Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου: Ὁ «Ἀ­να­νάς»



Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου


Ὁ «Ἀ­να­νάς»


ΑΠΟΔΕΙΞΗ πὼς ἡ κω­μι­κο­τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀ­να­νί­α Ἀ­να­νιά­δη ὑ­πῆρ­ξεν ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο ἀ­πί­στευ­τη κι ἂν φαν­τά­ζει, βρί­σκε­ται στὰ χέ­ρια μου. Εἶ­ναι, τί ἄλ­λο, ἕ­να βι­βλί­ο! Ὅ­μως πρὶν τὸ ξε­φυλ­λί­σω γιὰ νὰ πει­στεῖ­τε, θὰ ἀ­φη­γη­θῶ ὅ­σα ἔ­μα­θα ἀ­κού­ον­τας πό­σο γε­λοῖ­ο ὑ­πῆρ­ξε στ ἀ­λή­θεια τὸ εὐ­γε­νές, ὑ­πο­τί­θε­ται, βι­βλι­ο­θη­ρι­κὸ πά­θος τοῦ Ἀ­να­νιά­δη. Θὰ δι­και­ο­λο­γή­σε­τε τό­τε τὰ σπαρ­τα­ρι­στὰ γέ­λια τῆς πλα­τεί­ας στὸ παλ­κο­σέ­νι­κο ποὺ εἶ­χε στή­σει ὁ ξυ­πα­σμέ­νος φρου­τέμ­πο­ρος, πα­ρι­στά­νον­τας τὸ φά­σμα τοῦ βι­βλι­ο­θη­κά­ριου Δη­μη­τρί­ου τοῦ Φα­λη­ρέ­ως, χω­ρὶς νὰ ἀ­κού­ει τὴν μπη­χτὴ ἀ­πὸ τὴν πλέμ­πα πὼς χα­ρά­μι­ζε ὁ ἀ­νί­δε­ος φορ­τί­α ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­νων ἀ­να­νά­δων – ὅ­σα ξε­φόρ­τω­νε στὴ λα­χα­να­γο­ρὰ τοῦ Βό­λου γιὰ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει ἀ­μέ­σως τὴν πα­χυ­λὴ εἴ­σπρα­ξη μὲ τί­τλους βα­ρύ­γδου­πων βι­βλί­ων. Ναί, ὁ ἀ­νό­η­τος, με­γα­λο­ει­σα­γω­γεὺς ἀ­να­νά­δων ἐξ Ἀ­φρι­κῆς, εἶ­χε τὴν πιὸ ἀ­πί­θα­νη λό­ξα. Ὅ­σα λε­φτά, —καὶ μι­λᾶ­με γιὰ μπά­ζα χον­τρή—, μά­ζευ­ε ἀ­πὸ τοὺς μο­σχο­που­λη­μέ­νους ἀ­να­νά­δες, τὰ ξό­δευ­ε μέ­χρι δε­κά­ρα ἐμ­πλου­τί­ζον­τας μιὰ βι­βλι­ο­θή­κη στη­μέ­νη ὄ­χι μὲ τὶς πλά­τες ἑ­νὸς Πτο­λε­μαί­ου Σω­τῆ­ρος στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, ἀλ­λὰ μὲ τὶς τσα­κι­σμέ­νες κλεῖ­δες του στὶς Ἁ­λυ­κὲς τοῦ Βό­λου. Δί­πλα σε δυ­ὸ κα­μα­ροῦ­λες, στὰ ρά­φια ἑ­νὸς πε­λώ­ριου ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιου εἶ­χε ἀ­ρα­διά­σει ἀ­θά­να­τες πραγ­μα­τεῖ­ες, τὰ ἄ­φθαρ­τα κρα­νί­α ὅ­λων τῶν σο­φῶν του κό­σμου. Kant, Spinoza, Descartes, Πλά­των, Ἀ­ρι­στο­τέ­λης καὶ βά­λε. Ὅ­λα ἀ­πὸ δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα μά­λι­στα. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, ὡ­στό­σο, αὐ­τοῦ τοῦ εὐ­η­θέ­στα­του ἀ­να­να­δο­πώ­λου τὸ τρα­γε­λα­φι­κὸ δὲν ἦ­ταν ἡ ἀ­ταί­ρια­στη συλ­λε­κτι­κὴ μα­νί­α του, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­γραμ­μα­το­σύ­νη του. Ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­μόρ­φω­τος, ἴ­σα ποὺ συλ­λά­βι­ζε. Ὡ­στό­σο μο­λο­νό­τι δὲν κα­τα­λά­βαι­νε γρὶ ἀ­πὸ τὶς ση­μα­σί­ες τῶν τί­τλων ποὺ ἀ­γό­ρα­ζε, δι­ά­λε­γε (ἄ­γνω­στο ποῦ καὶ πῶς) σπου­δαῖα βι­βλί­α. Σά­στι­ζε κα­νεὶς καὶ με­τὰ ξε­ραι­νό­ταν στὰ γέ­λια.

       Ὅ­μως ὁ αἰχ­μη­ρὸς ὑ­παι­νιγ­μὸς ἑ­νὸς κα­φε­νό­βιου, ποὺ ἔ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρέ­α μου στὴ θρυ­λι­κὴ «Συ­νάν­τη­ση», γω­νί­α Καρ­τά­λη μὲ Ἀρ­γο­ναυ­τῶν, μοῦ ἔ­κο­ψε τὸ σαρ­κα­στι­κὸ γε­λά­κι. Μὲ τὸ φλι­τζα­νά­κι τοῦ κα­φὲ στὸ στό­μα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πάρ­θιον βέ­λος τοῦ κα­κό­γλωσ­σου νὰ μὲ χτυ­πά­ει κα­τα­κού­τε­λα: «Ξέ­ρεις, ὁ Ἀ­να­νὰς τῆς Λα­χα­να­γο­ρᾶς, ἡ Ἥ­με­ρος Ἀ­να­νάσ­σα τοῦ Γεν­να­δί­ου», ἔ­τσι τὸν στό­λι­σε ὁ φαρ­μα­κό­γλωσ­σος, «τὰ βρά­δια κλει­δο­μαν­τα­λώ­νε­ται στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ ξε­νυ­χτά­ει χτυ­πών­τας ἐ­πί­μο­να κά­τι. Θὰ τρε­λα­θεῖ ἡ κα­κό­μοι­ρη συμ­βί­α στὴν πλα­ϊ­νὴ κα­μα­ρού­λα της ἀ­κού­ον­τας αὐ­τὸ τὸ ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ τὰκ-τάκ». Θὰ εἶ­χε σι­γή­σει μέ­σα μου αὐ­τὸς ὁ χτύ­πος, ἂν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια, στὸ ἴ­διο κα­φε­νεῖ­ο, δυ­ὸ φί­λοι ποὺ ἔ­παι­ζαν ξε­ρή, κι ἐ­γὼ ἀ­πο­λάμ­βα­να τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό μου κα­φε­δά­κι, δὲ μὲ ξάφ­νια­ζαν μὲ τὴν εἴ­δη­ση πὼς ὁ « Ἀ­να­νὰς» εἶ­χε πε­θά­νει καὶ πὼς ἡ χή­ρα του ξε­που­λοῦ­σε τὰ βι­βλί­α τοῦ Φα­λη­ρέ­ως. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς ἀ­γα­πῶ τὰ βι­βλί­α. Σκέ­φτη­κα λοι­πὸν νὰ ἀ­γο­ρά­σω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὰ καὶ ἐπ΄ εὐ­και­ρί­ᾳ νὰ ρω­τή­σω τὴ γυ­ναί­κα καὶ νὰ μά­θω τί ἔ­κα­νε ὁ πα­θι­α­σμέ­νος τύ­πος τὶς νύ­χτες πλαι­σι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ μί­αν ὁ­μή­γυ­ρη φι­μω­μέ­νων σε­λί­δων. Ἡ χή­ρα μοῦ ἔ­λυ­σε τὴν ἀ­πο­ρί­α. Ὁ μα­νια­κὸς σύ­ζυ­γος σφρά­γι­ζε μὲ ἀ­πα­νω­τὰ μαῦ­ρα σφρα­γί­σμα­τα μί­α-μί­α, ὁ­λό­κλη­ρες καὶ ὅ­λες τὶς σε­λί­δες τῶν βι­βλί­ων μὲ μί­αν ὀ­κτά­γω­νη σφρα­γί­δα ποὺ ὁ­λό­γυ­ρα ἔ­γρα­φε «EX LIBRIS, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΝΑΝΙΑ ΑΝΑΝΙΑΔΗ» καὶ στὸ κέν­τρο εἶ­χε τὴν ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ εἰ­κό­να ἑ­νὸς χον­τροῦ ἀ­να­νά. Ἔ­μει­να ἄ­φω­νος μπρο­στά σε αὐ­τὴν τὴν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αὐ­το­κα­τα­στρο­φή. Ἡ σφρα­γί­δα τοῦ κομ­πορ­ρή­μο­νος « Ἀ­να­νά» εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει καὶ τὰ δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα ὅ­λων των βι­βλί­ων, ἀ­χρη­στεύ­ον­τας τὴ συλ­λο­γὴ τῆς ζω­ῆς του. Ζή­τη­σα νὰ δῶ ἕ­να βι­βλί­ο. Ἐ­κεί­νη μοῦ ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι ἕ­να λέ­γον­τας: «Δὲ θέ­λω λε­φτά. Πάρ­το νὰ θυ­μᾶ­σαι τὸν Ἀ­να­νά του.» Τὸ βι­βλί­ο ποὺ ξε­φυλ­λί­ζω μπρο­στά σας, πει­στή­ριο αὐ­τῆς τῆς τρα­γε­λα­φι­κῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἱ­στο­ρί­ας, φέ­ρει στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τὰ στοι­χεῖ­α: «ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΒΟΡΕΑ, ΛΟΓΙΚΗ».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου (Βό­λος, 1943). Ἵ­δρυ­σε τὶς ἐκ­δό­σεις «Ζώ­διο», ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τὴν τρί­το­μη με­λέ­τη Ἡ «Στρο­φὴ» τοῦ Σε­φέ­ρη (1981-1984) καὶ δύο τό­μους ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βι­λ Μόμ­πυ-Ντίκ· ἡ Ἡ Φά­λαι­να, σὲ δί­γλωσ­ση μορ­φὴ (ἀ­με­ρι­κά­νι­κο κεί­με­νο καὶ δι­κή του ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση, 1983, 1985). Τὸ 1992 ἀ­νέ­λα­βε τὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς σει­ρᾶς Orbis Literae τῶν ἐκ­δό­σε­ων Gutenberg, ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε σὰν πρῶ­το ἔρ­γο ὁ­λό­κλη­ρη τὴ με­τά­φρα­ση του Μόμ­πι Ντίκ. Τὸ 1997 μα­ζὶ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ Sanford E. Marovitz δι­ορ­γά­νω­σε τὸ πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο τῆς Melville Society of America στὸ Βό­λο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (1997) δη­μο­σί­ευ­σε τὸν πρῶ­το τό­μο μιᾶς νέ­ας δί­γλωσ­σης (πεν­τά­το­μης) ἔκ­δο­σης τοῦ Μόμ­πι-Ντίκ καὶ τὸ 2001 ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζὶ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ Sanford E. Marovitz τὴν ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν τοῦ πρώ­του Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου ποὺ ἔ­γι­νε στὸ Βό­λο. Τὸ 2009 δη­μο­σί­ευ­σε τόμο μὲ ἑ­φτὰ ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις μὲ τί­τλο Ποι­ή­μα­τα (Τυ­πω­θή­τω). Τὸ 2013 δη­μο­σί­ευ­σε μί­α ἐ­κτε­τα­μέ­νη με­λέ­τη μὲ τί­τλο Γρα­φέ­ως Κά­το­πτρον, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν ποί­η­ση τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη («Ὕ­ψι­λον») καὶ ἐγ­και­νί­α­σε μα­ζὶ μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη μιὰ νέ­α σει­ρὰ βι­βλί­ων στὶς ἐκ­δό­σεις «Πλα­νό­διον» μὲ τί­τλο «Σύρ­τις», ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Ἀ­ζὸρ ὁ Σκύ­λο­ς (2013). Στὴν ἴ­δια σει­ρά, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (2013) δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δο­κί­μιο Ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα Ἀγ­γέ­λου, μιὰ σπου­δὴ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου, σὰν πα­ράρ­τη­μα στὸ λεύ­κω­μα τῆς ζω­γρά­φου μὲ τί­τλο Πύ­κνω­μα Χρό­νου. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἀ­να­γνω­στι­κὸ τῶν «Βί­αι­ων ἐν­τυ­πώ­σε­ων» τοῦ ποι­η­τῆ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου (Gutenberg, 2018).


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: