Τάσος Καλούτσας: Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό



Τά­σος Κα­λού­τσας

Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό

Μάρ­τυ­ρες δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, γιὰ τί­πο­τε
Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης,
 («Τρί­α κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τα»)

ΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!

Ἡ κραυ­γὴ ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά τους ἱ­κε­τευ­τι­κή, σχε­δὸν σπα­ρα­χτι­κή. Τὸ δί­χως ἄλ­λο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ κραύ­γα­ζε βρι­σκό­ταν σὲ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ρά­γι­ζε τὴ σι­ω­πὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­ρι­ξε μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!

        Ἡ σύν­τρο­φός του πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­τέ­βα­σε τὶς γρί­λι­ες.

        «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Σσς» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Μὴν κου­νη­θεῖς καὶ μὴν ἀ­νά­ψεις φῶ­τα!»

      Ἡ φω­νὴ τρε­μά­με­νη, φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γω­νί­α της.

        Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κη­πά­ριο μὲ γρα­σί­δι μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό τους, τὰ κάγ­κε­λα τῆς αὐ­λῆς κι ὁ δρό­μος, σκο­τει­νὸς τὶς δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες ὁ­λό­γυ­ρα σβη­στά. Μά­λι­στα θυ­μό­ταν ποὺ τοῦ εἶ­χε γκρι­νιά­ξει: «Τί στὸν δι­ά­βο­λο, οἰ­κο­νο­μί­α κά­νουν καὶ σ’ αὐ­τό; Κο­τζὰμ θέ­ρε­τρο… μὲ τὰ σκο­τά­δια θὰ τρα­βή­ξουν τοὺς του­ρί­στες;»

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα πιὸ κον­τά.

        Ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­να βα­ρὺ τρε­χα­λη­τὸ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. Στὸ δι­ά­δρο­μο ἔ­και­γε ἕ­να ἀ­σθε­νι­κὸ φω­τά­κι νύ­χτας. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα στε­κό­ταν ἀ­σά­λευ­τη ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τόν, ποὺ μι­σο­κα­θό­ταν στὸ στρῶ­μα του, καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ ἐ­λέγ­χει τὶς κι­νή­σεις του. Με­τὰ ἔ­σκυ­ψε σὰ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος πά­νω στὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ μω­ροῦ της καὶ ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τὴν ἀ­νά­σα του.

        «Τί φο­βᾶ­σαι… Σι­γὰ μὴ χω­θεῖ κι ἐ­δῶ μέ­σα!»

        Ἐ­κεί­νη, ἀν­τὶ γι’ ἀ­πάν­τη­ση σκέ­πα­σε μὲ τὸ σεν­το­νά­κι του τὸ παι­δί, ποὺ κοι­μό­ταν ἤ­ρε­μα.

        Ὅ­ταν πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, ὁ ἄν­τρας πλη­σί­α­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ στό­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του θέ­ση. Πρό­σε­ξε πὼς στὸ με­τα­ξὺ ἀρ­κε­τὰ φῶ­τα εἶ­χαν ἀ­νά­ψει —κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς, βέ­βαι­α— στὸ ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κρό­τη­μα.

        «Τό­σο πο­λὺ τρό­μα­ξες;» τὴν ρώ­τη­σε. «Κα­τέ­βα­σες καὶ τὶς γρί­λι­ες… Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;»

        Ἤ­θε­λε πο­λὺ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει πὼς κα­νο­νι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε ἴ­σως νὰ τρέ­ξουν ὅ­λοι νὰ δοῦν ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ βο­η­θή­σουν σὲ κά­τι, τὴν ἔ­βλε­πε ὅ­μως τό­σο τα­ραγ­μέ­νη ποὺ δὲν τόλ­μη­σε.

        «Ἐ­νῶ ἐ­σὺ ὄ­χι;» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε δύ­σπι­στα.


* * *


Λί­γο πα­ρά­με­ρα, στὴν ἄ­κρη τῆς πλα­τεί­ας, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μι­κρὸ συν­τρι­βά­νι. Κά­θε βρά­δυ ἕ­νας πί­δα­κας νε­ροῦ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο του, μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη ἔν­τα­ση, σκορ­πί­ζον­τας πο­λύ­χρω­μες ἀν­ταύ­γει­ες, μὲ τὴ βο­ή­θεια κα­τάλ­λη­λων προ­βο­λέ­ων. Δι­ά­φο­ροι του­ρί­στες, ζευ­γά­ρια ἢ οἰ­κο­γέ­νει­ες μὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ τι­τί­βι­ζαν χα­ρού­με­να, φω­το­γρα­φί­ζον­ταν μὲ φόν­το αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό, ὄρ­θιοι ἢ κα­θι­στοὶ στὸ χα­μη­λὸ πε­ζου­λά­κι τῆς στέρ­νας. Πρὶν λί­γες μέ­ρες εἶ­χε πο­ζά­ρει ἐ­κεῖ κι ὁ ἴ­διος μὲ τοὺς δι­κούς του, τὴ σύν­τρο­φό του καὶ τὸ πι­τσι­ρί­κι. Σή­με­ρα, ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα, μπρου­μυ­τι­σμέ­νο,  μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να μέ­σα στὸ νε­ρό, ἐ­πέ­πλε­ε ἐ­κεῖ μέ­σα τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ἄν­τρα.

        Οἱ πρῶ­τες φῆ­μες λέ­γαν πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν σύν­δε­σμο ἑ­νὸς πα­ρά­νο­μου δι­ε­θνοῦς κυ­κλώ­μα­τος δι­α­κί­νη­σης ναρ­κω­τι­κῶν (καὶ λα­θραί­ων) στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ὅ­τι τὸν ἔ­φα­γε ἕ­νας Ρου­μά­νος τοῦ ἴ­διου σι­να­φιοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν βρε­θεῖ ἀ­κό­μη τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα τεκ­μή­ρια οὔ­τε ὁ ἀ­κρι­βὴς τό­πος δι­α­μο­νῆς του. Ἄλ­λοι μι­λοῦ­σαν γιὰ ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμῶν με­τα­ξὺ ὑ­πο­κει­μέ­νων τοῦ ὑ­πο­κό­σμου, ὅ­που ὡς γνω­στόν, δύ­σκο­λα γλι­τώ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν μπεῖ στὸ στό­χα­στρο. Κά­ποι­οι δι­α­τεί­νον­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς τὸ θύ­μα μιᾶς ἀ­πρό­βλε­πτης νυ­χτε­ρι­νῆς λη­στεί­ας· ξέ­φυ­γε πι­θα­νό­τα­τα πρὸς στιγ­μὴν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ δρά­στη κι ἐ­κεῖ­νος τὸν κυ­νή­γη­σε καὶ τὸν σκό­τω­σε, συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν στραγ­γά­λι­σε. Οἱ ἐκ­δο­χὲς ἦ­ταν τό­σες πολ­λὲς ὅ­σοι κι ἐ­κεῖ­νοι (φαν­τα­σι­ό­πλη­κτοι καὶ μὴ) ποὺ τὶς ξε­στό­μι­ζαν. Μέ­χρι καὶ γιὰ ἄ­γριο σε­ξου­α­λι­κὸ ἔγ­κλη­μα ἔ­κα­ναν λό­γο με­ρι­κοί, ἐ­πει­δή, λέ­ει, ὁ δο­λο­φο­νη­μέ­νος ἦ­ταν νέ­ος ἐκ­πά­γλου καλ­λο­νῆς. Ἡ το­πι­κὴ Ἀ­στυ­νο­μί­α ἔ­στελ­νε ἀ­π’ τὸ πρω­ῒ ἐ­πεί­γον­τα φὰξ καὶ ἰ­μέ­ιλ πρὸς ὅ­λες τὶς ἁρ­μό­δι­ες (ντό­πι­ες καὶ ξέ­νες) ἀρ­χές, ἀλ­λὰ τί πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ σοῦ κά­νει μιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α, μὲ ὀ­λι­γο­με­λὲς προ­σω­πι­κό, στὴν ἄ­κρη αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης του­ρι­στι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς;

        Τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ τέ­θη­κε ἐ­ξαρ­χῆς ἦ­ταν ἂν ἐ­πρό­κει­το τε­λι­κὰ γιὰ τὸ ἴ­διο ἄ­το­μο πού, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, κα­λοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να σὲ βο­ή­θεια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ μᾶλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α για­τὶ βρέ­θη­καν ἀρ­κε­τοὶ —γεί­το­νες τους ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λοι— πού, ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους οὔ­τε τὸ θύ­τη οὔ­τε τὸ θύ­μα του, εἶ­χαν ὡ­στό­σο ἀ­κού­σει (σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο) τὶς φω­νὲς καὶ τὰ τρε­χα­λη­τά τους, μπο­ροῦ­σαν λοι­πὸν νὰ κα­θο­ρί­σουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς κι­νή­σεις τῆς δι­α­δρο­μῆς τους, μέ­σα ἀ­πὸ στε­νὰ κι ἐ­ρη­μι­κὰ σο­κά­κια, μέ­χρι τὸ συν­τρι­βά­νι, ποὺ ὑ­πῆρ­ξε προ­φα­νῶς καὶ ὁ τε­λι­κὸς προ­ο­ρι­σμός τους. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τὲς οἱ λε­πτο­με­ρεῖς ἀ­κου­στι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­πο­κλεί­στη­κε καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἑ­νὸς εἴ­δους τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση κά­ποι­ου μο­να­χι­κοῦ λύ­κου, ἀ­φοῦ δὲν ἀ­κού­στη­κε κα­μιὰ σχε­τι­κὴ κραυ­γὴ ποὺ νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸν Θε­ὸ (Ἀλ­λά­χου Ἄκ­μπαρ!). Στὴν ἀ­μη­χα­νί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς γιὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες (ἔ­στω ἕ­νας!) ποὺ νὰ ἔ­χουν βι­ώ­σει δηλ. ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ (πα­ρὰ μο­νά­χα δι­ά­φο­ροι ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ὠ­τα­κου­στές), κά­ποι­ος ἔ­δω­σε τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χή:

        «Ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ μπῶ στὸ μπά­νιο, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὶς κραυ­γὲς καὶ σκέ­φτη­κα νὰ βγῶ ἔ­ξω νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει, ἀλ­λὰ φο­βή­θη­κα…». Πρό­σθε­σε ὅ­τι μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ τοῦ εἶ­χε τύ­χει νὰ βρε­θεῖ ἀν­τι­μέ­τω­πος (ἢ μᾶλ­λον συ­να­παν­τή­θη­κε τυ­χαῖ­α) μὲ ἄ­το­μο τοῦ ἴ­διου φυ­ρά­μα­τος μὲ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­ψα­χναν, τὸν εἶ­δε στὸ δρό­μο νὰ δι­α­βαί­νει κρα­δαί­νον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ μιὰ αἰχ­μη­ρὴ μα­τσέ­τα, μὲ ἀ­τσά­λι­νη λά­μα πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἑ­κα­το­στά… Ὁ ἀ­στυ­νό­μος θε­ώ­ρη­σε τὴν ἀ­πάν­τη­σή του εἰ­λι­κρι­νῆ, ἀ­φοῦ πί­στευ­ε πὼς τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἔ­νι­ω­σε —κά­τι σὰν πα­νι­κό— ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ πα­ρα­λύ­σει τὶς σκέ­ψεις ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που καὶ νὰ μπλο­κά­ρει τὶς πρά­ξεις του, καὶ δὲν ἐ­πέ­μει­νε ἄλ­λο στὸ θέ­μα.


* * *


Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἴ­διο βρά­δυ τὰ μά­τια τοῦ ἄν­τρα, λὲς καὶ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να, ἄ­νοι­ξαν ἀ­πὸ μό­να τους. Κοί­τα­ξε λο­ξὰ τὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!… Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γὰ καὶ πλη­σί­α­σε τὸ μι­σο­κα­τε­βα­σμέ­νο στό­ρι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο σκο­τει­νιὰ καὶ πά­λι —ἀ­φοῦ τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες πα­ρέ­με­ναν σβη­στά— καὶ ἄ­κρα σι­γή.

        Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε, σὰ νὰ ἔ­παιρ­νε φό­ρα καὶ με­τά, βά­ζον­τας τὶς πα­λά­μες χω­νὶ γύ­ρω στὸ στό­μα του  πά­τη­σε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή:

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἡ σύν­τρο­φός του τι­νά­χτη­κε, πα­νι­κο­βλη­μέ­νη.

      «Μὰ τί κά­νεις; Τρε­λά­θη­κες;»

      Ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο εἶ­χε σκύ­ψει ἀ­μέ­σως πά­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ παι­διοῦ της, πού, λα­χτα­ρι­σμέ­νο, ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα στὸ ὕ­πνο του.

        Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της, σι­ω­πη­λὸς καὶ αἰ­νιγ­μα­τι­κός. Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι μᾶλ­λον τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι, τοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γε­λά­σει, ἀ­φοῦ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε: νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει, νὰ τα­ρά­ξει τὸν μα­κά­ριο ὕ­πνο τους, νὰ τοὺς αἰ­σθαν­θεῖ πά­λι, ἔ­στω γιὰ λί­γες μό­νο στιγ­μὲς —σκέ­φτη­κε μ’ ἕ­ναν κά­πως χαι­ρέ­κα­κο τρό­πο— νὰ πα­ρα­μο­νεύ­ουν πί­σω ἀ­πὸ τὶς κα­τε­βα­σμέ­νες γρί­λι­ες τῶν σπι­τι­ῶν τους, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὸ φό­βο τους.

        Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ πρῶ­τα φῶ­τα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τὰ ξα­νά­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ τρό­μου (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2018).

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010)


 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: