Σοφία Γιάγκα: Ἡ ζακέτα τοῦ μπαμπᾶ

Σο­φί­α Γιά­γκα


Ἡ ζα­κέ­τα τοῦ μπαμ­πᾶ


ΖΑΚΕΤΑ τοῦ μπαμπᾶ κρέ­με­ται στὴ ντου­λά­πα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό μου, στὸ ἐ­ξο­χι­κό μας στὴ θά­λασ­σα. Εἶ­ναι κα­φὲ καὶ ἔ­χει τρί­α στρογ­γυ­λὰ κουμ­πιά, ποὺ γυ­α­λί­ζουν ἀ­πὸ τὴ χρή­ση. Ὑ­πῆρ­χε καὶ τέ­ταρ­το κουμ­πί, στὸ ὕ­ψος τῆς μέ­σης, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ κό­πη­κε, τὸ χά­σα­με καὶ δὲν ἀ­σχο­λη­θή­κα­με νὰ τὸ ἀν­τι­κα­τα­στή­σου­με. Ἔ­τσι καὶ ἀλ­λιῶς πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­κλει­νε. Ἀ­πὸ μαλ­λὶ με­ρι­νό, τοῦ τὴν εἶ­χα φέ­ρει δῶ­ρο, ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α, κά­ποι­α Χρι­στού­γεν­να. Εἶ­χα βα­ρε­θεῖ νὰ ψω­νί­ζω πυ­τζά­μες.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου τό­τε, ἐρ­γα­ζό­ταν, δὲν εἶ­χε πά­ρει ἀ­κό­μα σύν­τα­ξη, καὶ ἔ­τσι ἡ ζα­κέ­τα ζων­τά­νευ­ε μό­νο τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο. Τὴ φο­ροῦ­σε καὶ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μές. Περ­πα­τού­σα­με στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ βου­νοῦ καὶ μά­ζευ­α κυ­κλά­μι­να ἤ κρι­νά­κια, ἀ­νά­λο­γα τὴν ἐ­πο­χή. Οι τσέ­πες της ἦ­ταν πάν­τα γε­μά­τες μὲ θυ­μά­ρι ἤ μα­τζου­ρά­να.

        Προ­σω­πι­κὰ προ­τι­μοῦ­σα τὸ θυ­μά­ρι ὅ­πως καὶ τὰ πο­λύ­χρω­μα, στρογ­γυ­λὰ κού­μα­ρα, ποὺ τὰ ἔ­κα­να καρ­φί­τσα. Ὅ­πως προ­τι­μοῦ­σα καὶ τὶς ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα, ἀλ­λὰ εἶ­χε, ἔ­λε­γε, καὶ τὸ βου­νὸ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Εἶ­χε τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε, τὴ μο­να­ξιὰ ποὺ τὸν χα­λά­ρω­νε, καὶ ἔ­τσι, ἡ μη­τέ­ρα μου καὶ ἐ­γὼ τὸν ἀ­κο­λου­θού­σα­με.

        Τὴν φο­ροῦ­σε ὅ­ταν κα­θό­ταν στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, στὴ γω­νί­α στὸ τζά­κι, γιὰ νὰ ἐ­νη­με­ρω­θεῖ γιὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες κυ­κλο­φο­ρί­ες τῶν βι­βλί­ων.

        Ὅ­ταν κα­τέ­βαι­νε νὰ τα­ξι­νο­μή­σει τὰ πα­λιά του τὰ βι­βλί­α στὴν ἀ­πο­θή­κη.

        Ἀλ­λὰ καὶ ὅ­ταν μα­στό­ρευ­ε στὸ σπι­τά­κι τοῦ κή­που, πί­σω ἀ­πὸ τὴν πα­χου­λὴ λε­μο­νιά.

        Καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ ζη­μιά, μιὰ Κυ­ρια­κὴ πρω­ί. Τὰ σχοι­νιὰ τῆς ξύ­λι­νης κού­νιας μου, εἶ­χαν χα­λα­ρώ­σει καὶ πα­ρό­λο ποὺ δὲν τὴν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα πιά, ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χο νὰ κά­θε­σαι καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νεις τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τῶν λου­λου­δι­ῶν καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρά το δι­α­κρι­τι­κὸ ἄ­ρω­μα τῶν λε­μο­ναν­θῶν.

        Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ καρ­φώ­νει καὶ νὰ σφίγ­γει τὶς βί­δες στὴ βά­ση τοῦ ξύ­λου ὅ­ταν τὸν φώ­να­ξε ἡ μη­τέ­ρα μου. Τὸν ζη­τοῦ­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἄ­φη­σε τὴν πέν­σα καὶ τὸ σφυ­ρὶ καὶ μπῆ­κε τρέ­χον­τας στὸ σπί­τι. Τὸ τη­λε­φώ­νη­μα τέ­λει­ω­σε.

        — Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κρέ­με­ται στὴ ζα­κέ­τα σου; τὸν ρώ­τη­σα. Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε.

        Ὁ ἀγ­κώ­νας τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ εἶ­χε μιὰ τρύ­πα. Τὸ μαλ­λὶ ποὺ εἶ­χε τρα­βη­χτεῖ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ βά­ση τῆς λε­μο­νιᾶς. Κόν­τευ­ε νὰ ξη­λω­θεῖ τὸ μι­σὸ μα­νί­κι.

        Ἡ ζα­κέ­τα ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε, χά­ρη στὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τῆς για­γιᾶς. Κα­θα­ρί­στη­κε, δι­πλώ­θη­κε καὶ φυ­λά­χτη­κε σὲ ἕ­να συρ­τά­ρι.

        Δὲν τὴ φό­ρε­σε πο­τὲ ξα­νά.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα χρό­νια κρέ­με­ται στὴ ντου­λά­πα μου, μέ­σα στὸ νά­ϋ­λον τοῦ κα­θα­ρι­στη­ρί­ου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σο­φί­α Γιά­γκα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης καὶ Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο, Β.Α. καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δές, Μ.Α. History στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Birmingham. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ κε­ρα­μι­κὰ καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.


Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: