Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef): Τὸ ραν­τε­βού μου μὲ μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ



Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef)


Τὸ ραν­τε­βού μου μὲ μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ

(My Date with Neanderthal Woman)


ΕΝ ΗΞΕΡΑ ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πά­ω λου­λού­δια, δὲν ση­μαί­νουν κά­τι γιὰ κά­ποι­ον μὲ στοι­χει­ώ­δη πνευ­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γεια. Πάν­τως μιὰ ὠ­μὴ μο­σχα­ρί­σια μπρι­ζό­λα ἴ­σως νὰ φαι­νό­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ὑ­παι­νι­χτι­κὴ καὶ μά­λι­στα κά­που εἶ­χα δι­α­βά­σει ὅ­τι οἱ Νε­άν­τερ­ταλ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­σαν χορ­το­φά­γοι. Τε­λι­κὰ ἐ­πέ­λε­ξα τὴ μέ­ση ὁ­δό: ἕ­να κου­τὶ σο­κο­λα­τά­κια.

       Ἔ­φτα­σα ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος βυ­θι­ζό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὴ γραμ­μὴ τῶν δέν­δρων. Ἡ Γκλέ­να ζοῦ­σε σὲ μιὰ σπη­λιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους κι εἶ­χα ἀ­κού­σει ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ μᾶς, ποὺ μᾶς δυ­να­στεύ­ουν τὰ Ρό­λεξ καὶ τὰ κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, ἐ­κεί­νη εἶ­χε μιὰ πιὸ φυ­σι­κὴ αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου. Πάν­τως δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὅ­ταν χτυ­πών­τας στὴν εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς πό­νε­σα τὸ χέ­ρι μου. Δο­κί­μα­σα ξα­νά, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὸ πό­δι. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξα τὸ ὄ­νο­μά της το­νί­ζον­τας ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ λα­ρυγ­γι­κὸ γκ, ὅ­πως εἶ­χα ἀ­κού­σει νὰ τὸ προ­φέ­ρουν στὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πρα­κτο­ρεῖ­ο Γνω­ρι­μι­ῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε λὲς καὶ φύ­τρω­σε ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά μου. Καὶ νά την ποὺ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, εὐ­ρύ­στερ­νη καὶ στρα­βο­κά­να, ὄ­χι ψη­λό­τε­ρη ἀ­πὸ μιὰ στοί­βα κού­τσου­ρα. Τὰ κα­στα­νὰ μαλ­λιά της, ὅ­μοι­α μὲ γού­να, ἦ­ταν δι­ά­στι­κτα ἀ­πὸ τὸν ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἕ­να ἀ­νέκ­φρα­στο χα­μό­γε­λο κα­θὼς τῆς πρό­σφε­ρα τὴ σο­κο­λά­τα.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ κου­τὶ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου καὶ σκί­ζον­τάς το ἔ­βγα­ζε ἤ­χους εὐ­χα­ρί­στη­σης. Μπου­κώ­θη­κε με­ρι­κὰ γλυ­κὰ μα­ζὶ μὲ τὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα καὶ μά­ση­σε γε­ρά. Τὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο μοῦ εἶ­χε πεῖ νὰ μὴ χά­σω τὸ χρό­νο μου λέ­γον­τας πολ­λὰ λό­για, ἔ­τσι ἔ­δει­ξα ἐ­κεί­νην καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ εἶ­πα: «Γκλέ­να, Ρόμ­περτ».

       Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα ἔ­δει­ξε τὴ σο­κο­λά­τα κι ἔ­τρι­ψε τὴν κοι­λιά της. Τό­σο πρω­τό­γο­νη ἀν­τί­δρα­ση! Εἰ­λι­κρι­νὰ εἶ­χα κου­ρα­στεῖ μὲ τὶς μον­τέρ­νες γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια τους. Μοῦ πρό­σφε­ρε ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα σο­κο­λα­τά­κια καὶ συγ­κι­νή­θη­κα. Ἁ­γνὴ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα, ἂν καὶ φαι­νό­ταν δυ­σα­ρε­στη­μέ­νη ποὺ δὲν ἔ­φα­γα καὶ τὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα. Ὅ­ταν ἀρ­χί­νη­σε νὰ κα­τα­βρο­χθί­ζει καὶ τὸ κου­τί, κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μου χα­μο­γε­λών­τας. Κα­μώ­θη­κα πὼς ἔ­τρω­γα κι ἔ­δει­ξα πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δά­σος. Θὰ τὴν ἔ­βγα­ζα ἔ­ξω νὰ τῆς κά­νω τὸ τρα­πέ­ζι. Οἱ Νε­άν­τερ­ταλ, θυ­μή­θη­κα, ἦ­ταν συ­χνὰ στὰ ὅ­ρια τῆς λι­μο­κτο­νί­ας. Ὅ­πως καὶ νὰ ΄χεῖ, φαί­νε­ται πὼς κα­τά­λα­βε καὶ μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε ὑ­πά­κου­α κα­θὼς τὴν ἔ­φε­ρα στὸ «Σπα­ράγ­γι», ἕ­να μι­κρὸ ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ χορ­το­φά­γους, ὄ­χι πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὸ δά­σος, μὲ πα­ρα­δο­σια­κὰ πιά­τα ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πε­ρι­ο­χὲς τῆς Γαλ­λί­ας.

       Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὸ μέ­ρος ἀ­παι­τοῦ­σε συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο ντυ­σί­μα­τος. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὸ λι­γο­στὸ πε­ρί­ζω­μα ποὺ φο­ροῦ­σε ἡ Γκλέ­να μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὑ­περ­βο­λι­κὰ ντυ­μέ­νος. Πάν­τως τὸ τα­χτο­ποι­ή­σα­με μὲ ἕ­να δα­νει­κὸ σα­κά­κι, καὶ ἡ Γκλέ­να δι­ά­λε­ξε νὰ τὸ φο­ρέ­σει μὲ τρό­πο ἀ­σύμ­με­τρο, ἀλ­λὰ γο­η­τευ­τι­κό.

       Θε­έ μου, μι­σῶ τὰ εἰ­σα­γω­γι­κὰ ἑ­νὸς πρώ­του ραν­τε­βοὺ κι ἤ­μουν πο­λὺ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν κα­μιὰ ση­μα­σί­α γιὰ τὴν Γκλέ­να. Μὲ ἄ­νε­τη οἰ­κει­ό­τη­τα, λὲς καὶ μὲ ἤ­ξε­ρε χρό­νια, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της καὶ μά­ζε­ψε μὲ τὶς φοῦ­χτες της τὸν μι­σὸ πολ­τὸ φα­κή.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸ φα­γη­τό της εἶ­ναι ἐ­ρω­τι­κή. Βε­βαί­ως μοῦ πρό­σφε­ρε λί­γο καὶ τῆς ἔ­δει­ξα πὼς νὰ τὸν ἁ­πλώ­νει στὴν πί­τα. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς φο­βᾶ­ται τὰ μα­χαί­ρια καὶ λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὴ χα­ραγ­μα­τιὰ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Πάν­τως εἴ­χα­με ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο γεῦ­μα, τῆς ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ πιά­το μὲ τὰ ὠ­μὰ λα­χα­νι­κά.

       Με­τὰ τὸ δεῖ­πνο γυ­ρί­σα­με πί­σω μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι τοῦ δά­σους. Ται­νί­ες καὶ μπα­ρά­κια τὰ ἄ­φη­σα γιὰ ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ βλέ­που­με. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὴν ὑ­πο­βάλ­λω σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­ρε­θί­σμα­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς τὴν ἔ­κα­νε νὰ συ­σπᾶ­ται λί­γο. Ἀλ­λὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ μο­νο­πα­τιοῦ εἶ­χε βγεῖ τὸ φεγ­γά­ρι, φω­τί­ζον­τας τὸ κον­τὸ καὶ δυ­να­τὸ κορ­μὶ τῆς Γκλέ­να μὲ ἕ­ναν τρό­πο ἀλ­λό­κο­τα ὄ­μορ­φο. Ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου γιὰ νὰ πιά­σω τὸ δι­κό της τρα­βή­χτη­κε πί­σω – δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κουλ­τοῦ­ρες ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τυ­πι­κό, μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ τύ­πος στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο. Μπῆ­κα λοι­πὸν στὸν κό­πο νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σω ὅ­τι εἶ­χα τί­μι­ες προ­θέ­σεις. Μπο­ρεῖ νὰ μὴν κα­τά­λα­βε τὰ λό­για μου, ἀλ­λὰ νο­μί­ζω ἔ­πι­α­σε τὸ νό­η­μα. Τέ­λος πάν­των ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ὅ­ριο στὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πε­τύ­χει κα­νεὶς χει­ρο­νο­μών­τας.

       Στα­μα­τή­σα­με στὴ εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς της. Τὸ κε­νὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια της μὲ τρά­βη­ξε μέ­σα. Τὸ ἄ­ρω­μα της ἦ­ταν γή­ι­νο, ἐ­λα­φρῶς ἀ­φρο­δι­σια­κό. Με­τὰ ἦρ­θε κά­τι σὰν φι­λὶ κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­νας ἐ­ναγ­κα­λι­σμὸς ποὺ μοῦ ρά­γι­σε τὰ πα­ΐ­δια – ὁ χει­ρο­πρά­κτης λέ­ει ὅ­τι θε­ρα­πεύ­ε­ται εὔ­κο­λα. Ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὴ σπη­λιά της. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι μὲ πιά­νει νο­σταλ­γί­α. Τί γυ­ναί­κα! Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς ζη­τή­σω νὰ βγοῦ­με αὐ­τὸ τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ τὴν εἰ­δο­ποι­ή­σω μὲ τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἴ­σως ἁ­πλὰ πε­ρά­σω νὰ τὴν δῶ στὴν σπη­λιά της —καὶ κα­λὰ ὅ­λως τυ­χαί­ως— κρα­τών­τας ἕ­να μά­τσο μπρό­κο­λα.

       Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, τὶς ξέ­ρω τὶς δυ­σκο­λί­ες. Με­ρι­κὰ ζευ­γά­ρια εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­να δε­κα­ε­τί­ες, ἐ­μεῖς χι­λι­ε­τί­ες. Σὲ μέ­να ἀ­ρέ­σει ἡ ρὸκ μου­σι­κὴ καὶ σὲ κεί­νη ἡ μου­σι­κὴ τῶν βρά­χων. Εἶ­μαι ἕ­νας σύγ­χρο­νος τύ­πος κι ἐ­κεί­νη μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ, ὅ­μως πι­στεύ­ω ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ λύ­σου­με τὶς δι­α­φο­ρές μας, ἂν προ­σπα­θή­σου­με.



Πη­γή: https://www.gvsd.org/cms/lib02/PA01001045/Centricity/Domain/673/My%20Date%20with%20Neanderthal%20Woman_David%20Galef.pdf

Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef) (Μπρόνξ, 1959). Συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κός, ποι­η­τής, με­τα­φρα­στὴς καὶ δοκιμιογράφος. Στὰ βι­βλί­α του συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Flesh (1995) καὶ How to Cope with Suburban Stress (2006) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των My Date with Neanderthal Woman (2011). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος δη­μι­ουρ­γι­κοῦ γρα­ψί­μα­τος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Montclair.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­