Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο


TAN HMOYN μι­κρός, μέ­να­με μὲ τὴ μά­να σ’ ἕ­να σπί­τι ἐ­ξο­χι­κό. Σή­με­ρα θά ‘λε­γα σ’ ἕ­να σπί­τι πα­λαιϊκό. Ἦ­ταν χτι­σμέ­νο μὲ ξύ­λα, πέ­τρα καὶ κόκ­κι­νη λά­σπη. Τὸ μι­σὸ ἤ­τα­νε ἀ­πο­θή­κη γιὰ τὰ ζων­τα­νά. Τὸ ἄλ­λο μι­σὸ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο μὲ τὰ οὗ­λα του. Μέ­χρι κου­νου­πι­έ­ρα εἴ­χα­με στὸ κρε­βά­τι μας. Τὸ σπί­τι βρι­σκό­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης. Πί­σω του ὁ κῆ­πος καὶ πιὸ πί­σω ὁ ξε­ρο­πό­τα­μος – ἔ­σερ­νε τὴν κοί­τη του δι­α­κό­σια μέ­τρα ἀ­πὸ μᾶς μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἡ κοί­τη ἀ­νη­φό­ρι­ζε πα­ρέ­α μὲ κα­να­πί­τσες, κα­λά­μια καὶ ἀ­νά­ρια πλα­τά­νια. Ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­κο­λού­θα­γε τὰ ἴ­χνη τοῦ πο­τα­μοῦ καὶ χα­νό­ταν στὸν αὐ­χέ­να δυ­ὸ λό­φων.

       Πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω ἐ­κεί­νους τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ἡ μά­να δὲ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὸ κά­νω, μέ­χρι ν’ ἀ­πο­κτή­σω μὲ τὴν ἀ­ξί­α μου τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἔ­τσι ὀ­νει­ρευ­ό­μουν ὅ­τι δρα­πέ­τευ­α στὴν κοί­τη τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀ­νη­φό­ρι­ζα στοὺς λό­φους καὶ τὰ λοι­πά. Ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Κά­πο­τε θὰ στὴ γρά­ψω, μὴ λά­χει καὶ πα­λα­βώ­σω καὶ σβή­σει ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου.

       Μπρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι περ­νοῦ­σε ὁ δη­μό­σιος δρό­μος. Χῶ­μα καὶ σκό­νη τὰ κα­λο­καί­ρια, λά­σπη καὶ μπαν­τί­κι* τὶς βρο­χε­ρὲς μέ­ρες, δη­λα­δὴ σχε­δὸν τὸ χει­μώ­να ὁ­λό­κλη­ρο. Ὅ­ταν τὰ με­ση­μέ­ρια περ­νοῦ­σαν τὰ κά­ρα καὶ τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α τῆς γραμ­μῆς γιὰ τὰ χω­ριὰ τοῦ κάμ­που, στε­κό­μουν στὴν κλει­δω­μέ­νη αὐ­λό­πορ­τα καὶ τὰ χά­ζευ­α. Ἡ σκό­νη ἢ τὸ πι­τσί­λι­σμα τῶν λα­σπό­νε­ρων, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ἦ­ταν ἀ­πό­λαυ­ση. Κι ἂς ἔ­σκου­ζε ἡ μά­να, θὰ σὲ σα­πί­σω στὸ ξύ­λο, ἔμ­πα στὸ σπί­τι. Ἤ­ξε­ρε πὼς δὲν κιν­δυ­νεύ­ω κι ἔ­με­νε στὶς φω­νές. Κα­μιὰ φο­ρὰ μοῦ τὶς ἔ­βρε­χε στὸν πι­σι­νό, μᾶλ­λον χα­ϊ­δευ­τι­κά, μὲ τὴ σκού­πα ἢ τὸ φα­ρά­σι. Ψι­λὰ πρά­μα­τα. Μὲ ἀ­γά­πα­ε. Τὶς νύ­χτες κοι­μό­μα­σταν ἀγ­κα­λιὰ στὸ κρε­βά­τι μας.

       Σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν κῆ­πο, μέ­χρι τὸ ἁ­γιά­ρι* ποὺ μᾶς χώ­ρι­ζε ἀ­π’ τὸ ρέ­μα, εἶ­χα στή­σει τὸ παι­δι­κό μου βα­σί­λει­ο. Ἐ­κεῖ πέρ­να­γα τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες καὶ σπού­δα­ζα τὰ ἐ­ξω­σχο­λι­κά μου μα­θή­μα­τα. Συν­τρο­φιά μου ὁ σκύ­λος, κάμ­πο­σες γά­τες θε­ό­μορ­φες —θη­λυ­κὲς ὅ­λες κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο— καὶ οἱ κό­τες. Μὲ τὶς κό­τες πά­ρε-δῶ­σε δὲν εἶ­χα. Πιὸ ἀ­τί­θα­σες, μὲ ἀ­πό­φευ­γαν. Πή­γαι­ναν καὶ βό­σκα­νε μα­κριά, τὶς ἔ­χα­να ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Ἐρ­χό­ντα­νε μέ­ρες ποὺ χά­νον­ταν ἐν­τε­λῶς γιὰ βδο­μά­δες, ὥ­σπου ξε­φύ­τρω­ναν ἀ­π’ τὸ ρέ­μα μὲ κα­μιὰ ντου­ζί­να κλω­σό­που­λα ἡ κα­θε­μιὰ συ­νο­δεί­α. Ὁ σκύ­λος κι οἱ γά­τες μὲ εἶ­χαν ἀ­πὸ κον­τά, παί­ζα­με μὲ τὶς ὧ­ρες σὰν πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νέ­νας πὼς ἡ παι­δι­κή μου ζω­ὴ ἦ­ταν πα­ρα­δει­σέ­νια. Κι ἔ­τσι θὰ ἦ­ταν, ἂν δὲ βά­λεις στὸ μέ­τρη­μα τὸν κα­η­μό μου νὰ κα­τε­βῶ στὸ ξε­ρό­ρε­μα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω τοὺς λό­φους. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τη, ἔ­χει νάρ­κες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο στὸ γε­φυ­ρά­κι, θὰ σκο­τω­θεῖς, νὰ μὴν πᾶς που­θε­νά. Εὐ­τυ­χῶς, τὰ πρά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν μέ­χρι νὰ κα­βα­τζά­ρω πά­νω-κά­τω τὰ δέ­κα. Ἄ­κου πῶς ἔ­γι­νε:

       Εἶ­πα πὼς εἴ­χα­με κάμ­πο­σες γά­τες. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ Ἀ­πρί­λη οἱ γά­τες γεν­νο­βο­λοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν ἀ­πο­θή­κη. Σὰν κου­νέ­λες οἱ ἄ­τι­μες. Ἡ μά­να πα­ρα­φύ­λα­γε, τὶς ξε­γέ­λα­γε μὲ κά­να κομ­μά­τι ψω­μὶ βου­τηγ­μέ­νο στὸ γά­λα καὶ μά­ζευ­ε τὰ τυ­φλὰ γα­τό­που­λα σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Τὴ γλί­τω­ναν μό­νο τα θη­λυ­κὰ κι αὐ­τὰ ὄ­χι ὅ­λα. Ἄ­φη­νε ζων­τα­νὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε ὄ­μορ­φα χρώ­μα­τα. Ὕ­στε­ρα μ’ ἔ­πι­α­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ τὸ τσου­βά­λι στὴν πλά­τη μὲ πή­γαι­νε βόλ­τα μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ κα­τέ­λη­γε ἡ κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου καὶ φύ­τρω­ναν πυ­κνὲς κα­λα­μι­ές. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­με σπί­τι, τὸ τσου­βά­λι μὲ τὰ γα­τό­που­λα ἤ­τα­νε ἄ­δει­ο.

       Ἔ, λοι­πὸν τί νὰ σοῦ πῶ. Μέ­χρι νὰ βγά­λω τὸ δη­μο­τι­κὸ εἶ­χα γί­νει ἐξ­πὲρ στὸν ἀ­φα­νι­σμό. Δὲν προ­λά­βαι­ναν νὰ γεν­νή­σουν οἱ γά­τες, καὶ τὰ γα­τό­που­λα ἦ­ταν πνιγ­μέ­να στὴ θά­λασ­σα. Μό­νος μου πή­γαι­να. Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ μά­να. Ἤ­μουν κα­λὸς μα­θη­τής της. Σὲ πολ­λὰ τὴν ξε­πέ­ρα­σα. Τά ’­πνι­γα χω­ρὶς ν’ ἀ­κου­στεῖ κίχ. Ἔ­τσι ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ σερ­γι­α­νά­ω στὴν κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου μέ­χρι τοὺς λό­φους. Ὁ­λο­μό­να­χος πάν­τα, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ δὲ μὲ κά­να­νε γοῦ­στο, για­τὶ ὅ­ταν μὲ τσά­τι­ζαν, θύ­μω­να καὶ τὰ πλά­κω­να στὶς μπου­νι­ές. Ὧ­ρες-ὧ­ρες ἤ­θε­λα νὰ τὰ κλεί­σω ζων­τα­νὰ στὸ τσου­βά­λι καὶ νὰ τὰ πνί­ξω στὴ θά­λασ­σα σὰ γα­τιά.

       Τὰ σκέ­φτο­μαι καὶ λι­γώ­νει ἡ ψυ­χή μου ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα. Για­τὶ γιὰ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο ἔ­κα­μα ὅ,τι ἔ­κα­μα ἀλ­λὰ ἡ δου­λειὰ στρά­βω­σε καὶ μπῆ­κα στὰ κάγ­κε­λα. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ στὴ γρά­ψω ἄλ­λη φο­ρά… Μὲ τρώ­ει ἡ ἔ­γνοι­α ἀ­πό­ψε ποι­ός θὰ ξα­λα­φρώ­νει τὴν ἀ­πο­θή­κη ἀ­π’ τὰ γα­τιὰ τώ­ρα ποὺ ἡ μά­να κα­τά­πε­σε.


* μπαντίκι· κόλλημα στὴ λάσπη.
* ἁ­γιά­ρι· μικρὸς γκρεμός, χαντάκι.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


			
Διαφημίσεις