­δια. Γιὰ νὰ μὴν φο­βό­μα­στε. Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη πά­λε­ψε γεν­ναῖα. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη τὰ δι­κά της ἰ­δα­νι­κά. Πι­στεύ­ω πὼς καὶ οἱ δυ­ό τους ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λὺ τὸν πα­τέ­ρα μου. Πι­στεύ­ω πὼς τοὺς ἔ­λει­πε.

       Ἡ Ἄν­να κοί­τα­ξε τὴν κό­ρη της, ἄ­θε­λά της τὴν εἶ­χε ξυ­πνή­σει. Τὸ κο­ρί­τσι τὴν κοί­τα­ζε μὲ μά­τια δι­ά­πλα­τα, κι εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἄν­να συ­νέ­χι­σε.

       — Ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πρω­ΐ, ἀ­κού­στη­κε ἡ­συ­χί­α στὸν κῆ­πο. Κα­τα­λά­βα­με ὅ­τι ἡ μά­χη ἔ­λη­ξε, ξε­χυ­θή­κα­με στὸν κῆ­πο ὅ­σα παι­διὰ εἴ­χα­με ἀ­πο­μεί­νει νὰ δοῦ­με ἂν νί­κη­σε ἡ μη­τέ­ρα μας. Ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ οἱ δυ­ό τους. Μό­νο τὴν μπλὲ ρόμ­πα εἴ­δα­με στὰ χώ­μα­τα.

       — Μή­πως ἦ­ταν ἰ­σο­πα­λί­α; Μή­πως καὶ οἱ δύ­ο ἔ­πε­σαν στὴν μά­χη;

       — Ὄ­χι ὄ­χι, εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅ­τι μό­νο μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­πι­κρά­τη­σε.

       — Ποι­ά νί­κη­σε λοι­πόν;

       — Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ πῶ.

       Κα­νεὶς δὲν πλη­σιά­ζει πιὰ στὸ ση­μεῖ­ο τῆς μά­χης νὰ δεῖ τί ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πὸ τὶς δυ­ό τους. Τὸ πα­λιό μας σπί­τι ἐ­ρή­μω­σε.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ἀ­χνά. Χά­ι­δε­ψε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης της.

       — Ξέ­ρεις.. Ἐ­μεῖς τώ­ρα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό, ἂς συ­νε­χί­σου­με νὰ με­τρι­ό­μα­στε τὰ βρά­δια.



Ἡ Κα­τε­ρί­να Μαυ­ρο­γε­ώρ­γη γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ «Ἀρχή» τῆς Νέλ­λης Καρ­ρᾶ καὶ τὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας Μέ­σων & Πο­λι­τι­σμοῦ. Ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὴν ὁ­μά­δα Pa­tari Pro­ject στὶς πα­ρα­στά­σεις Πιά­νω Πα­πού­τσι Πά­νω στὸ Πιά­νο καὶ Χι­ο­νά­νοι, σὲ σκη­νο­θε­σί­α Σο­φί­ας Πά­σχου, μὲ τοὺς Blitz Theater Group στὶς πα­ρα­στά­σεις Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς Παγ­κό­σμιας Μο­να­ξιᾶς στὸ φε­στι­βὰλ Ἀ­θη­νῶν κ.ἄ. Γράφει θεατρικὰ ἔργα, σενάρια καὶ σκηνοθετεῖ.


Γιάννης Πατσώνης: Χειμωνιάτικος ἥλιος


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος


ΤΑΝ Η ΩΡΑ λί­γο προ­τοῦ κλεί­σουν τὰ μα­γα­ζιά. Με­ρι­κοὶ εἴ­χα­νε κι­ό­λας κα­τε­βά­σει τὰ κε­πέγ­κια. Βι­α­στι­κὰ ψώ­νι­ζαν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι πε­λά­τες κι οἱ ἔμ­πο­ροι βι­α­στι­κὰ ζυ­γί­σα­νε, μὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν ὁ­μι­λί­ες. Μιὰ γριὰ ποὺ που­λοῦ­σε στὴ γω­νί­α μα­τσά­κια ἄ­νι­θο, με­τὰ βί­ας ἀ­νά­σαι­νε. Ὁ πά­γος εἶ­χε λι­ώ­σει πά­νω στοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ψά­ρια καὶ τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ πλα­γι­α­σμέ­να μάρ­μα­ρα.

        Στὸ κα­φε­κο­πτή­ριο γύ­ρι­ζε ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ἄ­λε­θε κα­φέ. Στὰ κρε­ο­πω­λεῖ­α χα­σά­πη­δες μὲ μα­τω­μέ­νες τὶς ἄ­σπρες τους πο­δι­ὲς ξε­κρε­μοῦ­σαν τὰ κρέ­α­τα. Πά­νω σὲ κού­τσου­ρο ἕ­νας κα­θά­ρι­ζε ἐν­τό­σθια καὶ τά ‘­ρι­χνε στὶς γά­τες. Μα­νά­βη­δες γε­μί­ζα­νε μὲ ψα­λι­δό­χορ­τα τὰ τε­λά­ρα. Ἀ­πὸ τὸ σι­νε­μὰ πού ‘­χε προ­βο­λὲς πρω­ι­νές, βγῆ­κε ὁ μη­χα­νι­κὸς νὰ ξε­μου­διά­σει. Τὰ κα­ρού­λια τῆς ται­νί­ας γυ­ρί­ζα­νε ἀ­πὸ μό­να τους. Πιὸ πο­λὺ ἀ­κου­γό­ταν ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς πα­ρὰ τὰ λό­για τῆς ται­νί­ας – τί λό­για δη­λα­δή, πι­στο­λι­ὲς καὶ τρε­ξί­μα­τα. Ἕ­νας πω­λη­τὴς εἶ­χε ἁ­πλώ­σει πά­νω σ’ ἕ­να λυ­ό­με­νο κρε­βά­τι κο­σμή­μα­τα.

        — Ἔ­λα τι­μὲς λα­ϊ­κές, ἔ­λε­γε. Κο­χύ­λια μι­κρά, κο­χύ­λια με­γά­λα καὶ πο­λύ­χρω­μα.

        Ἕ­νας γέ­ρος ἔ­σπρω­χνε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι. Μά­ζευ­ε ἐ­φη­με­ρί­δες, χαρ­τιά. Τρι­σή­μι­ση δραχ­μὲς τὸ κι­λὸ τὰ που­λά­ω, μ’ εἶ­πε. Ἅ­μα δὲν μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν, τὰ καί­ω στὴ σόμ­πα μου. Βγά­ζου­νε κά­πνα, μὰ τρα­βᾶ­νε τὴν ὑ­γρα­σί­α.

        Ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἀν­θο­πω­λεῖ­α ἦ­ταν πολ­λοὶ μα­ζε­μέ­νοι. Μί­α γυ­ναί­κα φώ­να­ζε. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει ἕ­να στε­φά­νι γιὰ κη­δεί­α μὰ τὰ λου­λού­δια ποὺ ἔ­βα­λε ὁ ἀν­θο­πώ­λης ἦ­ταν παρ­μέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες κη­δεῖ­ες. Φώ­να­ζε πὼς ἦ­ταν μα­ρα­μέ­να, ἔ­δει­χνε κλω­τσών­τας μὲ τὸ πό­δι της τὶς μὼβ ται­νί­ες. Τί νὰ τὰ κά­νω τὰ χρυ­σα­φέ­νια γράμ­μα­τα, ἔ­λε­γε, μὲ τέ­τοι­α σκου­πί­δια; Ὁ κύ­κλος γύ­ρω της στέ­νευ­ε. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν χά­νε­ται, φώ­να­ζε. Ὅ­λα γί­νον­ται ξα­νὰ στε­φά­νια. Στε­φά­νια γιὰ τὰ σό­για σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Σὰ νά ‘­λε­γε κά­ποι­ο ἐ­πί­μο­νο παι­δι­κὸ τρα­γού­δι. Αὐ­τό ‘­ναι γιὰ τὰ μοῦ­τρα σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Ὁ ἥ­λιος φα­νέ­ρω­νε στὸ πρό­σω­πό της κη­λί­δες, μου­τζοῦ­ρες ἤ­τα­νε; ἀ­πὸ κλά­μα­τα; Πάν­τως πρό­σε­ξα πὼς πά­νω στὰ μαῦ­ρα της ροῦ­χα εἶ­χε στα­γό­νες καὶ δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ σκο­νι­σμέ­να χέ­ρια.

        Προ­χώ­ρη­σα γιὰ νὰ φύ­γω. Πά­νω σ’ ἕ­να κα­ρό­τσι ποὺ κυ­λοῦ­σε μὲ ρό­δες, γυ­ρί­ζα­νε κα­σέ­τες. Ἕ­να τρα­γού­δι ἔ­φτα­νε. Ἴ­σως ν’ ἀλ­λά­ξεις κά­πο­τε μὰ ἐ­μέ­να πιὰ μὲ χά­νεις.

        Πῆ­ρα τὸ ἀ­στι­κό. Ἀ­πὸ τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο ἀ­νέ­βη­καν δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες. Κά­τι λέ­γα­νε γιὰ τὸν σκο­πὸ στὴν πύ­λη ποὺ δὲν χαι­ρέ­τη­σε κι ἔ­φα­γε φυ­λα­κὴ ἢ ποὺ χαι­ρέ­τη­σε ἀλ­λὰ δὲν φώ­να­ξε δυ­να­τά, κά­τι τέ­τοι­ο. Κα­θή­σα­νε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν εἰ­σπρά­χτο­ρα. Σὲ λί­γο πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση γιὰ τὰ ἀ­θλη­τι­κά. Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἔ­βγα­λε μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ χτυ­πών­τας την, ἐ­δῶ ρέ, φώ­να­ζε, ἐ­δῶ θὰ γί­νει ὁ τά­φος σας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λοῦ­σαν, ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας εἶ­χε σω­πά­σει μὰ ξαφ­νι­κὰ φώ­να­ξε, ἕ­να βῆ­μα, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ὄρ­θιος στὸν δι­ά­δρο­μο γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει κι οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λά­σα­νε πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴν φο­ρά. Σι­γὰ-σι­γά, ἀ­δειά­σαν κι οἱ θέ­σεις. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τέ­βη­καν στὴν στά­ση Πα­λαι­ὰ Δι­κα­στή­ρια. Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε πα­λιὰ οὔ­τε και­νούρ­για κτί­ρια. Μιὰ πλα­τεί­α σκαμ­μέ­νη μό­νο, φραγ­μέ­νη μὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ πα­νιὰ ἀ­πὸ τσου­βά­λια. Σκά­βον­τας γιὰ θε­μέ­λια εἴ­χα­νε βρεῖ νε­ρὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν κλεί­σα­νε. Ὅ­πως μὲ τοὺς ἀρ­ρώ­στους π’ ἀ­νοί­γον­τας τὴν κοι­λιὰ τους βρί­σκουν με­τα­στά­σεις. Τοὺς κλεί­νουν καὶ τοὺς στέλ­νουν σπί­τι γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Κά­πο­τε θὰ χτι­στεῖ ἡ πλα­τεί­α κι αὐ­τοὶ θὰ ‘­χουν πε­θά­νει.

        Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἅ­πλω­σε μπρο­στά του μιὰ πε­τσέ­τα κι ἔ­τρω­γε ψω­μὶ μὲ στα­φί­δες. Πό­σες στά­σεις ἔ­χει μέ­χρι τὸ τέρ­μα; τὸν ρώ­τη­σα. Πά­τη­σε ἕ­να κουμ­πί, ἄ­νοι­ξε ἡ πί­σω πόρ­τα καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­νῶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­κό­μη ἔ­τρε­χε. Τὸν εἶ­δα νὰ τρε­κλί­ζει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κα­νε ἕ­να κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ τρι­γω­νι­κὴ νη­σί­δα καὶ φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα.

        — Τέρ­μα κύ­ριος, μοῦ εἶ­πε κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη.

        Κα­τέ­βη­κα. Ἦ­ταν τὸ τέρ­μα;

        Ὁ ἥ­λιος σὲ τύ­φλω­νε. Τὸ κρύ­ο τρυ­ποῦ­σε τὰ κόκ­κα­λα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982).

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­­βος, Ἀ­θή­να, 1982), Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984), Σκεῦος μετανοίας (ἐκδ. ἐν Πλῷ, Ἀ­θή­να, 2017) καὶ Ἀνεμοδεῖκτες στὴν Ἑπτάλοφο (ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀ­θή­να, 2019).


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ἡ ἀπογείωση



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


­πο­γεί­ω­ση


ΞΑΙΤΙΑΣ τῆς ἀ­περ­γί­ας τῶν ἐ­λεγ­κτῶν ἐ­να­έ­ριας κυ­κλο­φο­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μά­λι­στα ἔ­φτα­σαν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ κα­τα­λά­βουν τὸν μο­να­δι­κὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­πο­γεί­ω­σης-προ­σγεί­ω­σης τοῦ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου, ζη­τή­θη­κε, εὐ­γε­νι­κά, ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βά­τες τῆς πτή­σης MCL 33 νὰ τραβήξουν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο πρὸς τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς πό­λης μέ­χρι νὰ βροῦν ἕ­να χερ­σο­χώ­ρα­φο ἀ­πὸ ὅ­που θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­γει­ω­θοῦν. Οἱ ἐ­πι­βά­τες, καρ­τε­ρι­κά, τράβηξαν τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς φαρ­δεῖς δρό­μους, τὶς με­γά­λες λε­ω­φό­ρους καὶ τὰ πε­ρι­α­στι­κὰ δά­ση τῆς πό­λης, μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­πέ­ραν­του κάμ­που ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται πρὸς νό­τια.

       Τό­τε μό­νο ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι στὸ δρό­μο εἶ­χαν χα­θεῖ τὰ δύ­ο φτε­ρὰ τοῦ σκά­φους. Ἔν­τρο­μοι, ἀ­πευ­θύν­θη­καν στὸν πι­λό­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος, μει­λί­χια, τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε καὶ τοὺς δι­α­βε­βαί­ω­σε πώς, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ους «φαν­τα­στι­κοὺς» ἐ­πι­βά­τες, ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­πο­γει­ώ­σει τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο δί­χως τὰ ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­να φτε­ρά, τὴ συ­νει­σφο­ρὰ τῶν ὁ­ποί­ων στὴν ἐν λό­γῳ «ἀ­ε­ρο­ναυ­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α» χα­ρα­κτή­ρι­σε ὡς κα­θα­ρὰ «ἀ­νεκ­δο­το­λο­γι­κή».


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς: Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε



Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς


Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε


ΠΑΝΟΥΚΛΑ τρώ­ει τὸν φτω­χό, βρί­σκει καὶ τὸν πλού­σιο. Ἄν σοῦ τύ­χει ἡ Μαύ­ρη, δι­ά­κρι­ση δὲν κά­νει. Βγαί­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴ φά­κα τοῦ σπι­τιοῦ τους, τουμ­πα­νιά­ζουν στὶς ἄ­κρες καὶ στὶς μέ­σες των δρό­μων, ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος σπρώ­χνει μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ στυ­λιά­ρι ψό­ψια γα­τιὰ καὶ σκύ­λους, μω­ρὰ νε­κρὰ τῆς κού­νιας γιὰ νὰ ἀ­δειά­σουν τὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ να­οῦ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των, νὰ κα­θα­ρί­σει ὁ τό­πος, νὰ μπο­ροῦν κου­τσὰ-στρα­βὰ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ ἄρ­ρω­στοι πρὸς προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, ὄ­χι πρὸς για­τρειὰ τοῦ σώ­μα­τος, ἀλ­λὰ πρὸς σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς, ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν φο­βᾶ­ται ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος μή­πως κο­λ­λή­σει τὸ θα­να­τι­κό, ἕ­τοι­μος πάν­τα εἶ­ναι πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση γιὰ τὸν Πα­ρά­δει­σο, ἡ πύ­λη εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή του. Ἀ­φή­νει τὸν καν­τη­λα­νά­φτη, κου­τσό, τυ­φλὸ καὶ γέ­ρον­τα νὰ ἔ­χει τὸ νοῦ του στὴν εὐ­δο­κί­μη­ση τοῦ παγ­κα­ριοῦ καί, μὲ μιὰ πε­τσέ­τα βου­τηγ­μέ­νη στὸν ἁ­για­σμὸ νὰ κα­λύ­πτει τὸ πρό­σω­πό του, μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ στρί­βει στὴ γω­νί­α, στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τοῦ πι­τό­ρου Πλα­κω­τοῦ καὶ φω­νά­ζει: «Γε­ρά­σι­με, σὲ θέ­λω.»

       «Γε­ρά­σι­με», τοῦ λέ­ει, «τὸ σπί­τι σου ἐρ­γα­στή­ριο ὅ­που ζω­γρα­φί­ζεις τὸν οὐ­ρα­νό, τὴ θά­λασ­σα, τὰ μά­τια τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Τρο­παι­φό­ρων, τῶν Ὁ­σί­ων καὶ τῶν Μα­κα­ρι­σμέ­νων. Τὰ παι­διά σου ἑ­τοι­μο­θά­να­τα, θὰ προ­λά­βεις νὰ τὰ θά­ψεις, ὥ­σπου νὰ ἔρ­θει ἡ πα­νού­κλα νὰ σὲ πιά­σει. Σκέ­φτε­σαι, ὥ­σπου νὰ σὲ χτυ­πή­σει τὸ κα­κό, για­τί μπῆ­κε στὸ σπί­τι σου καὶ σκο­τώ­νει τὰ παι­διά σου; Τό­σα μά­τια ζω­γρα­φι­σμέ­να, τό­σα γέ­νεια μα­ζε­μέ­να, τό­σα πρό­σω­πα ἱ­ε­ρά, τό­σες ζω­γρα­φι­ὲς ποὺ δὲν ἔ­φε­ρες στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ εὐ­λο­γη­θοῦν, νὰ γί­νουν προ­στά­τες τοῦ λα­οῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου, ζη­τοῦ­σες πλη­ρω­μὴ γιὰ νὰ ἔ­χεις νὰ φᾶς, νὰ ἀ­γο­ρά­ζεις χρώ­μα­τα, νὰ πά­ρεις ἕ­ναν ντε­νε­κὲ νὰ ἀ­να­κα­τεύ­εις τὸ κά­του­ρό σου μὲ τὶς μπο­γι­ὲς νὰ βγαί­νει χρῶ­μα ἀ­στρα­φτε­ρό, Γε­ρά­σι­με ἁ­μάρ­τη­σες, ἔ­χεις πά­ρει τὸν κό­σμο στὸ λαι­μό σου, ποὺ πη­γαί­νει ἀ­λει­τούρ­γη­τος, ἀ­σα­βά­νω­τος, ἄ­κλαυ­τος. Νὰ κά­ψου­με λοι­πὸν αὐ­τὰ τὰ ὄρ­για, γο­νά­τι­σε, προ­σκύ­νη­σε, δῶ­σε τὴν ἔγ­κρι­σή σου».

       «Νὰ κα­ῶ ἐ­γώ», εἶ­πε ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τός, ὁ γνω­στὸς πι­τό­ρος. «Νὰ κα­ῶ ποὺ δὲν ζή­τη­σα τὴν ἄ­δεια τῆς Ἁ­γι­ο­σύ­νης νὰ τὴν ζω­γρα­φί­σω, νὰ κα­ῶ γιὰ νὰ μὴν τὸ ξα­να­κά­νω. Νὰ κα­ῶ μὲ τὴν εὐ­χή σου, Ἅ­γι­ε Πα­τέ­ρα, γιὰ νὰ ζή­σουν τὰ παι­διά μου μὲ συμ­βό­λαι­ο πὼς δὲν θὰ πιά­σουν πο­τὲ πι­νέ­λο καὶ χρώ­μα­τα νὰ ζω­γρα­φί­σουν τοῦ Ὕ­ψι­στου τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς ἐ­πὶ τῆς Γῆς». «Τὰ λό­για σὲ ἔ­χουν κά­ψει κι­ό­λας», ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος, «δὲν ἔ­χω τό­σα ξύ­λα ποὺ θὰ κά­ψουν ἄν­θρω­πο, φτά­νουν τὰ λί­γα ποὺ βρί­σκον­ται γιὰ νὰ κα­οῦν οἱ ζω­γρα­φι­ές. Νὰ κα­οῦν στὸν Με­γά­λο Δρό­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ναὸ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των γιὰ νὰ μὴν φτά­σει ὣς ἐ­κεῖ ἡ μο­λυ­σμέ­νη στά­χτη».

       Μα­ζεύ­τη­καν κου­τσοί, στρα­βοί, πολ­λοὶ βα­σα­νι­σμέ­νοι, κό­σμος, λα­ός, σα­ρά­βα­λα καὶ ἄρ­χον­τες σπου­δαῖ­οι, δή­μιος βαρ­βά­τος ἔ­ρι­ξε στου­πιὰ νὰ βγοῦν οἱ φλό­γες, τρεῖς μέ­ρες ρί­χναν στὴ φω­τιά, τρεῖς μέ­ρες δὲν και­γόν­ταν, τρεῖς μέ­ρες ἐ­βα­ρέ­θη­καν καὶ φῦ­γαν χορ­τα­σμέ­νοι, «ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν καί­γε­ται», εἶ­παν οἱ μορ­φω­μέ­νοι, «νὰ πέ­σει μέ­σα στὴ φω­τιὰ ὁ ἴ­διος ὁ πι­τό­ρος, τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ Δι­ά­ο­λος στὴν Κό­λα­ση νὰ πᾶ­νε».

       Δὲν ξέ­ρω τί ἀ­πό­γι­νε, δὲν γρά­φουν τὰ βι­βλί­α, ξέ­ρω πὼς ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τὸς ἔ­θα­ψε τὰ παι­διά του καὶ πῆ­ρε δρό­μο καὶ στρα­τί, στρα­τὶ καὶ μο­νο­πά­τι, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἐ­παίρ­να­γε λά­κι­ζε ἡ πα­νού­κλα, κα­θὼς μὲ ἕ­να πι­νέ­λο στὸ χέ­ρι ζω­γρά­φι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα. Ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­έ­ρα ἔ­χω στὸ δι­κό μου σπί­τι. Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε, τ’ ὄ­νο­μά σου.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Βαρ­βά­κει­ος Σχο­λὴ (1958). Licence des Lettres στὴ Σορ­βόν­νη (1968). Με­τα­πτυ­χια­κὰ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μον­πελ­λι­έ (1995-1997). Ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος (1961-1985). Σύμ­βου­λος ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (1985-). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1962 καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τὸ δο­κι­μια­κὸ ἔρ­γο του ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ σύγ­χρο­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­πως ἡ πο­λι­τι­κὴ τοῦ τρό­μου στὸν 20ὸ αἰ­ώ­να (Ὁ Φε­βρουά­ριος αἰ­ών), ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση ὣς τὶς μέ­ρες μας (Πα­ρα­μύ­θι τῆς λο­γο­τε­χνί­ας), οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ κο­μί­ζει ἡ τε­χνο­λο­γί­α στὴν ἀν­τί­λη­ψη τῆς προ­σω­πι­κῆς καὶ συλ­λο­γι­κῆς μνή­μης (Μνή­μη καὶ μνή­μη), ἡ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ἐ­ρω­τή­μα­τος τί; ὡς ὑ­πο­χρέ­ω­σης τοῦ σκέ­πτε­σθαι (Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἐ­κτὸς πλαι­σί­ου (Ἐκ­κρε­μές, 2018).

Εἰκόνα: Μωϋσῆς, ἔργο (1727-1728) τοῦ Ἱερώνυμου ἢ Γεράσιμου Πλακωτοῦ (περ. 1670-1728).



		

	

Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης: Βραδιάζει



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης


Βρα­διά­ζει


Κα­θέ­νας εἶ­ναι μό­νος στὴν καρ­διὰ τῆς γῆς
δι­α­πε­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου
κι ἔ­χει κι­ό­λας βρα­διά­σει.
S. Quasimodo

ΑΝΘΡΩΠΟΣ προ­χω­ρᾶ στὴν πα­ρα­λί­α, κά­θε τό­σο ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ δρό­μο, με­τὰ ξα­νὰ τὸ βλέμ­μα γυ­ρί­ζει στὴ θά­λασ­σα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἀ­κί­νη­τη, καὶ ἔ­τσι ὅ­πως τὸν τυ­λί­γει τὸ φῶς τῆς μέ­ρας ποὺ φεύ­γει, στὸ μυα­λό του ἔρ­χον­ται μι­σὲς κου­βέν­τες, εἰ­κό­νες τρυ­φε­ρές, ἐ­ρω­τι­κές, ἕ­νας ὦ­μος, μιὰ μέ­ση, ἕ­να στῆ­θος, ἕ­νας γλου­τός, γυ­ναι­κεῖ­α βλέμ­μα­τα ποὺ τρα­βά­ει ὅ­πως βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ἕ­να ἐ­νε­νήν­τα κα­λο­φτι­αγ­μέ­νος, ἡ ἀμ­μου­διὰ ποὺ βου­ΐ­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­σχέ­σεις. Πέ­ρα­σε τὸ Κα­λο­καί­ρι ἄ­δεια­σαν οἱ ἀμ­μου­δι­ές, χά­θη­καν εὐ­και­ρί­ες κι ἐ­κεῖ­νος νοι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ νὰ τὸν πο­θή­σουν.

       Ἡ μα­τιὰ του πιά­νει μιὰ λυ­γε­ρὴ σι­λου­έ­τα ποὺ πλη­σιά­ζει, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α του. Ἡ γυ­ναί­κα στα­μα­τά­ει, χαι­ρε­τά­ει, ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι στὸ μπρά­τσο του, ἡ εὐ­και­ρί­α του, τὴν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πα­λιά, ἴ­σως νὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα με­τα­ξύ τους, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, ὅ­σο πιὸ ἐ­πί­ση­μα γί­νε­ται, «θέ­λω νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ». Ἡ γυ­ναί­κα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι μι­λά­ει σο­βα­ρά, τοῦ λέ­ει, «δί­πλα εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου, ἔ­χεις παι­διὰ κι ἐγ­γό­νια καὶ τέ­λος πάν­των τί τοὺς θέ­λεις τοὺς γά­μους, πα­τη­μέ­να τὰ ὀ­γδόν­τα».

       Ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, περ­νά­ει δι­α­δρό­μους, σκά­λες, ὑ­πό­γεια, ψά­χνει κομ­μά­τια ζω­ῆς ποὺ τοῦ δι­α­φεύ­γουν, ἡ μα­τιά του ξα­να­γυρ­νά­ει στὴν θά­λασ­σα, βάρ­κες πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, γλι­στροῦν ἥ­συ­χα πά­νω στὸ νε­ρὸ κι ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἐ­πι­μέ­νει, δὲν ἔ­χει με­τα­κι­νη­θεῖ βῆ­μα, ἂς εἶ­ναι γιὰ λί­γο ὅ­σο κρα­τά­ει ἡ μπου­νά­τσα.



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­κα­ρί­α. Εἶ­ναι ψυ­χί­α­τρος καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο