Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα


μο­νά­χα ὅ­ταν τὰ χέ­ρια μου σὲ χά­νουν,
ἡ πο­νε­μέ­νη φαν­τα­σί­α μου σὲ κερ­δί­ζει.
Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος, «Ἀ­να­στο­λὴ»

ΥΡΙΣΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν ντου­λά­πα. Πρῶ­τα τὸ δε­ξιὸ φύλ­λο ποὺ ἔ­τρι­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­σί­α. Γκρι­νιά­ζει κι αὐ­τὴ μὲ τὸν τρό­πο της —σκέ­φτη­κε— ποὺ χέ­ρι δὲν τὴν ἀ­νοί­γει πιά. Ὅ­λα το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ τά­ξη καὶ σει­ρά. Χώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος λὲς καὶ ἤ­θε­λε νὰ τ᾿ ἀ­γα­πή­σει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψουν οἱ μπλοῦ­ζες, νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­γι­ὲρ ποὺ φό­ρα­γε τὴν ἄ­νοι­ξη, νὰ τὸν τυ­λί­ξει καὶ τὸ μαν­τὼ ποὺ τό­σο τῆς πή­γαι­νε. Μαν­τα­ρί­νι, κισ­σός, ὀρ­χι­δέ­α πυρ­πό­λη­σαν τὶς αἰ­σθή­σεις του καὶ ζα­λι­σμέ­νος πι­σω­πά­τη­σε. Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα κρε­μό­ταν τε­λευ­ταί­α δί­χως νὰ τὴν ἔ­χει ξε­θω­ριά­σει ὁ χρό­νος. Δί­στα­σε. Τὴν ἄ­νοι­ξε πά­νω στὸ κρε­ϐ­ά­τι, τὴ σι­δέ­ρω­σε μὲ τὶς πα­λά­μες του, τὴ δί­πλω­σε προ­σε­κτι­κά, τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸ σα­κί­διό του – ἄ­στα­τος ὁ και­ρὸς τε­λευ­ταῖ­α, δὲν εἶ­ναι παῖ­ξε-γέ­λα­σε. Ὕ­στε­ρα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φύλ­λο. Ἐ­δῶ δὲν χρο­νο­τρί­ϐ­η­σε. Φό­ρε­σε τὸ κα­ρὼ που­κά­μι­σο ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἐ­κεί­νη – «τώ­ρα εἶ­σαι ὁ­λό­ι­διος ὁ Ρόμ­περτ Ρέν­τφορντ στὸ Γη­τευ­τὴ τῶν ἀ­λό­γων, ὁ γη­τευ­τὴς τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς, μὴν σοῦ πῶ καὶ κα­λύ­τε­ρος», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Δε­σποι­νι­ὼ στὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους πρὶν ἀ­πὸ κάμ­πο­σα χρό­νια.

       Πά­στρε­ψε γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σπί­τι, τα­κτο­ποί­η­σε τὰ πιά­τα στὴν κου­ζί­να, πῆ­ρε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ κι ἔ­κα­με τὸ χρέ­ος του. Σὲ λί­γο βγῆ­κε ἔ­ξω νὰ κά­μει ἕ­να τσι­γά­ρο. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε ὁ τό­πος, δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σῶ­μα του. Δε­κά­ρα δὲν ἔ­δι­νε γιὰ τὶς συ­μϐ­ου­λὲς τοῦ για­τροῦ.

       Ἔ­σκυ­ψε μὲ δυ­σκο­λί­α· ἄ­φη­σε τὸ κλει­δὶ τῆς γκαρ­σο­νι­έ­ρας ποὺ νοί­κια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ χα­λά­κι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας μα­ζὶ μ᾿ ἕ­να γράμ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, γιὰ τὸν Κώ­στα. Θὰ κα­τα­λά­ϐ­ει αὐ­τός, συλ­λο­γί­στη­κε. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ἔ­φε­ραν στὸν κου­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς. «Κού­ρε­μα καὶ κόν­τρα ξύ­ρι­σμα, πα­ρα­κα­λῶ.» «Ἄν­τε καὶ γαμπρός, Νι­κή­τα», τοῦ εὐ­χή­θη­κε ὁ Θε­ό­φι­λος —φτυ­στὸς ὁ Δι­ο­νύ­σης Πα­πα­γι­αν­νό­που­λος στὸ Λού­να Πὰρκ— κι ἀ­μέ­σως δαγ­κώ­θη­κε μὲ τὴ γκά­φα του. «Μὲ τὸ συμ­πά­θιο», συ­νέ­χι­σε αὐ­τὸς χω­ρὶς νὰ τσιγ­κου­νευ­τεῖ τὴν Old Spice, «ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ἔ­χεις πεῖ πο­τὲ πό­σα χρό­νια κου­ϐ­α­λᾶς στὴν καμ­πού­ρα σου».

       Γέ­λα­σε καὶ τοῦ ᾿πε: «χον­τρι­κά, πάν­τα χον­τρι­κά, Θε­ό­φι­λε, λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νω…» «Κου­νή­σου ἀπ᾿ τὴ θέ­ση σου, ἄν­θρω­πέ μου», τοῦ εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Τὸ μό­νο ποὺ εὔ­χο­μαι εἶ­ναι ἐ­κεῖ ποὺ θὰ πά­ω νὰ βρῶ ἕ­να ψα­λί­δι σὰν τὸ δι­κό σου, Θε­ό­φι­λε.»

       Γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς γύ­ρι­σε, εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τῆς Δε­σποι­νι­ῶς, ὅ­πως τὸ χά­ρα­ξε ὁ νοῦς του μέ­σα στὸν κα­θρέ­φτη, νὰ δι­α­νεύ­ει σὰν ἀ­ε­ρι­κό. Χα­μο­γέ­λα­σε. «Ἄ, μὴν ξε­χά­σεις, τὴν ἀ­γά­πη μου στὴν Οὐ­ρα­νί­α», τοῦ ἔ­γνε­ψε ὁ Νι­κή­τας κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή: «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα, Θε­ό­φι­λε. Ὕ­πνος καὶ ξύ­πνιος εὔ­κο­λα ζευ­γα­ρώ­νουν, μέ­χρι νὰ κά­νεις πφφ καὶ νὰ πε­ρά­σεις στὸ σκο­τει­νὸ τὸ θά­λα­μο».

       Στα­μά­τη­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ Γκί­κα κι ἔ­παι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α παρ­τί­δα τά­ϐ­λι μὲ τὸν Ἀρ­γύ­ρη – ὅ­λο δι­πλὰ σή­με­ρα· ἦ­ταν, φαί­νε­ται, ἡ μέ­ρα του. Ἀν­τάλ­λα­ξαν —ὅ­πως πάν­τα— λί­γα λό­για γιὰ τὰ τρέ­χον­τα, ἤ­πια­νε τὸ σα­ϐ­ϐ­α­τια­νό τους μὲ με­ζέ, ἔ­ϐ­α­λε μιὰ ἐ­λιὰ στὸ στό­μα, γέ­μι­σε καὶ τὸ φλα­σκί του γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­θη­καν. Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας ἀ­γό­ρα­σε πα­κέ­το. Ἀ­πὸ τὰ βα­ριά.

       Τό ᾿χε πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὴ δου­λειά του, δὲν τὸν πεί­ρα­ξε. Οὔ­τε σκο­τί­στη­κε ποὺ ἡ σύν­τα­ξη δὲν φτού­ρα­γε γιὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μή­να. Οὔ­τε ἔ­σκα­σε ὅ­ταν τοῦ κα­τα­σχέ­σα­νε τὸ σπί­τι. Οὔ­τε τά ᾿βα­ψε μαῦ­ρα σὰν χά­λα­σε γιὰ πάν­τα ἡ ὑ­γεί­α του. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό, ἔ­λε­γε φι­λο­σο­φών­τας κά­θε φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρι­έ­ται. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό. Μιὰ μέ­ρα… ἔ­μει­νε μι­σός. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τή. Μαγ­κού­φη καὶ τσαγ­κό, τὸν ἔ­λε­γαν, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­φευ­γε ἔ­κτο­τε τὶς πολ­λὲς συ­να­να­στρο­φές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν πεί­ρα­ξε ποὺ δὲν τή­ρη­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του καὶ δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε.

       Πί­σω δὲν κοί­τα­ξε καὶ τρά­ϐ­η­ξε κα­τὰ πά­νω. Στὸ δρό­μο συ­νάν­τη­σε ξω­μά­χους. «Πῶς ἀ­πὸ δῶ;» τοὺς ρώ­τη­σε. Κι ἐ­κεῖ­νοι χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ προ­σπέ­ρα­σαν. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸ βου­νὸ τὸν ἀ­να­ζω­ο­γό­νη­σε. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ εἰ­σέ­ϐ­α­λε μέ­σα του καὶ τὸν μέ­θυ­σε. Σὲ λί­γο ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἄ­ρα­ξε σ᾿ ἕ­να πε­ζού­λι. Οἱ χυ­μοὶ ἀ­νέ­ϐ­αι­ναν ἀ­πὸ τὶς ρί­ζες. Φού­σκω­ναν τὰ μά­τια τῶν δέν­τρων. Ἴ­δια κι ἡ ψυ­χή του πλημ­μύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν κραι­πά­λη τῶν χρω­μά­των, κι ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν δι­κό τους, κι ὅ­λα γί­νον­ταν κα­θρέ­φτης νὰ δεῖ μέ­σα τους πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, πά­θη κι ἀ­γά­πες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά, τὰ γκρί­ζα χρό­νια.

       Ἔϐαλε τὸ χέ­ρι ἀν­τή­λιο. Τὰ πλε­ού­με­να γλι­στροῦ­σαν στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια καὶ σὲ λί­γο ἔ­σϐ­η­ναν ἀ­πὸ μπρο­στά του, ὅ­πως κλεί­νεις γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ ἀ­νε­παι­σθή­τως κα­ρώ­νεις τὸν αἰ­ώ­νιο ὕ­πνο. Εἶ­δε καὶ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο ποὺ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα φάν­τα­ζε σὰν ζῶ­ο ξα­πλω­μέ­νο· καὶ τὴν Αἴ­γι­να ἀ­μέ­ρι­μνη νὰ τα­ξι­δεύ­ει πά­νω σ᾿ ἕ­να πλα­τα­νό­φυλ­λο. Φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως δὲν τὴν ἀν­τέ­ξει τό­ση ὀ­μορ­φιὰ καὶ κά­νει πί­σω, φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως σπά­σει ἀ­πὸ τὸ φῶς. Ἔ­κλει­σε γιὰ ὥ­ρα τὰ μά­τια κι αἰ­σθάν­θη­κε τὸ οὐ­ρα­νο­θά­λασ­σο καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ βου­νὸ ὁ­λά­κε­ρο νὰ μπαί­νει μέ­σα του, νὰ γί­νε­ται ὁ ἴ­διος χῶ­μα καὶ νε­ρό, ἥ­λιος, σύν­νε­φο καὶ μώϐ, λὲς κι ἡ ζω­ή του μό­λις ξε­κι­νοῦ­σε.

       Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ πέ­τρα καὶ τὴ χά­ι­δε­ψε μὲ στορ­γὴ λὲς κι αὐ­τὴ ἡ πέ­τρα συμ­πύ­κνω­νε τὸ σπό­ρο τῆς φω­τιᾶς ποὺ γιὰ χρό­νια ἀ­δρά­νειας καὶ σι­γῆς κρύ­ϐ­ε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ἀ­φυ­πνί­στη­κε ἀ­πὸ ἕ­να ἀγ­κά­θι ποὺ τοῦ μά­τω­σε τὸ δά­χτυ­λο. Ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο ξε­πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Μιὰ σκιὰ στά­θη­κε πί­σω του καὶ σὰν με­τά­ξι τὸν ἄγ­γι­ξε. Το ᾿ξε­ρε! Μιὰ ζω­ὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ σύν­θη­μά τους. «Δε­σποι­νι­ώ!» εἶ­πε ξαφ­νι­α­σμέ­νος. «Ἐ­σύ;»

       Ἀ­να­θάρ­ρε­ψε. Λύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ σι­ω­πή του καὶ ἄ­να­ψε τὸ γέ­λιο μέ­σα του. Μέ­τρη­σαν τὰ χρό­νια κι ἀ­να­λο­γί­στη­καν πό­σο γρή­γο­ρα ἐ­ρη­μώ­νει ὁ ἄν­θρω­πος σὰν μέ­νει μαγ­κού­φης καὶ τί­πο­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει. Μί­λη­σαν γιὰ τὰ πα­λιά, τὰ χι­λι­ο­ει­πω­μέ­να, τὰ δι­κά τους, μί­λη­σαν καὶ γιὰ τ᾿ ἄλ­λα, τὰ σκο­τει­νά, τ᾿ ἀ­νο­μο­λό­γη­τα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ κά­ποι­ες πα­ραλ­λα­γές. Εἶ­παν νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σουν κά­πως ἀ­ό­ρι­στα, σὲ τρί­το πρό­σω­πο, λὲς καὶ ὅ­λα τοῦ­τα συ­νέ­ϐ­η­σαν σὲ ξέ­νους.

       Κου­ϐ­έν­τα στὴν κου­ϐ­έν­τα, κά­πνι­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πα­κέ­το. Στὸ τέ­λος τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι, ἂν εἶ­ναι στε­νά­χω­ρο, ἂν ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α, ἂν χρει­ά­ζε­ται με­ρε­μέ­τια. Τὰ γνω­στά. Τὰ χέ­ρια του ἔ­πια­ναν.

       «Μὴν σκο­τί­ζε­σαι! Μό­νο… αὐ­τὲς οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες.»

       Χα­μο­γέ­λα­σε. «Κι ἐ­μέ­να», τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε, «ὕ­πνος δὲν μοῦ κολ­λᾶ τε­λευ­ταῖ­α».

       «Ποῦ ἀ­κού­στη­κε!» τοῦ εἶ­πε. « Ἡ νύ­φη νὰ κλέ­ϐ­ει τὸ γαμ­πρό…»

       Γέ­λα­σαν μὲ τὴν ψυ­χή τους.

       «Σὲ κα­λό μας!» τοῦ ἔ­κα­νε στὸ τέ­λος καὶ χά­ι­δε­ψε τὰ γκρί­ζα χι­ό­νια.

       Λέ­γα­νε ἱ­στο­ρί­ες μέ­χρι ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σκα­σε μύ­τη πί­σω ἀ­πὸ τὸ βου­νό.

       Ἔϐαλε ψύ­χρα κι αὐ­τὴ δὲν εἶ­χε πά­ρει τί­πο­τα μα­ζί της.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ σα­κί­διο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴν κί­τρι­νη ζα­κέ­τα.

       «Δι­ψῶ, Νι­κή­τα, δι­ψῶ!» τοῦ φά­νη­κε νὰ λέ­ει, μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη.

       Ἔϐγαλε ἀπ᾿ τὴ μέ­σα τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του τὸ φλα­σκί. Ἤ­πιαν μιὰ γου­λιὰ κρα­σὶ νὰ γλυ­κά­νουν τὴν πί­κρα τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο ράν­τι­σε τὸ χῶ­μα.

       Τὴ να­νού­ρι­σε μ᾿ ἕ­να σκο­πὸ στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἕ­να κα­τα­χεί­μω­νο στὸ Κιλ­κὶς καὶ ἔ­κτο­τε τοὺς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο. Ἦ­ταν τὸ πα­ρα­σύν­θη­μα —μὰρς γιὰ ὕ­πνο— ποὺ μό­νον οἱ δυ­ό τους γνώ­ρι­ζαν καὶ τό ᾿λε­γαν κά­θε χρό­νο τέ­τοι­α μέ­ρα.

       Ψυ­χὴ δὲν σά­λευ­ε τρι­γύ­ρω, μό­νο τοῦ ἀ­νέ­μου τὸ σκίρ­τη­μα ἔ­σϐ­η­νε κά­που στὸ βά­θος μα­ζὶ μὲ τὸν κα­η­μὸ τῆς φυ­σαρ­μό­νι­κας. Σι­ω­πὴ σφρά­γι­ζε τώ­ρα τὰ χεί­λη, καὶ μιὰ λύ­πη ποὺ σπάρ­θη­κε ὁ­λό­γυ­ρα στὴν πλά­ση σοῦ ᾿σφιγ­γε τὴν καρ­διά.

       Τὸ σκο­τά­δι σι­γὰ-σι­γὰ τοὺς κύ­κλω­σε. Τὸν ἔ­κλει­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­γει­ραν στὸ πλά­ι καὶ ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν νω­ρὶς-νω­ρίς.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: