Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Οἱ παποῦλες



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Οἱ πα­ποῦ­λες


Στὴ μνή­μη Γι­ώρ­γη Βα­σι­λό­που­λου


«ΡΕ, γύρ­να πί­σω σοῦ λέ­ου» εἶ­πε κο­φτὰ ὁ γέ­ρος.

       «Θέ­λω νά ’ρ­θω κι ἐ­γὼ» ἀν­τι­μί­λη­σε τὸ παι­δί.

       «Εἶ­σαι μι­κρὸς ἀ­κό­μα.»

       «Ἐ­γὼ θέ­λω νά ’ρ­θω.»

       «Μί­λη­σα.»

       «Θά ’ρ­θω, θά ’ρ­θω θά ’ρ­θω.»

       Ὁ γέ­ρος σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο. Τὸ παι­δὶ ἄ­νοι­ξε τὸ βῆ­μα του γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βει. Ὅ­μως, ὁ γέ­ρος ἔσ­μπη­ξε τὰ πα­πού­τσια του στὴν κοι­λιὰ τοῦ ζων­τα­νοῦ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ὁρ­μὴ κι ὀρ­γή. Ἔλ­πι­ζε ὅ­τι με­τὰ τὸ Ἀ­νά­θε­μα —Ἀ­νά­θε­μα τὸ γο­νιό του! — ὁ μι­κρὸς θὰ κου­ρα­ζό­τα­νε καὶ θὰ γυρ­νοῦ­σε πί­σω. Τὸ παι­δὶ ὅ­μως δαγ­κω­νό­τα­νε κι ὅ­λο ἔ­τρε­χε γιὰ νὰ τὸν προ­κά­νει.

       Μέ­χρι τὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ δὲν ἔ­βγα­λαν ἄ­χνα. Ὁ με­γά­λος γιὰ νὰ μὴν ἀ­κου­στεῖ κι ὁ μι­κρὸς γιὰ νὰ μὴ νευ­ριά­σει ὁ πα­τέ­ρας του. Ὅ­μως, βα­θιὰ μέ­σα του πί­στευ­ε πὼς σὲ λί­γα μέ­τρα ὁ γέ­ρος θὰ μα­λά­κω­νε, θὰ κον­το­στε­κό­ταν, θὰ τοῦ ’­λε­γε «Σάλ­τα πά­νου, ρέ!» καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του θὰ γι­νό­ταν, ἐ­πι­τέ­λους, πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ πή­γαι­νε μα­ζί του γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Τ’ ἄ­λο­γο πέ­ρα­σε καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια σχε­δὸν καλ­πά­ζον­τας.

       Ὁ γέ­ρος εἶ­χε ξε­χα­στεῖ, σί­γου­ρος ὅ­τι εἶ­χε ξεμ­πλέ­ξει ἀ­πὸ τὸν μπε­λά, ὅ­ταν ἄ­κου­σε ξαφ­νι­κὰ τὸ παι­δί, ποὺ εἶ­χε κό­ψει δρό­μο, νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νει πί­σω του.

       «Δὲ θὰ τοῦ πε­ρά­σει» σκέ­φτη­κε καὶ κα­μου­τσί­κη­σε τὸν Ντο­ρή του.

       Ἔ­τρε­χε τ’ ἄ­λο­γο, ἔ­τρε­χε καὶ τὸ παι­δί.

       Τ’ ἄ­λο­γο ἄρ­χι­σε νὰ χλι­μιν­τρά­ει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῆς κα­πι­στρά­νας. Τὸ παι­δὶ ἔ­νι­ω­θε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ τό ’­χε βά­λει πεῖ­σμα νὰ τὸν φτά­σει στὴ στρο­φή.

       «Γύρ­να πί­σω τὸν ἀν­τι­λα­δό σου μὴ σὲ κι­ό­σω(1) γιὰ παι­δὶ» τοῦ φώ­να­ξε φτά­νον­τας στὶς Κα­στα­νι­ές.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος ὁ μπε­λὰς συ­νέ­χι­ζε.

       «Ἤ­τα­νε σκλη­ρὸ κα­ρύ­δι, ἀλ­λὰ θὰ γί­νει του­λά­χι­στο ντερ­βι­σό­παι­δο ὅ­ταν με­γα­λώ­σει» σκέ­φτη­κε ὁ γέ­ρος μὲ κρυ­φὴ πα­τρι­κὴ πε­ρη­φά­νια.

       Μὲ τὰ πολ­λά, ὅ­μως, σὰν εἶ­δε ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα μὲ τ’ ἄ­γριο, μα­λά­κω­σε μό­νε-μό­νε(2).

       «Γύρ­να πί­σω, ρὲ Γι­ώ­ρη, θὰ σὲ ψά­χνει ἡ μά­να σου καὶ θὰ σ’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τ’ ἀ­δέρ­φια σου. Γύρ­να πί­σω ρέ, κι ἐ­γὼ θὰ σοῦ πά­ρω πρά­μα­τα» ὑ­πο­σχέ­θη­κε μα­λα­κω­μέ­νος.

       Ὁ μι­κρὸς μὴν μπο­ρών­τας ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­πὸ τὴν τρε­χά­λα, κι ὄ­χι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε τὸν πα­τέ­ρα του, στά­θη­κε γιὰ λί­γο στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου.

       Βλέ­πον­τας τὸν μι­κρὸ νὰ κον­το­στέ­κε­ται, καὶ νι­ώ­θον­τας πε­ρη­φά­νια ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­κε γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὁ γέ­ρος βί­τσι­σε τ’ ἄ­λο­γο καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴ δη­μο­σιά.

       Τὸ παι­δί, σὰν εἶ­δε τ’ ἄ­λο­γο νὰ χά­νε­ται στὴ στρο­φὴ καὶ στὴν πρω­ι­νὴ πά­χνη, τὸ ἔ­πια­σε ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ποὺ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ θὰ ἔ­χα­νε τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι ἕ­να μπου­ρί(3), ποὺ τὰ ξα­δέρ­φια του πά­λι θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν καὶ θὰ τοῦ τὸ κο­πα­νά­γα­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι. Δαγ­κώ­θη­κε γιὰ νὰ μὴν κλά­ψει, ἀλ­λὰ βα­θιὰ μέ­σα του ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Μό­νο ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς. Ἄρ­χι­σε νὰ βουρ­κώ­νει. Ὅ­λα θό­λω­σαν. Ὅ­μως μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κρυ­σμέ­νων μα­τι­ῶν του τὶς εἶ­δε νὰ πρα­σι­νί­ζουν προ­κλη­τι­κὰ μπρο­στά του, σχε­δὸν πα­ρα­κα­λών­τας τον. Πα­ρα­κα­λών­τας τον νὰ κυ­λι­στεῖ πά­νου τους. Πά­νου στὶς ψω­μω­μέ­νες πα­πού­λες(4), ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες νὰ μα­ζευ­τοῦν. Σύν­το­μα, μπο­ρεῖ κι αὔ­ριο κι­ό­λας, ὁ πα­τέ­ρας του θὰ ἔ­παιρ­νε τὰ ἀ­δέρ­φια του καὶ τὰ ξα­δέρ­φια του στὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­ποῦ­λες γιὰ νὰ τὶς κό­ψουν. Κι ἐ­κεῖ θ’ ἀ­να­κοί­νω­νε ὅ­λο πε­ρη­φά­νια τὰ νέ­α γιὰ τὸ κα­μά­ρι του. «Μέ­χρι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος. Μέ­χρι τὶς Κα­στα­νι­ές. Εἶ­δα κι ἔ­πα­θα, γιὰ παι­δί, νὰ τό­νε γυ­ρί­σω πί­σω. Ἤ­θε­λε ἡ ἀ­φεν­τιά του, μι­σὴ με­ρί­δα ἄν­τρω­πος, πα­νη­γύ­ρι.» Ἄ­κου­γε ἤ­δη τὰ αὐ­ρια­νὰ πε­ρι­γέ­λια τους καὶ τὰ πει­ράγ­μα­τά τους.

       Ἔ ὄ­χι! Δὲ θὰ τοῦ πέρ­να­γε τοῦ γέ­ρου. Δὲ φτά­νει ποὺ δὲν πῆ­γε στὸ πα­νη­γύ­ρι, δὲ φτά­νει ποὺ θὰ δού­λευ­ε σκλη­ρὰ αὔ­ριο, θὰ γι­νό­τα­νε καὶ πε­ρί­γε­λος;

       Ξα­πλά­ρω­σε τέν­τα-ρέν­τα στὴν ἀ­νη­φό­ρα κι ἄρ­χι­σε νὰ κυ­λι­έ­ται κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο. Ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτὸ τοῦ πῆ­ρε μέ­χρι νὰ φτά­σει ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, ἕ­να λε­πτὸ ποὺ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ τοῦ στε­γνώ­σει τὰ μά­τια καὶ νὰ τοῦ δώ­σει τὴ δύ­να­μη νὰ ξα­να­νέ­βει στὴν πά­νου με­ριά, νὰ ξα­πλώ­σει ξα­νὰ τέν­τα-ρέν­τα καὶ νὰ κυ­λι­στεῖ ξα­νὰ κα­τὰ τὸν κα­τή­φο­ρο καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σε στὶς φραγ­κο­συ­κι­ὲς τοῦ μπάρ­μπα του στ’ ἀ­να­το­λι­κὸ σύ­νο­ρο.

       Τὸ μπου­ρί του εἶ­χε γί­νει κα­πι­νός. Οἱ πα­ποῦ­λες ἴ­σω­μα.

       Ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του, σφούγ­γι­σε τὴ μύ­τη του, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται σ’ ἕ­να χο­ρὸ ἔκ­στα­σης καὶ μέ­θης. Μα­ζί του ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται γύ­ρω του τὰ λι­ό­φτα, τὰ κυ­πα­ρίςσσα κι οἱ φραγ­κο­συ­κι­ές, ποὺ ἔ­γι­ναν με­μιᾶς που­λη­τά­δες, ἀ­λο­γά­δες, κα­λα­τζῆ­δες καὶ πα­στε­λά­δες. Κι ἔ­γι­νε ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πα­νη­γύ­ρι τὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες. Θά ’­λε­γε λοι­πόν, στὰ ξα­δέρ­φια του πὼς εἶ­χε πά­ει τὸ πα­νη­γύ­ρι σὲ κεῖ­νον καὶ τὰ εἶ­δε οὗ­λα. Μέ­χρι καὶ πρά­μα­τα ἀ­γό­ρα­σε. Ἐ­κεῖ­να ποὺ θά ’­φερ­νε ὁ πα­τέ­ρας του, ὅ­πως τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πρὶν σκα­πε­τή­σει.

       Χα­μο­γέ­λα­σε πο­νη­ρά, ἔ­σα­ξε τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να σκου­τά­κια(5) του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ στρο­βι­λί­ζε­ται χα­ρού­με­νος σὰ μι­κρὸς πε­ρή­φα­νος ντερ­βί­σης στὸ μα­λα­κὸ χω­ρά­φι μὲ τὶς πα­τη­μέ­νες πα­ποῦ­λες.


(1) τελειώσω, σκοτώσω.
(2) λίγο-λίγο.
(3) γινάτι.
(4) λαθούρι, τὸ φυτὸ τῆς φάβας.
(5) ροῦχα.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: