Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#6]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα


ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ τοῦ 2019 κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἡ ἐνδια­φέ­ρουσα συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Samanta Schweblin μὲ τί­τλο Mouthful of birds. Μελε­τη­τές της ἐντοπίζουν συσχε­τισμοὺς μὲ προ­δρό­μους τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως οἱ Raymond Carver καὶ Franz Kafka, ἀλ­λὰ καὶ μὲ δύ­ο κλα­σι­κὲς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του, τὶς Eudora Welty καὶ Flannery O’ Connor. Ἡ Schweblin ἑ­στιά­ζει στὰ μι­κρά, κα­θη­με­ρι­νὰ θέ­μα­τα καὶ στὰ σκο­τει­νὰ ὑ­πο­στρώ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ συ­νή­θως λε­κτι­κὰ σχή­μα­τα ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νουν τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α σὲ ὅ­ποι­ο θέ­μα πραγ­μα­τεύ­ε­ται (πα­ρα­βο­λή, με­τα­φο­ρά, ἀλ­λη­γο­ρί­α καὶ εἰ­κό­να), χωρὶς λυρισμό, μὲ σχε­δὸν παι­δι­κὴ φαν­τα­σί­α, ἐλ­λειπτι­κότητα καὶ χιοῦμορ. Συν­δυά­ζει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρά­δο­σης μὲ καφ­κι­κὰ στοι­χεῖ­α: τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­στεί­ου στὴν ἐ­φι­αλ­τι­κὴ καὶ ἀ­να­πό­δρα­στη ἀ­γω­νί­α τῆς ὕ­παρ­ξης, τὴν ὑ­πο­νό­μευ­ση τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τὴν ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ ὡς συν­θή­κη καὶ τοῦ ἀλ­λό­κο­του ὡς δε­δο­μέ­νο. Τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα τῆς συλ­λο­γῆς (μὲ τί­τλο «Highlights»[1]), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ σύ­ζυ­γός της σὲ μιὰ ἔ­ρη­μη πε­ρι­ο­χὴ τὸ βρά­δυ ποὺ βρί­σκον­ται κα­θ’ ὁ­δὸν τοῦ γα­μή­λιου τα­ξι­διοῦ τους. Τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι σύν­το­μα ἀ­να­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χὴ εἶ­ναι γε­μά­τη ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες νύ­φες καὶ τό­σο ἡ δο­μὴ ὅ­σο καὶ ἡ πλο­κὴ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος ἀ­πο­κτᾶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ δι­α­στά­σεις ἀρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας.

       Στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν καὶ τὰ μέ­λη τοῦ Oulipo. Ἡ χρή­ση ὅ­μως τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ Lou Beach ἢ ἡ Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ἔ­χει συμ­βάλ­λει στὴ δι­ά­δο­ση καὶ καλ­λι­έρ­γεια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δὲ στο­χεύ­ει ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ δο­κι­μὴ τῶν ὁ­ρί­ων τῆς γλώσ­σας, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ δη­μι­ουρ­γί­α κει­μέ­νων μὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα, πα­ρὰ τὴ συμ­πύ­κνω­σή τους. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζον­ται συ­σχε­τι­σμοὶ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸ Oulipo, συ­νή­θως ἡ ἔ­ρευ­να ἑ­στιά­ζει στοὺς Raymond Queneau, Italo Calvino καὶ Anne Garréta. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Oulipo μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Prix Medicis τὸ 2002 γιὰ τὸ βι­βλί­ο της Pas un jour (Not one day) με­τὰ τὸν George Perec (γιὰ τὸ Ζωή: Ὁ­δη­γίες χρή­σε­ως, τὸ 1978) καὶ ἡ πρώ­τη γυ­ναί­κα μέ­λος τοῦ κι­νή­μα­τος ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, μὲ τί­τλο Sphinx (1986), στὰ ἀγ­γλι­κὰ γιὰ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀ­νά­με­σά σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου γέ­νους.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν κα­τ’ ἐ­πι­λο­γή, βρί­σκε­ται ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Behrouz Boochani, τοῦ Κούρ­δου-Ἰ­ρα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου καὶ συγ­γρα­φέ­α ποὺ κρα­τεῖ­ται σὲ κέν­τρο με­τα­να­στῶν στὴ Νέ­α Γου­ϊ­νέ­α τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια καὶ φέ­τος κέρ­δι­σε τὰ δύ­ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρα βρα­βεῖ­α γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Κα­τά­φε­ρε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ τὰ δύ­ο βι­βλία του στέλ­νον­τάς τα τμη­μα­τι­κὰ μέ­σῳ ἐ­φαρ­μο­γῆς κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας σὲ φί­λους ποὺ τὰ συγ­κέν­τρω­σαν σὲ ἑ­νια­ῖα κεί­με­να, χω­ρὶς ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει εἰ­κό­να τοῦ συ­νό­λου τοῦ κει­μέ­νου του. Ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες κρά­τη­σής του, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, θὰ κιν­δύ­νευ­αν μὲ κα­τα­στρο­φὴ ἢ κλο­πὴ καὶ τὰ χει­ρό­γρα­φά του. Πα­ρὰ τὴν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πό­φα­ση τῶν κρι­τῶν γιὰ τὴ δι­ά­κρι­σή του, τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­θη­κε νὰ πα­ρα­στεῖ στὴν τε­λε­τὴ ἀ­πο­νο­μῆς τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2019, κι ἔ­τσι τὰ ἀ­πο­δέ­χτη­κε μὲ μιὰ σύν­το­μη μαγνη­τοσκο­πη­μένη ὁμι­λία του ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο κρά­τη­σης.

       Ἡ μπα­λάντα τοῦ λυ­πη­μένου κα­φε­νείου (1951) τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Car­son McCul­lers πραγ­μα­τεύ­ε­ται πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μὲ τὴ νου­βέ­λα τοῦ Tho­mas Mann (1939) Ἡ Λό­τε στὴ Βαϊ­μά­ρη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ­ρω­ΐδα κα­τα­λύ­ει σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ παν­δο­χεῖ­ο καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πα­ρα­μο­νῆς της ἀ­να­στα­τώ­νε­ται ἐκ βά­θρων ὁ μι­κρό­κο­σμος τῆς πό­λης. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers, ἡ συγ­κρο­τη­μέ­νη, δύ­στρο­πη δε­σποι­νὶς Ἀ­μέ­λια, ἰ­δι­ο­κτή­τρια τοῦ κα­φε­νεί­ου, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μὲ ἀ­πρό­σμε­νη παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια τὸν μι­κρό­σω­μο, καμ­πού­ρη, συμ­πλεγ­μα­τι­κὸ ἐ­ξά­δελ­φο Λά­ι­μον ποὺ φτά­νει στὴ μι­κρή τους πό­λη καὶ τὴν τα­ρά­ζει κι ἔ­τσι ξε­κι­νά­ει μιὰ μι­κρὴ ὀ­δύσ­σεια ποὺ βι­ώ­νει ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα. Οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Mann εἶ­ναι φω­τει­νοὶ κι εὐ­χά­ρι­στοι: ἡ ἀρ­τί­στα Λό­τε καὶ ὁ (γνω­στὸς) Γκαῖ­τε, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πο­νο­εῖ­ται ὅ­τι «παί­ζει» ἡ Λό­τε σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα εὐ­ω­χί­ας ποὺ θυ­μί­ζει κω­μω­δί­α γιὰ ὄ­πε­ρα. Στὴ νου­βέ­λα τῆς McCullers «ἀ­κού­γε­ται» μιὰ χα­μη­λό­φω­νη μπα­λάν­τα ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ François Villon, ἀλ­λὰ μὲ ἥ­ρω­ες συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­παρ­χί­ας. Καὶ στὶς δύ­ο σύν­το­μες νου­βέ­λες, ὅ­μως, κα­τα­δει­κνύ­ε­ται ἡ κα­τα­λυ­τι­κὴ ἀλ­λη­λο­δρά­ση ἑ­νὸς ξέ­νου μὲ τὰ μέ­λη μιὰ μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι ἡ ζω­ὴ ὀ­ξυ­γο­νώ­νε­ται ὅ­ταν ἀ­να­δεύ­ε­ται, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ἥ­ρω­ες καὶ οἱ μι­κρό­κο­σμοί τους βι­ώ­νουν ὅ,τι πε­ρι­γρά­φει ἡ με­ξι­κα­νι­κὴ πα­ροι­μί­α: Pu­eblo chi­co, in­fier­ne gran­de (Μι­­κρὴ πό­­λη, με­­γά­­λη κό­­λα­­ση).


Τὸ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο The collected stories τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Diane Williams, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει στοὺς ζων­τα­νοὺς θρύ­λους τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς avant-garde κι ἔ­χει δι­α­δρα­μα­τί­σει κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ ἀ­πο­δο­χὴ κυ­ρί­ως τῆς ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Μα­ζὶ μὲ τὴν Lydia Davis, πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς κρι­τι­κῆς, εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου ὕ­φους τους (ἀ­κραί­α ἀ­φαί­ρε­ση στὴ γλώσ­σα, ἐμ­μο­νὴ μὲ τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ ἀ­φή­γη­ση κι ἐ­πι­μο­νὴ στὴν ἀ­νά­δει­ξη τῆς πα­ρα­δο­ξό­τη­τας φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σή­μαν­των θε­μά­των), ἢ λό­γῳ τῆς δυ­σκο­λί­ας τα­ξι­νό­μη­σης τῶν κει­μέ­νων τους σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἡ μὲν Davis βρα­βεύ­θη­κε μὲ τὸ Booker Pri­ze τὸ 2013, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κὴ φω­νή της στὴ συλ­λογὴ δι­ηγη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σιῶν της, ἡ δὲ Williams, ἵ­δρυ­σε τὸ 2000 τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Noon, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται ὁ­δο­δεί­κτης νέ­ων, πρω­το­πο­ρια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φω­νῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν.


Ἡ Ἐλ­βε­τί­δα συγ­γρα­φέ­ας Fleur Jaeg­gy ἀ­πα­σχο­λεῖ τε­λευ­ταί­α τὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἐ­ξε­τά­ζε­ται τὸ λα­κω­νι­κὸ ὕ­φος στὰ (ὑ­περ)σύν­το­μα πε­ζά της, καὶ ἡ λο­ξὴ μα­τιά της στὸν τρό­πο ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θά­να­το καὶ τὴ ζω­ὴ ὑ­πὸ τὴ μό­νι­μη σκιά του. Στὸ ἔρ­γο της ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κές του Ἄν­τον Τσέ­χωφ, ἑ­νὸς ἀ­κό­μα προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους. Ἡ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο I’m the bro­ther of XX (2017) βρίθει δι­α­κει­με­νι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἥ­ρω­ες ἀ­πὸ τὸν Cal­vino  ἕ­ως τὴν In­ge­borg Bach­mann καὶ τὸν Jo­seph Brod­sky. Τὰ τρί­α δο­κί­μια-μι­κρο­γρα­φί­ες γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν Tho­mas De Quin­cey, John Keats καὶ Mar­cel Schwob ἀ­παρ­τί­ζουν τὸ βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο The­se Pos­sible li­ves (2017) καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας κι ἐ­δῶ, ὀ­φεί­λει πολ­λὰ στὴ συ­στη­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γειά της τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς Jaeggy κα­τα­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ νὰ ἀ­να­θε­ω­ρεῖ τὸ αὐ­το­νό­η­το, ὅ­τι δη­λα­δὴ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο ἀγ­γλό­φω­να καὶ ἱ­σπα­νό­φω­να κεί­με­να. Ἰ­δί­ως με­τὰ καὶ τὰ πρόσ­φατα διε­θνῆ συ­νέ­δρια, πλη­θαί­νουν ἀ­να­φο­ρές στὸν Pie­rre Betten­court, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν ὁ­ποῖ­ο μᾶς εἶ­χε συ­στή­σει ὁ Ἐ.Χ.Γο­νατᾶς, ἀλ­λὰ καὶ στὸν I­talo Svevo, ἕ­ναν ἀ­κό­μα κορυ­φαῖο ἐκπρό­σωπο τοῦ δυτι­κοῦ μο­ντερ­νι­σμοῦ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἄγ­γλο θε­ω­ρη­τι­κὸ Lee Rourke, ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης στοὺς προδρό­μους τῆς σύγ­χρονης μικρο­μυθο­πλασίας, μα­ζὶ μὲ τοὺς Ka­fka καὶ Ro­bert Wal­ser.


Τὸ 1919 ἡ Virginia Woolf στὸ δο­κί­μιό της «Modern Fiction», (δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1921, ὅ­πως καὶ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζά της Blue and Green), ἀ­να­ζη­τᾶ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ ἐκ­φρά­ζει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος ἀ­πὸ τὶς κοι­νω­νι­κὲς συμ­βά­σεις. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Lee Rourke δὲ χρει­α­ζό­ταν νὰ ψά­ξει πο­λὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Robert Walser. Ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔργο του, «Νὰ εἶ­σαι μι­κρὸς καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νεις μι­κρός» ζων­τα­νεύ­ει μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο στὰ κεί­με­να ποὺ ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του σὲ νευ­ρο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κὲς ἀ­πὸ τὸ 1933 ἕ­ως τὸ θά­να­τό του (1956). Ὁ ἴ­διος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἐγκα­τα­λείψει τὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χε ἐγ­κλει­στεῖ ἑ­κου­σί­ως γιὰ νὰ γρά­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τρε­λα­θεῖ. Ἔ­τσι, ὅ­ταν πέ­θα­νε, τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για ποὺ βρέ­θη­καν στὴν κα­το­χή του καὶ ἦ­ταν κα­τά­στι­κτα μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γράμ­μα­τα σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­λει­πτη καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτη γρα­φὴ μὲ ἀ­χνὸ μο­λύ­βι, πι­θα­νο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἀ­συ­νάρ­τη­τες ση­μει­ώ­σεις σὲ μιὰ κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­νο­ή­σει. Τὸ 1972, ὅ­μως, ἀ­να­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν σύν­το­μα, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να ἀ­φη­γή­μα­τα, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος καὶ τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, γραμ­μέ­να μὲ τὴ με­σαι­ω­νι­κή, γερ­μα­νι­κὴ γρα­φὴ Alte Deu­tsche Schrift, ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται ἂν θέ­λει κά­ποι­ος νὰ γρά­ψει ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο ἀ­φή­γη­μα στὸ πί­σω μέ­ρος μιᾶς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κάρ­τας. Ὁ Walser τὴν εἶ­χε δι­δα­χθεῖ ὡς μα­θη­τὴς καὶ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­σε ὡς ἔγ­κλει­στος. Τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­τὰ κυ­κλο­φό­ρη­σαν συγ­κεν­τρω­μέ­να μό­λις τὸ 2012 μὲ τὸν τί­τλο Micro­scripts. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ συ­ναρ­πα­στική ὀδύσ­σεια ἐσω­τε­ρικῆς δια­μά­χης καὶ πει­ρα­μα­τι­σμοῦ, γραμ­μέ­νη στὴ μικρό­τερη δυ­να­τή κλί­μακα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­χθεῖ χει­ρο­γρα­φως καὶ νὰ τὴ δι­α­κρί­νει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι.

       Στὶς 6 Νο­εμ­βρί­ου 1915, ὁ Franz Kafka ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο του[2]: «Τὸ θέ­α­μα τοῦ κό­σμου ποὺ κι­νεῖ­ται σὰν τὰ μυρ­μήγ­κια μπρο­στὰ στὸ χα­ρά­κω­μα καὶ μέ­σα του.» Ἡ λα­κω­νι­κὴ αὐ­τὴ κα­τα­χώ­ρι­σή του συ­νο­ψί­ζει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ εἶ­χε κά­νει τὸ ὁ­μοί­ω­μα χα­ρα­κώ­μα­τος ποὺ εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες σὲ προ­ά­στιο τῆς Πρά­γας, ὡς ψυ­χα­γω­γι­κὸ θέ­α­μα ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, προ­κει­μέ­νου νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν χρή­μα­τα γιὰ τὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρό. Μὲ τὴ λή­ξη τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 1918, ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου εἶ­ναι ἡ προ­σω­ρι­νό­τη­τά του. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α μπρο­στὰ στὴ φευ­γα­λέ­α στιγ­μὴ οἱ αἰ­ῶ­νες δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», καὶ πα­ρα­κά­τω, «Ζω­ὴ ση­μαί­νει νὰ βρί­σκε­σαι στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς· μὲ μιὰ μα­τιὰ νὰ βλέ­πεις τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­χεις δη­μι­ουρ­γή­σει[3]».


Ἂν δι­α­βά­σει κα­νεὶς τὶς Τρεῖς γυναῖ­κες, τὶς τρεῖς σύν­το­μες νου­βέ­λες τοῦ Robert Musil, θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἀ­παν­τά­ει στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ δι­α­τέ­μνει ὅ­λο το ἔρ­γο του: «πῶς γί­νε­ται νὰ ζή­σου­με πλη­ρέ­στε­ρα; μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἑ­νὸς κιν­δύ­νου[4].» Ἐ­πι­πλέ­ον, στὴ Γκρί­τζα (1921) ἐν­το­πί­ζε­ται μιὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κή, συ­νή­θης, πλέ­ον, στὴ μικρομυθοπλασία: πε­τυ­χαί­νει μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­να­τρο­πὴ τῆς ἀν­τι­λη­πτι­κῆς πα­ρά­στα­σης μέ­σῳ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὅ­ρα­σης. Ἐ­νῶ πε­ρι­γρά­φει τί ἔ­βλε­παν ἐρ­γά­τες, μη­χα­νι­κοὶ καὶ χω­ρι­κοὶ ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σαν πρὸς τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἀν­τι­στρέ­φει τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νία 180ο: «Ὅ­ταν βρί­σκον­ταν [τὰ ἄ­λο­γα] σὲ κά­ποι­α σπη­λιὰ τοῦ βου­νοῦ, δε­μέ­να ἀ­νὰ τρί­α ἢ ἀ­νὰ τέσ­σε­ρα σὲ κά­ποι­ο πε­σμέ­νο δέν­τρο καὶ περ­νοῦ­σες στὶς τεσ­σε­ρά­μι­σι ἀ­πὸ μπρο­στά τους, ἀ­φοῦ εἶ­χες ξε­κι­νή­σει μὲ φεγ­γα­ρό­φω­το στὶς τρεῖς το πρω­ί, τό­τε γύ­ρι­ζαν ὅ­λα μα­ζὶ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριά σου· ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, μέ­σα στὸ ἄ­ψυ­χο φῶς τῆς χα­ραυ­γῆς, ἔ­νι­ω­θες σὰν κά­ποι­α σκέ­ψη ἑ­νὸς πο­λὺ ἀρ­γοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ.»

       Ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὸς σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τε­χνι­κὲς καὶ ὁ Jorge Luis Bor­ges, ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους προ­δρό­μους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Νό­τος», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο Τε­χνά­σμα­τα (1944), ὁ Ντάλ­μαν, ὁ κεν­τρι­κὸς ἥ­ρω­ας, τα­ξι­δεύ­ει μὲ τὸ τρέ­νο πρὸς τὴν πα­τρί­δα του: […] «εἶ­δε ρε­μα­τι­ὲς καὶ λι­μνο­θά­λασ­σες καὶ ζων­τα­νά· εἶ­δε με­γά­λα, φεγ­γο­βό­λα σύν­νε­φα, ποὺ θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν μαρ­μά­ρι­να – κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­με­θό­δευ­τα καὶ σκόρ­πια, σὰ νά ‘ταν ὄ­νει­ρα τοῦ κάμ­που». Κο­ρυ­φαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὴ συλ­λο­γή του Τὸ Ἄ­λεφ (1949). Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος ση­μει­ώ­νε­ται τὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸν Ἄμ­λετ, «Ὤ, Θε­έ μου, θὰ μπο­ροῦ­σα νά ’μαι κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο καὶ νὰ θε­ω­ρῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου βα­σι­λιὰ τῆς ἀ­πε­ραν­το­σύ­νης» καὶ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Μπόρ­­χες, βλέ­πει στὸ σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ σὲ μιὰ γι­γαν­τια­ία στιγ­μὴ τὸν σύμ­παν­τα κό­σμο μέ­σα σὲ μιὰ φω­τει­νή, ἰ­ρι­δί­ζου­σα σφαί­ρα δι­α­μέ­τρου δύ­ο-τρι­ῶν ἑ­κα­το­στῶν. «[…] εἶ­δα τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ σκο­τει­νοῦ μου αἵ­μα­τος, εἶ­δα τὸ πλέγ­μα τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ θα­νά­του, εἶ­δα τὸ Ἄ­λεφ ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πρί­σμα­τα, εἶ­δα τὴ Γῆ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ καί, ξα­νά, μέ­σα στὴ Γῆ τὸ Ἄ­λεφ καὶ μέ­σα στὸ Ἄ­λεφ τὴ Γῆ, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ σω­θι­κά μου, εἶ­δα τὸ πρό­σω­πό σου καὶ ζα­λί­στη­κα κι ἔ­κλα­ψα, για­τὶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν δεῖ αὐ­τὸ τὸ μυ­στι­κὸ καὶ ἐ­πα­γω­γι­κὸ πράγ­μα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κα­πη­λευ­θεῖ τ’ ὄ­νο­μά του, μὰ ποὺ κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν τό ’χει δεῖ πο­τέ: τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο συμ­παν[5]».

       Ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ ὁ Ju­lio Cor­tá­zar, ἐ­πί­σης κύ­ριος πρό­δρο­μος τοῦ εἴ­δους. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιὰ»[6] (1966), γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀ­φή­γη­ση ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ πα­ράλ­λη­λους χρό­νους, δι­α­πλέ­κον­τας ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ δύ­ο ἐ­ρω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μί­α ἀ­πὸ τὴ ρω­μα­ϊ­κὴ καὶ μί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ καὶ ἡ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α ἀλ­λά­ζει δια­ρκῶς. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ὑ­περ­σύν­το­μο «Χε­λῶ­νες καὶ κρο­νό­πιο» (1962)[7], δι­ε­γεί­ρει ἀ­κα­ρια­ῖα καὶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­ψη καὶ συ­ναί­σθη­μα καὶ ἀ­πο­γει­ώ­νει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐν­συ­ναί­σθη­σης μὲ μί­α μό­νο κί­νη­ση: «Εἶ­ναι γε­γο­νὸς πὼς οἱ χε­λῶ­νες ἀ­γα­ποῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν τα­χύ­τη­τα, πράγ­μα πο­λὺ φυ­σι­κό. Οἱ ἐ­σπε­ράν­σα τὸ ξέ­ρουν ἀλ­λὰ δὲν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται. Οἱ φά­μα τὸ ξέ­ρουν καὶ τὶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Οἱ κρο­νό­πιο τὸ ξέ­ρουν καί, κά­θε φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τοῦν μιὰ χε­λώ­να, βγά­ζουν τὸ κου­τὶ μὲ τὶς χρω­μα­τι­στὲς κι­μω­λί­ες καὶ πά­νω στὸν στρογ­γυ­λὸ πί­να­κα τῆς χε­λώ­νας ζω­γρα­φί­ζουν ἕ­να χε­λι­δό­νι.» Ἐ­τού­τη τὴν ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ βα­θιᾶς ἐν­συ­ναί­σθη­σης τῶν φαν­τα­στι­κῶν πλα­σμά­των τοῦ Cortazar θὰ μπο­ροῦ­σε θε­ω­ρη­τι­κὰ νὰ αἰ­τι­ο­λο­γεῖ ὁ Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, ὅ­ταν, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1957 στὸ Πα­ρί­σι, ση­μεί­ω­νε: «Κα­τὰ βά­θος εἶ­μαι ζή­τη­μα φω­τός[8]». Ἀλ­λὰ νὰ τὰ ἐ­ξαν­θρω­πί­ζει ὁ Ferna­ndo Pes­soa, ἐ­πί­σης πρό­δρο­μος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­ταν στὸ Βι­βλίο τῆς ἀνη­συ­χίας (1913-35) γρά­φει: «Ὅ­ταν θέ­λω νὰ σκε­φτῶ, βλέ­πω», «Για­τί ἐ­γὼ ἔ­χω τὸ μέ­γε­θος αὐ­τοῦ ποὺ βλέ­πω κι ὄ­χι τὸ μέ­γε­θος τοῦ ὕ­ψους μου», ἐ­φό­σον πί­στευ­ε ὅ­τι «Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸς κό­σμος εἶ­ναι μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ πὼς τε­λι­κὰ «Εἴ­μα­στε δύ­ο ἄ­βυσ­σοι-ἕ­να πη­γά­δι ποὺ κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

μον­τερ­νι­σμός, Bauhaus, ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός, μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΦΕΤΟΣ, συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἕ­νας αἰ­ώ­νας ἀ­πὸ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Βα­ϊ­μά­ρης καὶ ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τῆς σχο­λῆς τέ­χνης τοῦ Bauhaus (1919) ποὺ εὐ­δο­κί­μη­σε μέ­σα στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ δυ­τι­κοῦ μοντερ­νι­σμοῦ. Ἡ σχο­λὴ τοῦ Bau­haus, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἐπί­δραση ὑπῆρ­ξε ἐντο­νό­τερη στὴν Ἀμερική, ἐ­πει­δὴ μὲ τὴν ἀ­νά­δυ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ δι­α­λύ­θη­κε τὸ 1933 καὶ δι­έ­φυ­γαν ἐ­κεῖ πολ­λὰ μέ­λη της, ἱ­δρύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Wal­ter Gro­pius, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε μί­α τέ­χνη προ­σι­τὴ στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό. Ἡ (ἀ­κραί­α) ἀ­φαί­ρε­ση, ἡ κα­θα­ρό­τη­τα στὴ φόρ­μα, ὁ συν­δυα­σμὸς τοῦ αὐ­στη­ροῦ μὲ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος τοῦ Bau­haus ἐμ­φύ­ση­σαν νέ­ες ἰ­δέ­ες στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ 1922, ὁ Gropius, προ­σκα­λεῖ στὴ Βα­ϊ­μά­ρη τὸν Was­sily Kandin­sky, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει κα­θή­κον­τα κα­θη­γη­τῆ καὶ ἀν­τι­προ­έ­δρου στὴ σχο­λὴ μέ­χρι τὸ 1933. Ὁ Kandinsky στὴν πραγ­μα­τεί­α του Γιὰ τὸ πνευματικὸ στὴν τέχνη (1912) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι «τὴ στιγ­μὴ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὅ­λες οἱ τέ­χνες τεί­νουν σὲ μιὰ ἀ­να­με­τα­ξύ τους προ­σέγ­γι­ση, μὲ βά­ση τὴν κοι­νὴ τά­ση τους πρὸς τὴν ἀ­φαί­ρε­ση (πνευ­μα­τι­κό­τη­τα)».

       Ὁ μον­τερ­νι­σμός, στὸ πλαί­σιο τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται ἀρ­κε­τοὶ πρό­δρο­μοι τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἐκ­φρά­στη­κε καὶ μέ­σῳ τῆς δυ­τικῆς λογο­τε­χνίας καὶ εὐ­νό­η­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πέ­φε­ρε δο­μι­κὲς ἀλ­λα­γὲς στὴν ἀ­φή­γη­ση, ὅ­πως τὴν ἀ­πο­φυ­γὴ πραγ­μά­τευ­σης χα­ρα­κτή­ρων ἢ ζη­τη­μά­των ἠ­θι­κῆς, τὴν ἑ­στί­α­ση στὰ γε­γο­νό­τα, χω­ρὶς ἀ­πα­ραί­τη­τα χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρά, καὶ τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τῆς συ­νειρ­μι­κῆς καὶ μνη­μο­νι­κῆς ἀ­φή­γη­σης. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ παι­γνι­ῶ­δες ὕ­φος, ἐ­νί­ο­τε μὲ τὴν παι­γνι­ώ­δη σο­βα­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὁ Πλά­τω­νας[9], τὸν πει­ρα­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ Ἐ­αυ­τοῦ, τοῦ Ἄλ­λου, τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, τοῦ λό­γου ὕ­παρ­ξης, σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἄλ­λα­ζε μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.

       Στὸ βι­βλί­ο γιὰ τοὺς μύ­θους τοῦ Niko­lai Leskov ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ γερ­μα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τὸ 1936, ὁ Walter Benja­min στὴν εἰσα­γωγή του συ­νο­ψί­ζει μὲ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἀ­πο­σταγ­μα­τι­κό του λό­γο τὴν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Α’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου: «Μιὰ γε­νιὰ ποὺ εἶ­χε μά­θει νὰ πη­γαί­νει σχο­λεῖ­ο μὲ ἅ­μα­ξες, τώ­ρα στε­κό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νὸ στὴν ἐ­ξο­χή, ὅ­που τί­πο­τε δὲν εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, καὶ κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τά, σ’ ἕ­να πε­δί­ο μά­χης καὶ ρα­γδαί­ας κα­τα­στρο­φῆς, βρι­σκό­ταν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.» Ἀν­τί­στοι­χα, οἱ γε­νι­ὲς τῶν δε­κα­ε­τι­ῶν ’70–’90 ποὺ ἀ­να­τρά­φη­καν ἀ­πὸ γο­νεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου πέ­ρα­σαν τα­χύ­τα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­λο­γι­κὴ στὴν ψη­φια­κὴ ἐ­πο­χή, ἀ­πέ­κτη­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πουν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο στὸ κε­φά­λι μιᾶς καρ­φί­τσας[10] καὶ βί­ω­σαν τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, τὸ ἀ­δι­α­νό­η­το κύ­μα βί­ας καὶ μί­σους ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ σε­λί­δα τῆς ἱ­στο­ρί­ας.


Πολ­λοὶ με­λε­τη­τὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­μως ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου εἶ­ναι πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κή. Ἀρ­κεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ὅ­τι βι­ώ­νου­με τὴν «κο­ρύ­φω­ση τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας» στὴν Ἀνθρωπόκαινο ἐ­πο­χή μας, μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ ἀ­να­ζη­τά­ει τρό­πους με­τοί­κη­σής μας σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Στὸ ἴ­διο πνεῦ­μα ἀ­να­ζή­τη­σης βρί­σκε­ται καὶ ἡ τέ­χνη. Ἕ­να μό­νο ἐν­δει­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Ἀρ­γεν­τι­νοῦ εἰ­κα­στι­κοῦ Tomás Saraceno, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σί­α­σε τὸ 2011 στὴ Γερ­μα­νί­α τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση με­γά­λης κλί­μα­κας Cloud Cities καὶ στὸ δι­ε­θνὲς ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πρό­γραμ­μά του προ­τεί­νει τὴ με­τά­βα­ση στὴν Ἀερόκαινο ἐ­πο­χή[11].

       Σή­με­ρα ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κό, εὔ­θραυ­στο ὄν, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἴ­δια τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του, ἔ­χον­τας δεῖ ἀ­πεί­ρως πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­πί­θα­να πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­γρά­φει ὁ Benjamin, ὁ ὁ­ποῖ­ος μά­λι­στα ὁ­δη­γή­θη­κε στὴν αὐ­το­κτο­νί­α γιὰ νὰ μὴν πέ­σει στὰ χέ­ρια τῆς Γκε­στά­πο. Γιὰ πολ­λοὺς κρι­τι­κούς, ὁ ὑψη­λός βαθ­μὸς ὀπτι­κότη­τας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ ὡς κα­λει­δο­σκο­πι­κὴ κα­τα­γρα­φὴ τῆς ρέ­ου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῶν πολ­λα­πλῶν καὶ ἀν­τι­φα­τι­κῶν εἰ­κό­νων, μὲ τὴν ἀ­ρω­γὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἐπί­δρα­ση τῆς ραγ­δαίας ἐπι­στη­μονικῆς καὶ τε­χνο­λο­γικῆς ἐξέλιξης, ποὺ τῆς πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δί­νει τὴν αἴ­σθη­ση τῆς συγ­χρο­νί­ας, τῆς ἀ­πευ­θεί­ας ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὴ σκέ­ψη (τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α) τῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Ὁ David Sless[12] (1981) θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ σκέ­ψη εἶ­ναι ἕ­νας μη­χα­νι­σμὸς χει­ρι­σμοῦ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος μὲ σκο­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α συγ­κε­κρι­μέ­νων νο­η­μά­των καὶ ὅ­τι ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς εὐ­φυΐ­ας καὶ ὁ Rudolf Arnheim (1999) ὅ­τι ὅ­ρα­ση καὶ σκέ­ψη εἶ­ναι ἀλ­λη­λέν­δε­τες λει­τουρ­γί­ες. Δι­α­πι­στώ­σεις ποὺ ὑ­πο­φώ­σκουν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες με­λέ­τες τοῦ φαι­νο­μέ­νου (W. Nelles, O. Ette, L. Zavala, κ.λπ.), ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ δι­ή­γη­μα ποὺ βρῆ­κε γό­νι­μο ἔ­δα­φος στὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο τοῦ ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ (π.χ. V. Woolf), ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἴ­τε βρί­σκε­ται στὸ με­ταίχ­μιο ἰμ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ–ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμοῦ ἢ ἀν­τλεῖ δο­μι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο[13], ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ ὁ­ποί­ου ἦ­ταν ὁ Kafka. Ἔ­τσι, ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμὸ ποὺ ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τὴ ση­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (τὸ «ἐ­πι­κα­λού­με­νο κί­νη­τρο» τῆς [μι­κρο]μυ­θο­πλα­σί­ας) καὶ ὡς ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει, δι­ε­γεί­ρον­τας τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ἐ­ξε­ρευ­νών­τας νέ­ες δυ­να­τό­τη­τες σὲ τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο.

       Ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ αὐ­τὴ προ­σέγ­γι­ση δὲ λύ­νει τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πρό­βλη­μα εὕ­ρε­σης ἑ­νὸς ὁ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ποὺ δι­χά­ζει τοὺς κρι­τι­κοὺς δι­ε­θνῶς, ὅ­πως τοὺς εἶ­χε δι­χά­σει καὶ τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν κα­τα­λή­ξει. Οὔ­τε ἀ­παν­τά­ει στὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὸ ἂν εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ φω­τί­ζει τὸ κύ­ριο ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: κο­μί­ζει κά­τι και­νού­ριο καὶ ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί ἀνανεώνει τὴν τέχνη τοῦ λόγου, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ σύν­θε­τη σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καὶ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Δι­α­φω­τι­σμὸ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς γνώ­σης;

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι ἀ­να­βι­ώ­νει ὁ ἠ­θι­κὸς προ­βλη­μα­τι­σμὸς καὶ ὅ­τι ἔ­χει πα­ρέλ­θει ὁ πει­ρα­μα­τι­σμὸς τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ἡ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς κι ἑ­πο­μέ­νως σκέ­ψης ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, δι­κτυ­ώ­νει συγ­γρα­φεῖς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ συμ­βο­λι­κὴ συ­νο­χὴ ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει βα­θιὰ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῶν εἰ­δῶν της καὶ σε­βα­σμὸ στὶς το­πι­κὲς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες. Ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης καὶ χρή­ζει ad hoc με­λέ­της στὸ πλαί­σιο τῆς σύγ­χρο­νης κουλ­τού­ρας μας ποὺ δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας ἡ ὁ­ποί­α «εἰ­σά­γει κα­τευ­θεί­αν στὴ συμ­βο­λι­κὴ τά­ξη, σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­γί­ζει τὸ νό­η­μα, δη­λα­δὴ σὲ ὅ,τι δυ­σκο­λεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ συ­νεν­νό­η­ση μας[14]». Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, τὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ σχῆ­μα κί­νη­ση-συ­ναί­σθη­μα (mocion–emocion) τῆς Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Ottmar Ette ὡς πο­λι­τι­σμι­κὴ θε­ω­ρί­α, φαί­νε­ται νὰ προ­σφέ­ρει μιὰ πρώ­τη πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γή.

       Τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­χαν δι­α­κρί­νει οἱ ἐ­πι­με­λη­τὲς τῶν πρώ­των ἀγ­γλό­φω­νων ἀν­θο­λο­γι­ῶν τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80. Ὁ Irving Howe ἀ­νέ­φε­ρε τὸ πό­σο τολ­μη­ροὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­χει­ροῦν νὰ ἐ­κτε­θοῦν σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ὅ­που κα­μί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ἀ­δυ­να­μί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρυ­φτεῖ. Καὶ οἱ Robert Shapard καὶ James Thomas στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τοὺς Sudden Fiction: American Short-Short Stories, ση­μεί­ω­ναν: «Ἡ συμ­πύ­κνω­ση προ­κα­λεῖ κά­τι θε­με­λι­ῶ­δες στὴ μορ­φὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ ἀλ­λά­ζει τὸ dna της», καὶ «Ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ συγ­γρα­φεῖς μας, εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Ἰ­δι­αί­τε­ρα συμ­πυ­κνω­μέ­να, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τι­σμέ­να, ὑ­πο­νο­μευ­τι­κά, πρω­τε­ϊ­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά, ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ δε­λε­α­στι­κά, αὐ­τὰ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ πε­ζὰ δί­νουν μορ­φὴ σὲ ἀ­πό­με­ρα ση­μεῖ­α τοῦ χά­ους καὶ σὲ μί­α σε­λί­δα κά­νουν ὅ,τι κά­νει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ δι­α­κό­σι­ες. Ἐ­ὰν κα­τα­φέρ­νουν νὰ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο […], βρί­σκον­ται ἐ­δῶ γιὰ σᾶς, πρω­τί­στως, ὡς ζων­τα­νὲς φω­νές.»

       Ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ δαι­δα­λώ­δης δι­α­δι­κτυα­κὸς κι ἔν­τυ­πος μι­κρό­κο­σμος σφύ­ζει ἀ­πὸ κί­νη­ση, δι­ά­νοι­α καὶ ζω­ή, ὡς ἕ­να πε­δί­ο συ­νάν­τη­σης, ὄ­χι μό­νο εἰδῶν ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δε­ῶν ποὺ μᾶς ἔ­χουν ἐμ­φυ­σή­σει, στο­χα­στές, ἐ­πι­στή­μο­νες, καλ­λι­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φοι καὶ ποι­η­τές, πρό­δρο­μοι καὶ μὴ τοῦ εἴ­δους. «Κι­νοῦ­μαι εἶ­ναι ζῶ», ἔ­γρα­φε ὁ Pessoa καὶ ὁ Σε­φέ­ρης τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1949, ση­μεί­ω­νε: «Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὄ­χι ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι sil est question d’être relu, ἀλ­λὰ νὰ λές: ἐ­γὼ θὰ γρά­ψω, κι ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει, γιὰ νὰ κρα­τή­σω ζων­τα­νό το πράγ­μα ποὺ ἐκ­φρά­ζει τὴ ζων­τά­νια μου.» Ἰ­δέ­ες ποὺ δὲν ἀ­πέ­χουν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς προ­τρο­πὲς τῆς ἐ­πο­χῆς μας: «ἄ­δρα­ξε τὴ μέ­ρα», «ζῆ­σε τὸ τώ­ρα», «ἐκφράσου ελεύθερα», κ.λπ.

       Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ὅ­πως τὸ ρε­α­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα ὡς μί­α «φέ­τα ζω­ῆς»[15]. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι λει­τουρ­γεῖ μᾶλ­λον ὡς ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἕ­να ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­ρέ­θι­σμα, ποὺ σπά­ει τὴν «πα­γω­μέ­νη θά­λασ­σα μέ­σα μας», ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ Kafka γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, μὲ μι­κρὲς καὶ συ­χνὲς δό­σεις. Ὅ­πως σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, ἔ­τσι καὶ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὑ­πάρ­χουν δι­α­κυ­μάν­σεις ὡς πρὸς τὸ ποι­ο­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ὅ­μως, ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση προ­κα­λεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κὴ στά­ση στὸν ἀ­σύλ­λη­πτο ρυθ­μὸ τῆς ζω­ῆς μας, ἐ­φό­σον συ­χνὰ ὁ χρό­νος ἀ­νά­γνω­σης εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρος τοῦ χρό­νου ἐγ­κε­φα­λι­κῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, λό­γῳ πυ­κνῶν νο­η­μά­των, ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας, ἔκ­πλη­ξης ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ δει­νό­τη­τα (τό­σο μι­κρὸ καὶ τό­σο κα­λό), ποὺ ὁ­δη­γοῦν σὲ πολ­λα­πλὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο, μιὰ μα­τιὰ στὸ ἀ­έ­να­ο καὶ ἄ­χρο­νο της Ζω­ῆς καὶ στὴ συσ­σω­ρευ­μέ­νη γνώ­ση μας τό­σων αἰ­ώ­νων. Μί­α νύξη γιὰ τὸ τί εἶναι μικρὸ καὶ τί μεγάλο καὶ στὸ πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐκ­φρά­σει καὶ νὰ παί­ξει κα­νεὶς μὲ αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ G. Bachelard, ἀλ­λὰ μᾶς δί­δα­ξε κα­λὰ ὁ δυ­τι­κὸς μον­τερ­νι­σμός.


 

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: γρα­φή­μα­τα


ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ τῆς Google Books NGram Viewer μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα γρα­φι­κὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις του στὴ βά­ση δε­δο­μέ­νων τῶν βι­βλί­ων στὴν Google, ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες γλῶσ­σες κι ἐ­θνι­κὲς γραμ­μα­τεῖ­ες ἀ­κό­μα (στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἰ­α­πω­νι­κή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πα­ρέ­χε­ται ἡ δυ­να­τό­τη­τα).


Ὡ­στό­σο τί μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με:

Game (παι­χνί­δι) = στα­θε­ρὴ ἀ­πὸ τὸ 1850 ἕ­ως τὸ 1920 ποὺ ἔ­χου­με μιὰ πρώ­τη κο­ρύ­φω­ση ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, μι­κρὴ ὕ­φε­ση ἕ­ως τὸ 1964 καὶ ἀ­νο­δι­κὴ πο­ρεί­α ἕ­ως τὸ 2008.

Life,death (ζω­ή, θά­να­τος) = ἀ­να­ζή­τη­ση γιὰ τὴν πε­ρί­ο­δο 1500-2008: ἀ­πὸ τὸ 1750 στα­θε­ρὰ ἀ­νο­δι­κὰ ἡ ζω­ή.

minificción (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ) = ἀ­πὸ τὸ 1981 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

microcuento (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὰ ἱ­σπα­νι­κά) = 1961-1987 στα­θε­ρὴ πο­ρεί­α καὶ ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

short-short story (πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα) 1905-1912 ἐμ­φα­νί­ζε­ται, 1928-1945 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση στὴ χρή­ση τοῦ ὅ­ρου, ἔν­το­νες δι­α­κυ­μάν­σεις μέ­χρι τὸ 1960 κι ἔ­κτο­τε μιὰ στα­θε­ρὴ ἐμ­φά­νι­ση ἕ­ως τὸ 2008.

microfiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ἡ αὔ­ξη­ση χρή­σης τοῦ ὅ­ρου ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.

flash fiction (μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α) = ὁ­μοί­ως, ἂν κι ἐ­δῶ κα­τα­γρά­φον­ται καὶ κά­ποι­ες ἐν­δι­ά­με­σες κο­ρυ­φώ­σεις (1892-1926, 1934-1942 καὶ 1981-2008 κα­τα­κό­ρυ­φη αὔ­ξη­ση.

micronarratives (μι­κρο­α­φη­γή­σεις)= ἡ αὔ­ξη­ση εἶ­ναι ρα­γδαί­α ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1970 ἕ­ως τὸ 2008.


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Τὸ τρα­γού­δι τοῦ Jaques Brel (1967) La chanson des vieux amants (Τὸ τρα­γού­δι τῶν πα­λι­ῶν ἐ­ρα­στῶν), γιὰ τὸν στί­χο «τε­λι­κὰ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ τα­λέν­το γιὰ νὰ γε­ρά­σου­με χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἐ­νη­λι­κι­ω­θοῦ­με» («Finalement, Il nous fallut bien du talent Pour être vieux sans être adultes»).


Τὸ βι­βλί­ο The storyteller τοῦ Walter Benjamin (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ βι­βλί­ο Ἡ ἱστο­ρία τοῦ ματιοῦ τοῦ Geor­ges Ba­tail­le.


Τὸ βι­βλί­ο Καβου­ρη­δὸν καὶ Παρα­δρόμως. Μικρὲς σπου­δὲς γιὰ τὸ ἄθλη­μα τῆς γραφῆς τοῦ Δη­μή­­τρη Δη­μη­­ρού­λη.


Ὁ ὁ­δη­γὸς συγ­γρα­φῆς (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) γιὰ δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τῶν Hum­mel H.K. καὶ Le­nox Ste­pha­nie μὲ τί­τλο ShortForm Crea­tive Wri­ting: A Wri­ters Gui­de and Antho­lo­gy, στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φουν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως o­ι: Matt Bell, Lydia Davis, Nata­lie Diaz, Amy Hem­pel, Ja­mai­ca Kin­caid, Ada Limon, Justin Torres, and O­cean Vuong. Γιὰ ἐ­νη­με­ρώ­σεις ἀγ­γλό­φω­νων βι­βλί­ων μὲ συμ­βου­λὲς γιὰ πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τὲς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Poets & Writers.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 83 Ἱ­στο­­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­­μεῖ­ο Μη­δέν, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῶν Βασίλη Μα­νου­σά­κη, Ἡρῶς Νι­κο­πού­λου καὶ Ἕλενας Σταγ­κου­ρά­κη.


Διαδίκτυο


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὰ 100 χρό­νια τοῦ Bau­haus τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Da­zeen γιὰ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ καὶ τὴν τέ­χνη.


Τὰ δύ­ο ἐκ­παι­δευ­τι­κά, δω­ρε­ὰν προ­γράμ­μα­τα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Harvard γιὰ τὴ Μον­τέρ­να καὶ τὴν Παγ­κό­σμια Λο­γο­τε­χνί­α, Mo­dern Master­pie­ces of World Li­tera­ture & Master­pieces of World Li­terature.

Διά­ρκεια: 8 καὶ 12 ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τί­στοι­χα

Διά­ρκεια πρό­σβα­σης στὸ πρό­γραμ­μα: Φε­βρουά­ριος-Αὔ­γου­στος 2019.

Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή.


Διαγωνισμοί


Οἱ δύ­ο δι­α­γω­νι­σμοὶ τῆς Na­tional Flash Fiction Day ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α κά­θε Κα­λο­καί­ρι ἀ­πὸ τὸ 2012:

  1. The 2019 Anthology: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 500 λέ­ξεις μὲ θέ­μα «Πόρ­τες» γιὰ τὴν ἐ­τή­σια δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δει. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.50 γιὰ ἕ­να, £4.00 γιὰ δύ­ο καὶ £6.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.
  2. The 2019 Micro Fiction Competition: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 100 λέ­ξεις, ἐ­λεύ­θε­ρο θέ­μα. Γλώσ­σα: ἀγ­γλι­κή, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 15 Μαρ­τί­ου 2019, κό­στος συμ­με­το­χῆς: £2.00 γιὰ ἕ­να, £3.50 γιὰ δύ­ο καὶ £5.00 γιὰ τρί­α κεί­με­να.

Ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς Winter 2019, μὲ κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 31 Μαρ­τί­ου 2019, στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Narrative. Γιὰ ἄλ­λους δι­α­γω­νι­σμούς του γιὰ δι­ά­φο­ρες κα­τη­γο­ρί­ες καὶ προ­θε­σμί­ες ποὺ τρέ­χουν, δεῖ­τε εδώ.


Μάρ­τιος 2019


[1]. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε ἕ­να ἀ­πό­σπα­σμα στὰ ἀγ­γλι­κὰ εδώ.
[2]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ ἡ­με­ρο­λό­για, μτφρ. Ἄ. Βε­ρυ­κο­κά­κη, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1998, σελ. 367.
[3]. Φρὰν­τς Κάφ­κα, Τὰ μπλὲ τε­τρά­δια, μτφρ. Γ. Βαμ­βα­λῆς, Ἑ­ξάν­τας, Ἀ­θή­να, 1982, σελ. 58.
[4]. Ρόμ­περτ Μού­ζιλ, Τὸ Μαγεμένο Σπίτι, Ἡ Γκρίτζα, μτφρ.- εἰ­σα­γω­γὴ Ἀλ. Ἴ­σα­ρης, Ἠ­ρι­δα­νός, Ἀ­θή­να (δὲν ἀ­να­γρά­φε­ται ἔ­τος ἔκ­δο­σης), σελ.19.
[5]. Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Ἅ­παν­τα πε­ζά, μτφρ. –ἐ­πι­μέ­λεια- σχό­λια Ἀχ. Κυ­ρι­α­κί­δης, 7η ἔκ­δο­ση, Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2009, σσ. 220, 343-5.
[6]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ὅ­λες οἱ φω­τι­ὲς ἡ φω­τιά, μτφρ. Γ.Δ.Χουρ­μου­ζιά­δης, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1984, τὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μα σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη.
[7]. Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἱ­στο­ρί­ες τῶν Κρο­νό­πιο καὶ τῶν Φά­μα, μτφρ. Ἑλ. Χα­ρά­τση, Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 1983.
[8]. Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης, Ζή­τη­μα Φω­τός, Ὁ Θα­νά­σης Χα­τζό­που­λος ἀν­θο­λο­γεῖ τὶς Μέ­ρες τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, Μπά­στας – Πλέσ­σας, Ἀ­θή­να, 1995.
[9]. Στὴ Διάκριση (1979) ὁ Pier­re Bour­dieu με­λε­τᾶ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ πλῆ­θος κοι­νω­νι­κῶν ὁ­μά­δων, ἀ­να­λύ­ει τὸ γοῦ­στο κι ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸν homo aestheticus στὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Μέ­σῳ μιᾶς σχε­σια­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὅ­λων των ἐκ­φάν­σε­ων τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς τῆς ἐ­πο­χῆς του ἀ­να­λύ­ει τε­λι­κὰ τὸ σύν­θε­το δε­σμὸ με­τα­ξὺ κουλ­τού­ρας, ἐ­ξου­σί­ας καὶ ταυ­τό­τη­τας. Ἡ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο (καὶ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Goffman) ποὺ παίρ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν, χω­ρὶς πνεῦ­μα σο­βα­ρό­τη­τας, παίρ­νει στὰ σο­βα­ρά το παι­χνί­δι, μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ ἔν­νοι­α, ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ συ­νι­στᾶ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἀ­στι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κό­σμου. Προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ τὴ βι­ώ­σει κα­νείς, ὅ­μως, εἶ­ναι, ἂν ὄ­χι νὰ «κα­τα­στή­σει τὴν ὕ­παρ­ξή του κά­τι σὰν παι­δι­κὸ παι­χνί­δι, ὅ­πως ὁ καλ­λι­τέ­χνης, του­λά­χι­στον νὰ πα­ρα­τεί­νει πο­λύ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή, τὴ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας» (σελ. 96). Ἔ­τσι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­τη­ρη­θεῖ ἡ ἀ­πό­λαυ­σή του νὰ παί­ζει κα­λὰ τὸ (πο­λι­τι­στι­κὸ) καὶ κά­θε παι­χνί­δι, μὲ τὴ δι­κή του τέ­χνη τοῦ παί­ζειν, μὲ κα­νό­νες ποὺ ὀ­φεί­λει νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ καὶ νὰ τοὺς σπά­ει. Μιὰ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ τρέ­φε­ται μὲ λε­πτὲς νύ­ξεις καὶ συ­σχε­τι­σμοὺς καὶ καί­ει ἀ­σί­γα­στα. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται καὶ ἡ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση αἴ­σθη­ση τῆς δι­ά­κρι­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ «ἐ­πί­κτη­τη δι­ά­θε­ση καὶ λει­τουρ­γεῖ μὲ τὴ σκο­τει­νὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τοῦ ἐν­στί­κτου» (σελ. 538).
       Ἰ­δέ­α τοῦ Γάλ­λου στο­χα­στῆ ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ —ἐ­κτός των ὁ­ρί­ων τοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ ποὺ τὴν ἐν­τάσ­σει συ­χνὰ στὴ Δι­ά­κρι­ση— σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν homo ludens τοῦ Johan Huizinga τοῦ δυ­τι­κοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ.
[10]. Doreen Massey and John Allen (eds), Geography matters – A reader, Cambridge University Press, N. York, 1984.
[11]. Ο Richard Boyd Hauck συγ­κα­τα­λέ­γει στὸ βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο A Cheer­ful Ni­hi­lism (1971), τὸν ἐ­πί­σης πρό­δρο­μο τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Do­nald Bar­thelme, στοὺς κο­ρυ­φαί­ους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ πα­ρά­δο­ξου καὶ τοῦ ἀ­να­τρε­πτι­κοῦ χι­οῦ­μορ, ὡς «εὐδιάθετο μηδενιστή», μα­ζὶ μὲ τοὺς Melville, Mark Twain καὶ James Thurber καὶ τὸν συν­δέ­ει μὲ τὸν Kafka καὶ τὸν Camus. Στὸ δι­ή­γη­μά του μὲ τί­τλο «The Balloon»(πρώ­τη ἔκ­δο­ση 1968) ὁ Barthelme πε­ρι­γρά­φει τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζων τῆς ἐ­πο­χῆς ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να τε­ρά­στιο μπα­λό­νι στὸν οὐ­ρα­νὸ τῆς πό­λης καὶ πῶς κά­ποι­οι ἐκ­δη­λώ­νουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τους νὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι μέ­σα σὲ αὐ­τὸ καὶ νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν Μειω­μένη Βαρύ­τη­τα τῆς Kara Oakleaf.
[12]. David Sless, Learning and Visual Communication, Halsted Press, N. York –London, 1981.
[13] . Ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμός: καλ­λι­τε­χνι­κὸ κί­νη­μα ποὺ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἀ­νή­κει στὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α καὶ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ μον­τερ­νι­στι­κὸ κί­νη­μα. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α προ­κύ­πτει ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὸ ρε­α­λι­σμό, τὸ να­του­ρα­λι­σμὸ καὶ τὸ συμ­βο­λι­σμό. Ἡ ἐ­πα­να­στα­τι­κό­τη­τά του ἔγ­κει­ται στὴν ἄρ­νη­ση τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς πι­στῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Προ­βάλ­λει τὴν ἐμ­πει­ρι­κὴ γνώ­ση μέ­σῳ τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐκ­φρά­ζει τὴν ἔκ­στα­ση καὶ τὴν ἀ­πό­γνω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὶς με­γα­λου­πό­λεις καὶ στὶς μη­χα­νές. Ἡ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­στι­κὴ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς δι­ά­λυ­σης καὶ τῆς ἀ­να­γέν­νη­σης τῆς κοι­νω­νί­ας ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀν­τι­πο­λε­μι­κὴ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή.
[14]. Denys Cuche, Ἡ ἔν­νοι­α τῆς κουλ­τού­ρας στὶς κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, μτφρ. Φ. Σι­ά­τι­στας, Τυ­πω­θή­τω, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 13.
[15]. Θα­νά­σης Θ. Νιά­ρχος (ἐ­πι­μέ­λεια), Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Δι­η­γή­μα­τος, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)
 (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017)  (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pe­la­yo, San­tander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Ἡ πο­ρεία τοῦ ὅ­ρου micro­fiction στὴν βι­βλιο­πα­­ρα­γωγὴ τῆς ἀγ­γλικῆς γλώσ­σας ἀ­νά­μεσα στὰ ἔ­τη 1850-2000. Γρά­φη­μα ἀ­πὸ τὸ Google Books NGram Viewer.

Κατηγορίες: Χριστοδούλου Δήμητρα Ἰ., Μικρομυθοπλασία, Ἀναφορές.


%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: