Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ξύπνημα

 



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ξύπνημα


ΦΤΑΜΙΣΙ τὸ πρω­ί. Οἱ δυ­να­τὲς φω­νὲς τοῦ Γρη­γο­ρά­κη, ἀ­συ­νάρ­τη­τες, πε­τι­οῦν­ται δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τραυ­μα­τί­ζον­τας τὴ λευ­κὴ καὶ γα­λα­νὴ ὀ­θό­νη τῆς σι­ω­πῆς, βί­αι­α ξε­γεν­νών­τας τὴ μέ­ρα. Κά­θε μέ­ρα στὶς ἐ­φτά­μι­σι. Κά­ποι­οι γυρ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο πλευ­ρὸ καὶ ἄλ­λοι κλεί­νουν τὸ ξυ­πνη­τή­ρι καὶ ση­κώ­νον­ται νὰ ἑ­τοι­μά­σουν πρω­ι­νό. Περ­νά­ει ὁ Γρη­γο­ρά­κης μὲ τὴ μη­τέ­ρα του νὰ στα­θεῖ στὸ σταυ­ρο­δρό­μι νὰ πά­ρει τὸ σχο­λι­κό, καὶ εἶ­ναι ὁ τρό­πος του αὐ­τὸς νὰ κου­βεν­τιά­ζει μα­ζί της περ­πα­τών­τας ἀρ­γά, τὰ χέ­ρια πί­σω κι οἱ δύo. Θὰ ξα­να­κου­στεῖ ἡ μι­κρὴ πομ­πὴ ὀ­χτὼ ὧ­ρες με­τά, στὴν καρ­διὰ τοῦ με­ση­με­ριοῦ, ὅ­ταν τὸ Σχο­λι­κὸ Εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς θὰ τὸν ἔ­χει φέ­ρει πί­σω, κι ἡ μη­τέ­ρα του θὰ ἔρ­θει νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸ σπί­τι. Ψη­λός, βα­ρύς, μὲ φα­λά­κρα, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καὶ χα­ρού­με­νος ποὺ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.


Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: