Βασίλης Μανουσάκης: Ὄχι τυχαῖα


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ὄ­χι τυ­χαῖ­α


Η ΒΡΗΚΕ νὰ κά­θε­ται στὶς 28 τοῦ λει­ψοῦ μή­να στὸ κα­φὲ ποὺ τὴ φαν­τα­ζό­ταν πάν­τα. Δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ ζη­τά­ει κά­τι. Ἀ­τά­ρα­χη. Κοι­τοῦ­σε τὸ κι­νη­τό της καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ ἕ­να τη­λέ­φω­νο. Δὲν τὸν πρό­σε­ξε.

        Κά­θι­σε στὸν ἀ­πέ­ναν­τι πάγ­κο καὶ πα­ρήγ­γει­λε τὸν κα­φέ του. Ἡ σερ­βι­τό­ρα τὸν προ­σπέ­ρα­σε μὲ τὸν κα­φέ της. «Ἄ­σε, τὸν πά­ω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε πι­ά­νον­τάς της ἐ­λα­φρά τὸ μπρά­τσο. «Μά…», τὸν εἶ­δε ὅ­μως νὰ ἐ­πι­μέ­νει μὲ τὸ βλέμ­μα καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σε.

        «Τὸν κα­φέ σου», τῆς εἶ­πε. «Εὐ­χα­ρι­στῶ», δί­χως νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

        «Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔρ­χε­σαι ἐ­δῶ… Μᾶλ­λον τὸ ἤ­ξε­ρα, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πε­ρί­με­να», τῆς εἶ­πε ἀ­κα­τά­λη­πτα.

       Ἐ­κεί­νη, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὶς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ες του, σή­κω­σε αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὸ κε­φά­λι. Τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὰ μά­τια καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ κα­θί­σει. «Ὄ­χι ἀ­πέ­ναν­τι. Ἐ­δῶ. Δί­πλα.»

        Ὁ ἥ­λιος κρύ­φτη­κε μέ­σα στὰ σύν­νε­φα καὶ σκο­τεί­νια­σε γιὰ δύ­ο ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὲς πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους. Τὴ μί­α κοι­τά­χτη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἄλ­λη φι­λή­θη­καν. Τὴν τρί­τη στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι εἶ­χαν ἑ­νω­θεῖ ἤ­δη.

        «Σὲ πε­ρί­με­να», τοῦ εἶ­πε. «Τὸ ἤ­ξε­ρα…»

        «Κι ἐ­γώ», τὴν ἔ­κο­ψε. «Δὲν θὰ φύ­γω». Καὶ ἔ­σκυ­ψε καὶ τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να ἀ­κό­μα φι­λὶ στὸ ἑ­πό­με­νο σύν­νε­φο.

       Στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Στὴ ζω­ὴ της εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­κού­ει. Ἦ­ταν ἡ ἀ­κο­ή τους ποὺ τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τά, μιὰ καὶ βα­θιὰ μέ­σα στοὺς φώ­να­ζαν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἐ­αυ­τοί τους. Οὔρ­λια­ζαν οἱ λύ­κοι μέ­σα τους καὶ ἔ­ψα­χναν τὴ σε­λή­νη τους.

        Ἄλ­λη μιὰ στιγ­μὴ μα­ζὶ καὶ χω­ρί­στη­καν ἀ­μί­λη­τοι. Ὁ κα­θέ­νας ἄλ­λο δρό­μο. Μὰ οἱ μέ­ρες τους πλέ­ον ἦ­ταν πλεγ­μέ­νες μα­ζί. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δί­νει τὴ θέ­ση τους στὴ σε­λή­νη ποὺ θὰ τοὺς ἕ­νω­νε πιά. Ὄ­χι τυ­χαῖα.

        «Θὰ σὲ βρῶ», εἶ­παν ταυ­τό­χρο­να. Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους γρά­φε­ται.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


Advertisements

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão): Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ



Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão)


Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ

(Um casaco de raposa vermelha)


ΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ μιὰ μέ­ρα στὸ σπί­τι, μιὰ κα­τώ­τε­ρη τρα­πε­ζο­ϋ­πάλ­λη­λος βλέ­πει σὲ ἕ­να κα­τά­στη­μα γου­να­ρι­κῶν μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ. Στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να, ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἐ­πι­θυ­μί­α. Για­τὶ ἦ­ταν ἡ ζα­κέ­τα ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει στὴ ζω­ή της. Κα­μιὰ ἄλ­λη δὲν τῆς μοιά­ζει, σκέ­φτε­ται ἐ­νῶ ἡ μα­τιά της δι­α­τρέ­χει τὶς ἄλ­λες ζα­κέ­τες, ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὴ με­ταλ­λι­κὴ μπά­ρα εἴ­τε ἦ­ταν χα­λα­ρὰ ἁ­πλω­μέ­νες στὸν κα­να­πὲ ἀ­πὸ μπρο­κάρ. Ἦ­ταν ἕ­να σπά­νιο κομ­μά­τι, μο­να­δι­κό, δὲν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τὲ μιὰ τέ­τοι­α ἀ­πό­χρω­ση, κα­φε­κί­τρι­νη, με­λαν­ζέ, μὲ ἀν­ταύ­γει­ες στὸ χρῶ­μα τοῦ χαλ­κοῦ ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­λαμ­πε λὲς κι εἶ­χε πιά­σει φω­τιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, τὸ θυ­μή­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὴν πόρ­τα, ὑ­πο­χω­ρών­τας στὴν πα­ρόρ­μη­ση νὰ μπεῖ. Θὰ ἐρ­χό­ταν αὔ­ριο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ νω­ρίς, στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ φα­γη­τό, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρω­­ϊ­νοῦ, ὅ­λο καὶ κά­ποι­α πρό­φα­ση θὰ ἔ­βρι­σκε γιὰ νὰ ξε­πορ­τί­σει βι­α­στι­κά, στὰ μι­σὰ τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. Εἶ­χε κοι­μη­θεῖ λί­γο τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­νή­συ­χη, σὰ νά ‘χε λί­γο πυ­ρε­τό. Μέ­τρη­σε τὰ λε­πτὰ ποὺ ἀ­πέ­με­ναν γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὸ κα­τά­στη­μα, τὰ μά­τια της πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ ρο­λό­ι τοῦ τοί­χου στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ, ἐ­νό­σῳ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τοὺς πε­λά­τες, σκυμ­μέ­νη πά­νω ἀ­π’ τὸ γκι­σέ. Ὅ­σο πιὸ νω­ρὶς μπο­ροῦ­σε βρῆ­κε μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ βγεῖ καὶ ἔ­τρε­ξε στὸ κα­τά­στη­μα, τρέ­μον­τας στὴν ἰ­δέ­α πὼς ἡ ζα­κέ­τα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει που­λη­θεῖ. Δὲν εἶ­χε, ὅ­πως τὴν πλη­ρο­φό­ρη­σαν, καὶ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ πὼς μπο­ροῦ­σε καὶ πά­λι νὰ ἀ­να­πνέ­ει, μὲ τὴν καρ­διά της νὰ χτυ­πά­ει λι­γό­τε­ρο ἔν­το­να, τὸ αἷ­μα νὰ ξα­νάρ­χε­ται στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βρί­σκει τὴν κα­νο­νι­κὴ ρο­ή του.

       — Μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς, τῆς εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια ὅ­ταν αὐ­τὴ τὴ φό­ρε­σε καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­κρι­βῶς στὰ μέ­τρα σας στοὺς ὤ­μους καὶ στὴ μέ­ση, μὲ τὸ στρί­φω­μα στὸ ἰ­δα­νι­κὸ ὕ­ψος, εἶ­πε πά­λι, καὶ δέ­στε καὶ πῶς ται­ριά­ζει μὲ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τός σας. Δὲν ἔ­χω εἰ­δι­κὸ λό­γο νὰ σᾶς τὴν που­λή­σω, βι­ά­στη­κε νὰ προ­σθέ­σει, μπο­ρεῖ­τε προ­φα­νῶς νὰ δι­α­λέ­ξε­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη· ἂν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­τε νὰ πῶ τὴ γνώ­μη μου, αὐ­τὴ μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς. Γιὰ σᾶς ἀ­κρι­βῶς, πρό­σθε­σε μὲ ἕ­να φευ­γα­λέ­ο χα­μό­γε­λο.

       — Πό­σο κά­νει; ρώ­τη­σε κά­νον­τας με­τα­βο­λὴ μὲ τὸ στρί­φω­μα νὰ χο­ρεύ­ει, κα­θὼς τῆς ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ξε­κολ­λή­σει τὰ μά­τια της ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να.

       Πι­σω­πά­τη­σε, τρο­μαγ­μέ­νη, ἀ­κού­γον­τας τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Κό­στι­ζε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο εἶ­χε σκε­φτεῖ, τὸ πεν­τα­πλά­σιο ἀ­πὸ τὸ πο­σὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­θέ­σει.

       — Ἀλ­λὰ μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με εὐ­κο­λί­ες πλη­ρω­μῆς, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, ὅ­λο κα­τα­νό­η­ση.

       Ἴ­σως, σκέ­φτη­κε, θυ­σι­ά­ζον­τας τὶς δι­α­κο­πές. Ἢ βά­ζον­τας χέ­ρι σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­νει τὸ δά­νει­ο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Ζε­σταί­νον­τας λι­γό­τε­ρο τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πιὸ ἐ­λα­φρὰ τὰ γεύ­μα­τά της. Πράγ­μα ποὺ τὴ βό­λευ­ε κι­ό­λας, για­τὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πα­χαί­νει.

       — Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε κά­νον­τας στὰ γρή­γο­ρα λο­γα­ρια­σμοὺς μὲ τὸ νοῦ της. Σᾶς δί­νω μιὰ προ­κα­τα­βο­λὴ καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ πλη­ρώ­νω ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δι­κή μου ἀ­πὸ τώ­ρα.

       — Σύμ­φω­νοι, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, καρ­φι­τσώ­νον­τάς της μιὰ ἐ­τι­κέ­τα «Ἐ­πω­λή­θη». Θὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν πά­ρε­τε ὅ­ταν κα­τα­βά­λε­τε τὴν τρί­τη δό­ση.

       Ξα­να­πέ­ρα­σε ὅ­ταν ἔ­πε­σε ἡ νύ­χτα, ὥ­ρα ποὺ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε κα­νείς, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὴ τζα­μα­ρί­α καὶ γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ χα­ρού­με­νη – ἦ­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή, πιὸ κον­τὰ στὸ χρῶ­μα τῆς φω­τιᾶς, κόκ­κι­νες φλό­γες ποὺ δὲν ἔ­και­γαν, ἀν­τί­θε­τα ἦ­ταν ἁ­πα­λὲς πά­νω στὸ κορ­μί, μιὰ γού­να πυ­κνή, ἄ­νε­τη, ποὺ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ λι­κνι­ζό­ταν στὸ βά­δι­σμά της.

       Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἐν­τυ­πω­σια­κή, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ἀ­κό­μη, ἂν τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε κα­νεὶς μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς περ­νοῦ­σε – ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­ει μυ­στι­κά, ἦ­ταν μᾶλ­λον μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, μιὰ σκο­τει­νὴ βε­βαι­ό­τη­τα, μιὰ αἴ­σθη­ση ἁρ­μο­νί­ας μὲ τὸν ἴ­διο της τὸν ἑ­αυ­τό, ποὺ ξε­χυ­νό­ταν σὲ μι­κρὰ τί­πο­τα, τὸ κα­τα­λά­βαι­νε. Λὲς κι εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ὁ ρυθ­μὸς ποὺ ἀ­νέ­πνε­ε, λὲς καὶ ἦ­ταν πιὸ γα­λη­νε­μέ­νος καὶ πιὸ βα­θύς. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πά­λι, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ εἶ­χε πά­ψει νὰ νι­ώ­θει κου­ρα­σμέ­νη, κα­τά­λα­βε πὼς κι­νι­ό­ταν πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς προ­σπά­θεια του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὴν κα­νο­νι­κή της τα­χύ­τη­τα. Γάμ­πες εὐ­κί­νη­τες, πέλ­μα­τα ἀ­νά­λα­φρα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρη ὁ­λό­κλη­ρη, πιὸ γρή­γο­ρη, κου­νών­τας πιὸ εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη, τοὺς ὤ­μους, τὰ μέ­λη.

       Λό­γῳ τῆς γυ­μνα­στι­κῆς, σκέ­φτη­κε, γιὰ κά­ποι­ο λό­γο εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­σκεῖ­ται τα­κτι­κά. Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες πλέ­ον τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τρέ­χει δυ­ὸ ὧ­ρες στὸ γή­πε­δο προ­πό­νη­σης. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα ὅ­μως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ τρέ­χει στὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, στὴν ἔ­ξο­δο τῆς πό­λης, νι­ώ­θον­τας τὴν ἄμ­μο νὰ σκά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πέλ­μα­τά της, μα­θαί­νον­τας νὰ βά­ζει τὰ πέλ­μα­τα στὸ χῶ­μα μὲ ἄλ­λον τρό­πο. Ἡ τέ­λεια, μύ­χια, ἄ­με­ση ἐ­πα­φὴ μὲ τὴ γῆ. Μιὰ βα­θιὰ αἴ­σθη­ση τοῦ κορ­μιοῦ τῆς – ἦ­ταν πιὸ ζων­τα­νή, τώ­ρα, σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα με­γά­λω­νε, τὸ πα­ρα­τή­ρη­σε, ἄ­κου­γε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση ἀ­κό­μη καὶ τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο, ποὺ ἄλ­λο­τε θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, ἕ­να σα­μι­α­μί­δι ποὺ ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει στὸ χῶ­μα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα, ἕ­να ἀ­θέ­α­το πον­τί­κι ποὺ ἔ­κα­νε ἕ­να κλα­δὶ νὰ σπά­σει, ἕ­να βα­λα­νί­δι ποὺ ἔ­πε­φτε, ἕ­να που­λὶ ποὺ κούρ­νια­ζε ἀ­νά­με­σα στὰ χόρ­τα. Καὶ προ­αι­σθα­νό­ταν, πο­λὺ πρὶν νὰ συμ­βοῦν, τὶς και­ρι­κὲς με­τα­βο­λές, τὴν ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἀ­νέ­μου, τὴν αὔ­ξη­ση τῆς ὑ­γρα­σί­ας, τὴν ἔν­τα­ση νὰ φουν­τώ­νει στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα πρὶν ξε­σπά­σει σὲ μπό­ρα.

       Καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ές, ἕ­να κό­σμο ἀ­πὸ μυ­ρω­δι­ές, τὶς ἔ­νι­ω­θε, σὰ μιὰν ἀ­γνο­η­μέ­νη δι­ά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των ποὺ τώ­ρα γι­νό­ταν αἰ­σθη­τή, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει δρό­μους, μο­νο­πά­τια, μὲ τὴν ὄ­σφρη­ση, ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πῶς μύ­ρι­ζαν ὅ­λα τα πράγ­μα­τα, ὁ φλοι­ὸς τῶν δέν­τρων, τὰ χόρ­τα, τὰ φύλ­λα, καὶ πῶς δι­α­κρι­νό­ταν κά­θε ζῶ­ο ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρή του ὀ­σμή, μυ­ρω­δι­ὲς ποὺ ἔρ­χον­ταν καὶ ξε­δι­πλώ­νον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα κα­τὰ κύ­μα­τα, κι αὐ­τὴ τὶς ἕ­νω­νε ἢ τὶς ξε­χώ­ρι­ζε, εἰ­σπνέ­ον­τας τὸν ἄ­νε­μο, ση­κώ­νον­τας ἀ­δι­ό­ρα­τα τὸ κε­φά­λι,. Τώ­ρα τῆς κι­νοῦ­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὰ ζῶ­α, εἶ­χε βαλ­θεῖ νὰ ξε­φυλ­λί­ζει ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, νὰ κοι­τά­ζει εἰ­κό­νες – τὸ σκαν­τζό­χοι­ρο μὲ ἕ­να μα­λα­κό, τρυ­φε­ρό, ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ κορ­μιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν εἶ­χε ἀγ­κά­θια, τὸ γορ­γὸ λα­γό, μὲ τὶς ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες ἀ­πο­χρώ­σεις, κα­θὼς πη­δοῦ­σε, τὸ κορ­μὶ τῶν που­λι­ῶν ποὺ τὴ γο­ή­τευ­ε καὶ τὸ με­λε­τοῦ­σε ἀ­να­λυ­τι­κά, σχο­λα­στι­κά, ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας πό­σο ἁ­πα­λὸ ἦ­ταν, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὰ φτε­ρά· κι ἀ­πέ­με­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει πει­σμα­τι­κὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς μνή­μης ἐ­πί­μο­να μιὰ λέ­ξη: ἁρ­πα­κτι­κό.

       Πει­νοῦ­σε τώ­ρα πιὸ πο­λύ, τὸ ἔ­νι­ω­θε βά­ζον­τας στὴ θέ­ση τους τὰ βι­βλί­α καὶ ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, κι αὐ­τὸ τῆς ἦ­ταν βα­θύ­τα­τα δυ­σά­ρε­στο, πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἦ­ταν τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­στάθ­μι­σμα τῆς ἄ­σκη­σης καὶ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν τρό­πο νὰ δα­μά­σει τὸν κίν­δυ­νο νὰ πα­χύ­νει, πε­ρι­φε­ρό­ταν, ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη, γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α, χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέρ­νει νὰ ἐν­το­πί­σει ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε, για­τὶ κι αὐ­τὴ ἀ­κό­μη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἦ­ταν ἀ­πο­κρου­στι­κὴ καὶ τῆς ἔ­φερ­νε ἀ­να­κά­τω­ση, πει­νοῦ­σε γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ τί ἀ­κρι­βῶς, φροῦ­τα, ἴ­σως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἐκ­με­ταλ­λευ­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­δυ­να­τί­σει κά­πως, ἀ­γό­ρα­σε μιὰ τε­ρά­στια πο­σό­τη­τα στα­φύ­λια καὶ μῆ­λα καὶ τὰ ἔ­φα­γε ὅ­λα τὴν ἴ­δια μέ­ρα, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ πει­νά­ει, μιὰ κρυ­φὴ πεί­να, ποὺ τὴν κα­τά­τρω­γε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει.

       Μιὰ ἀ­νέλ­πι­στη πρό­σκλη­ση γιὰ μιὰ γι­ορ­τὴ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­ρεῖ, ἔ­νι­ω­σε πὼς ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πο­κα­τά­στα­το θὰ ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νο προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­χά­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρά­λο­γη πεί­να, ντύ­θη­κε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἔ­βα­ψε κα­τα­κόκ­κι­να τὸ στό­μα καὶ τὰ νύ­χια – πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν τὰ νύ­χια, πα­ρα­τή­ρη­σε, ἐ­νῶ καὶ τὰ ἴ­δια της τὰ χέ­ρια ἔ­δει­χναν πιὸ εὐ­αί­σθη­τα, ἐ­πι­μή­κη, ὅ­ποι­ον ἀγ­κά­λια­ζε στὴ γι­ορ­τὴ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει αἰ­ώ­νια ὅ,τι ἤ­θε­λε, σκέ­φτη­κε, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στὸν κα­θρέ­φτη – ἕ­να χα­μό­γε­λο αἰ­λου­ρο­ει­δοῦς, τὸ εἶ­δε, κά­νον­τας πιὸ σχι­στὰ τὰ μά­τια της καὶ χα­μο­γε­λών­τας πιὸ πο­λύ, ἀ­φή­νον­τας τὸ χα­μό­γε­λο νὰ κυ­λή­σει στὸ πρό­σω­πο καὶ κα­τευ­θύ­νον­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πρὸς ἕ­να κά­πως πιὸ τρι­γω­νι­κὸ σχῆ­μα ποὺ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε καὶ ποὺ τὸ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ μὲ τὸ μα­κι­γι­άζ.

       Στὰ μι­σὰ τῆς γι­ορ­τῆς πρό­σε­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἄ­κο­πο ἀ­κό­μη κρέ­ας, σχε­δὸν χω­ρὶς αἷ­μα – ροσ­μπίφ, τὸ θυ­μή­θη­κε, ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη ξαφ­νι­κὰ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να νό­η­μα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ κα­τα­βρό­χθι­σε μιὰ φέ­τα – τὴ νο­στι­μιὰ τοῦ κρέ­α­τος, ὠ­μοῦ σχε­δόν, τὴν κί­νη­ση κα­θὼς ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια, κα­θὼς ἔ­κα­νε τὸ αἷ­μα νὰ ξε­πη­δή­σει, τὴ γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὴ γλώσ­σα, στὸ στό­μα, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­βρό­χθι­σε τὸ κομ­μά­τι ὁ­λά­κε­ρο, αὐ­τὰ σκέ­φτη­κε κα­θὼς ἔ­παιρ­νε κι ἄλ­λη μιὰ φέ­τα κι ἔ­νι­ω­θε πὼς τὸ ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ ἦ­ταν μιὰ ἄ­χρη­στη κί­νη­ση, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἁ­πλώ­σει κα­τευ­θεί­αν τὸ στό­μα.

       Ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει, μὲ τὰ χέ­ρια νὰ τα­λαν­τεύ­ον­ται στὸν ἀ­έ­ρα, λε­κι­α­σμέ­να μὲ αἷ­μα, νι­ώ­θον­τας τὸ ἴ­διο της τὸ αἷ­μα νὰ ἀ­νε­βαί­νει, σὰ μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δύ­να­μη ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει σὲ θύ­ελ­λα, μιὰ δύ­να­μη ἐ­πί­βου­λη ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ με­τα­δώ­σει στοὺς ἄλ­λους, μιὰ ἀρ­ρώ­στια ἢ μιὰ κα­τά­ρα, ἀλ­λὰ ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἁ­πα­λή, ἤ­ρε­μη, χα­ρού­με­νη σχε­δόν, τὸ ἔ­νι­ω­θε αὐ­τὸ ἐ­νῶ λι­κνι­ζό­ταν, σχε­δὸν με­θυ­σμέ­νη, καὶ ἄ­κου­γε τὸν ἀν­τί­λα­λο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο της τὸ γέ­λιο.

       Θὰ περ­νοῦ­σε τὴ νύ­χτα ὑ­πα­κού­ον­τας σὲ ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις ποὺ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν μέ­σα της, καὶ θὰ πή­γαι­νε πρω­ῒ-πρω­ῒ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴ ζα­κέ­τα, για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε κα­νο­νι­στεῖ γιὰ νὰ γί­νει δι­κή της, νὰ γί­νει κομ­μά­τι της, θὰ τὴ γνώ­ρι­ζε ἀ­κό­μη καὶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια, ἀ­πὸ τὴν ἁ­φή, μὲ τὸ μα­λα­κό, πυ­κνό της δέρ­μα νὰ φλέ­γε­ται κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό –

       — Φτι­αγ­μέ­νη γιὰ σᾶς, εἶ­πε ξα­νὰ ἡ πω­λή­τρια τρα­βών­τας την ἀ­πὸ τὴν κρε­μά­στρα.

       Τὸ δέρ­μα ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό, τὸ εἶ­δε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ για­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, μὲ τὸ πρό­σω­πο πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, νὰ ἔ­χει ξαφ­νι­κὰ ἀ­δυ­να­τί­σει, νὰ ἔ­χει μα­κρύ­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μα­κι­γι­άζ, μὲ τὰ μά­τια σὰ σχι­σμές, νὰ φλέ­γον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.

       — Εὐ­χα­ρι­στῶ λοι­πὸν καὶ κα­λή σας ἡ­μέ­ρα, εἶ­πε βγαί­νον­τας βι­α­στι­κά, μὲ τὸ φό­βο πὼς ὁ χρό­νος ποὺ τῆς ἀ­πέ­με­νε θὰ τέ­λει­ω­νε καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ περ­νοῦ­σαν θὰ ἀ­να­στα­τώ­νον­ταν βλέ­πον­τάς την, για­τὶ ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­τὴ ἡ πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ χέ­ρια στὸ ἔ­δα­φος καὶ νὰ τρέ­ξει σὰν τρε­λή, με­τεν­σαρ­κώ­νον­τας τὸ κορ­μί της, ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ ζω­ι­κὸ κορ­μί της καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει, ἀ­φή­νον­τας τὴν πό­λη πί­σω καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει – καὶ ἔ­τσι, μὲ μιὰ προ­σπά­θεια σχε­δὸν ὑ­πε­ράν­θρω­πη κα­τά­φε­ρε νὰ μπεῖ στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ ὁ­δη­γή­σει μέ­χρι τὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ τὸ κορ­μί της, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ ἕ­να λε­πτὸ ἀ­κό­μη τὸ κορ­μί της ποὺ ἔ­τρε­με – προ­τοῦ βρον­τή­ξει τὴν πόρ­τα καὶ κά­νει ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸ ἅλ­μα πά­νω στὶς ἐ­λεύ­θε­ρες πα­τοῦ­σες της, τι­νά­ζον­τας τὴν ρά­χη καὶ τὴν οὐ­ρά της, μυ­ρί­ζον­τας δυ­να­τὰ τὸν ἀ­έ­ρα, τὸ χῶ­μα, τὸν ἄ­νε­μο, ἀ­λυ­χτών­τας ὅ­λο εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ χα­ρὰ κα­θὼς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν, κα­θὼς χω­νό­ταν γορ­γὰ στὴν ἀ­γριά­δα στὰ βά­θη τοῦ δά­σους.



Πη­γή:

http://www.cchla.ufpb.br/ppgl/wp-content/uploads/2014/05/images_Disserta%C3%A7%C3%A3o.Rinah.vers%C3%A3o.final.pdf (σελ. 143-146).

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου Μο­ρέ­νου (Teolinda Gersão Moreno) (Κο­ΐμ­πρα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, 1940). Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νη καὶ ἔ­χει δυ­ὸ κό­ρες. Σπού­δα­σε γερ­μα­νι­κὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς γε­νέ­τει­ράς της καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τοῦ Τίμ­πιν­γκεν καὶ τῆς Βι­έν­νης. Λέ­κτο­ρας τῆς πορ­το­γα­λι­κῆς γλώσ­σας στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ἀρ­χι­κά, στὴ συ­νέ­χεια δί­δα­ξε στὴ φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Λι­σα­βό­νας καὶ κα­τέ­λη­ξε τα­κτι­κὴ κα­θη­γή­τρια στὸ Νέ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας δι­δά­σκον­τας γερ­μα­νι­κὴ καὶ συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α μέ­χρι τὸ 1995, ὁ­πό­τε ἀ­πο­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ζή­σει τρί­α χρό­νια στὴ Γερ­μα­νί­α, δύ­ο στὸ Σά­ο Πά­ου­λο καὶ ἀρ­κε­τὸ χρό­νο στὸ Μπέρ­κλε­ϊ. Ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει πρό­ζα στὰ σα­ρα­ντα­έ­να της χρό­νια. Ἔ­λα­βε τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο τῆς Ἑ­ται­ρί­ας Πορ­το­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων τὸ 1999 γιὰ τὸ ἔρ­γο της Cabeça de Cavalo (Κε­φά­λι ἀ­λό­γου, γραμ­μέ­νο τὸ 1995), βρα­βεῖ­α μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Pen Club τὸ 1981 καὶ τὸ 1989 γιὰ τὰ ἔρ­γα O Silêncio (Ἡ Σι­ω­πή, γραμ­μέ­νο τὸ 1981) καὶ O Cavalo de Sol (Τὸ Ἄ­λο­γο τοῦ Ἥ­λιου, γραμ­μέ­νο τὸ 1989) καὶ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος Camilo Castelo Branco τὸ 2002, γιὰ τὸ ἔρ­γο της Histórias de Ver e Andar (Ἱ­στο­ρί­ες νὰ Βλέ­πεις καὶ νὰ Πο­ρεύ­ε­σαι).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ πο­ρτο­γα­λι­κά:

Νί­κος Πρα­τσί­νης. Γεν­νή­θη­­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς Χη­μεί­ας στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Π.Α., με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­ο­m­p­l­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της καὶ Πορ­το­γα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στὴς καὶ δι­ερ­μη­νέ­ας καὶ εἶ­ναι συ­νι­δι­ο­κτή­της τῆς ἑ­ται­ρί­ας Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας COM N. Πρα­τσί­νης – Ἐ. Ζη­σί­μου κ Σί­α, ΟΕ. Πα­ράλ­λη­λα, δι­δά­σκει με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἑ­στι­ά­ζον­τας τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του στὴ συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση— καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ πορ­το­γα­λι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, Χάξ­λε­ϊ, Μπά­ρο­ουζ, Μα­σάν­του ντὲ Ἀ­σίς, Μά­ριου ντὲ Ἀν­τράν­τε, Ἔ­σα ντὲ Κε­ϊ­ρός, Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Χουὰν Ροῦλ­φο καὶ Χρο­νι­κά των ἱ­σπα­νι­κῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων στὸν Νέ­ο Κό­σμο.

Γ­ιὰ ἀνά­λυ­ση τοῦ κει­μέ­νου, βλ.:

http://www.scielo.mec.pt/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0807-89672012000300009

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Οἱ μύγες



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Οἱ μύ­γες


Α ΠΡΕΠΕΙ νὰ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν τρύ­πα ποὺ ἔ­χω στὸ κε­φά­λι καὶ νὰ μπῆ­καν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἐ­νῶ κοι­μό­μουν —ἐ­ξοῦ κι ἡ ἀλ­λα­γὴ στὸ βου­η­τὸ ποὺ πιὰ δὲν ἔρ­χε­ται ἀ­π’ ἔ­ξω ἀλ­λὰ εἶ­ναι μέ­σα μου, τὸ νι­ώ­θω— καὶ πιά­νω σφι­χτὰ τώ­ρα τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψω ὅ,τι προ­φτά­σω, ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γά, ἡ βο­ὴ ὅ­λο καὶ δυ­να­μώ­νει, ἡ ὅ­ρα­σή μου ἀ­πό­το­μα θαμ­πώ­νει, τὸ μο­λύ­βι πέ­φτει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι μου προ­τοῦ προ­λά­βει ν’ ἀ­φή­σει στὸ χαρ­τὶ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­πο­τύ­πω­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Νατάσα Χατζηδάκι: Σκοτεινή σελήνη


Νατάσα Χατζιδάκι


Σκο­τει­νὴ σε­λή­νη


Α ΠΑΝΤΑ ΕΙΧΑΝ ξαφ­νι­κὰ σι­γή­σει. Ἡ Ἀ­λε­ξάν­δρα. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­φαι­ρεῖ­ται, πό­τε δη­λα­δή; Τὸ το­πί­ο εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Σ’ ἕ­να ἀ­σύμ­με­τρο ἀ­συ­νε­χὲς μέ­σα στὰ πορ­φυ­ρὰ ποὺ τὸ τρα­βο­ύ­σα­νε καλ­πά­ζον­τα ἀ­λό­γα τῆς ἀ­σύμ­με­τρης ρέμ­βης. Ὁ Φοῖ­βος. Καὶ ἡ Βι­έν­νη τῶν ἀ­γαλ­μά­των μὲ τὸ χι­ό­νι πολ­λὰ ἄ­λο­γα στὰ ἀ­γάλ­μα­τα πολ­λὰ μά­τια καὶ στε­φά­νια στὰ μέ­τω­πα ὄ­χι στὴν Βι­έν­νη ἐ­κεί­νη WΙΕΝΝΑ WΑS ΤΗΕ CITΥ ΟF SΤΑΤUES. Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Μάρ­τιο τὸν ἥ­λιο ποὺ φυ­σοῦ­σε κρύ­ος πά­νω ἀ­πὸ τὴν πε­νι­χρὴ χλω­ρί­δα χω­ρὶς νὰ τὴν κάμ­πτει για­τί. Καὶ τὶς δει­λὲς κί­τρι­νες μαρ­γα­ρί­τες ποὺ ἀν­τι­στάθ­μι­ζαν μά­ται­α τὸ ἐ­πι­θε­τι­κὸ μπλὲ για­τί. Τῆς θά­λασ­σας πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ πό­σο ὑ­γρὴ πό­σο πό­νο. Τῆς προ­ξε­νοῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτει πό­σο θα­νά­σι­μα ὑ­γρὴ ἦ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἡ θά­λασ­σα τὸν Χει­μώ­να στὶς ἀρ­χὲς μιᾶς με­λο­δρα­μα­τι­κῆς. Ἄ­νοι­ξης με­λο­δρα­μα­τι­κῆς ὄ­χι για­τὶ περνο­ῦσε τὸν πρῶ­το μή­να τοῦ ἀ­σί­γα­στου. Πά­θους ἀ­σί­γα­στου ἀν­ταύ­γει­ες με­γά­λες γιὰ τὸν Σέρ­γιο αἰχ­μά­λω­τη μιᾶς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης αἰχ­μα­λω­σί­ας ἀν­ταύ­γεια-αἰχ­μαλω­σί­α ποὺ σπά­ει σπά­ζον­τας.

       Εἶ­χε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­λο­καί­ρι πί­σω της αὐ­τὴ ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν Ἀ­λε­ξάν­δρα ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν ἔ­τσι καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν, νο­μί­ζει γιὰ πάν­τα. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βε πὼς ἂν ἔ­φευ­γε τώ­ρα —κι ἂν δὲν ἔ­φευ­γε τώ­ρα— ὅ­ταν θὰ γύ­ρι­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι θὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει καὶ εἶ­χε ἕ­ναν Αὔ­γου­στο. Μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό της εἶ­χε ἕ­ναν Αὔ­γου­στο καὶ μπο­ροῦ­σε μὲ δυ­ὸ τρό­πους. Μὲ δυ­ὸ τρό­πους μπο­ροῦ­σε καὶ ἔ­πρε­πε, νὰ τὸν ἀ­να­στεί­λει. Ἀ­νέ­στει­λαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον. Νὰ μεί­νει; Νὰ φύ­γει ἢ νὰ μεί­νει. Νὰ φύ­γει. Νά.



Πη­γή: Ξέ­νοι στὴν πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να 1993).

Να­τά­σα Χα­τζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946-2017). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το βι­βλί­ο της Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (ποί­η­ση Ἀ­θή­να, 1971). Ἐξέδωσε συνολικὰ πέντε ποιητικές συλλογές καὶ τρία πεζογραφικά ἔργα. Τό τελευταῖο βιβλίο της Via Dolorosa (ποίηση, Gu­ten­berg, 2017) ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θά­να­τό της.


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hershman


[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#5]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ta­nia Hershman: Ἡ μικρομυθοπλασία

κλονίζει τὶς βεβαιότητες

καὶ ἀπελευθερώνει τὴ δημιουργικότητά μας


* Συνέντευξη μὲ τὴν Tania Hershman *


Ἡ συ­νέν­τευ­ξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἑ­νὸς τρι­ε­τοῦς ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κοῦ δι­α­λό­γου κι ἀν­ταλ­λα­γῆς ἀ­πό­ψε­ων στὴ διάρ­κεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες καὶ προ­ο­ρι­σμούς. Ξε­κί­νη­σε μέ­σω ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τὸ 2015, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ Νο­­έμ­βριο τοῦ 2018 κι ἐ­πι­και­ρο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ κοι­νοῦ, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ Hersh­man εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Bath Spa University, μὲ τὴ δια­τρι­βή της νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιὰ τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς.

       Ἡ συ­νέν­τευ­ξη ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν κοι­νή μας πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α κι­νεῖ­ται δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ συγ­χρο­νι­κὰ πρὸς τὸν ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σή­με­ρα σχε­τί­ζε­ται καὶ μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη, μὲ τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ μα­κρο-ἐ­πί­πε­δο στὸ μι­κρο-ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ, ἐ­πι­πλέ­ον ἡ με­λέ­τη της εἶ­ναι δι­ε­πι­στη­μο­νι­κή, σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν ποὺ συμ­με­τέ­χουν στὸν πρό­σφα­το συλ­λο­γι­κὸ τό­μο κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Mini­fic­ción y nano­fi­lo­lo­gía. La­ti­tu­des de la hi­per­bre­ve­dad (2017), ἀλ­λὰ καὶ τῶν πρό­σφα­των δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων (2018).

Δ.Χ.: Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου.

T.H.: Tania Hershman.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ὁ­ρο­λο­γί­α


Δ.Χ. Ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἔ­χουν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ δι­ά­φο­ροι ὅ­ροι γιὰ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, ὅ­πως sudden fiction, microfiction, minificción, flash fiction, hint fiction, short-shorts, postcard stories, minute stories, bonsai stories, κ.ἄ. Σή­με­ρα σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πι­νο­η­θοῦν ὅ­ροι συμ­βα­τοὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς φαι­νό­με­νο καὶ τὴν ἐ­θνι­κή τους λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως kortprosa,  f­i­c­t­i­on é­c­l­a­ir,  r­e­l­a­to m­i­n­i­mo, b­r­at f­i­k­t­i­on, p­l­u­d­s­e­l­ig f­i­k­t­i­on, l­y­n­f­i­k­t­i­on, m­а­л­ая п­р­о­за,  l­y­n­f­i­k­s­j­on, μικρομυθοπλασία, chō tanpen shōsetsu, κ.ἄ. Ἐ­σεῖς, ποιόν ὅ­ρο (ἢ ὅ­ρους) χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συ­νή­θως γιὰ τὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Συ­νή­θως τὶς ἀ­πο­κα­λῶ ἁ­πλῶς «μυ­θο­πλα­σί­ες» (fictions), ἂν καὶ ὅ­σο περ­νά­ει ὁ και­ρὸς ἀ­πο­φεύ­γω ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸν τὸν ὅ­ρο ἐ­πει­δὴ γρά­φω καὶ ποί­η­ση καὶ δὲν ξέ­ρω ποῦ τε­λει­ώ­νουν καὶ ποῦ ἀρ­χί­ζουν τὰ ὅ­ρια πιά!


Δ.Χ. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μό­λις πρό­σφα­τα ἐ­ρευ­νη­τὲς ἔ­χουν ξε­κι­νή­σει νὰ ἑ­στιά­ζουν σὲ αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, θὰ ἀ­πο­δε­χό­σα­σταν, του­λά­χι­στον προ­σω­ρι­νά, τὸν ὅ­ρο microfiction (μικρομυθοπλασία[1]) ὡς τὸν πιὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο δι­ε­θνῶς κι εὔ­στο­χο μέ­χρι στιγ­μῆς;


T.H. Ἀ­σφα­λῶς!


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: εἶ­δος δι­κτύ­ου, δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς σκέ­ψης καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο


Δ.Χ. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν εἶ­ναι νέ­ο εἶ­δος, ἀλ­λὰ ἕ­να ὑ­βρί­διο ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ προ­σμεί­ξεις μὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ὅ­πως ἡ νου­βέ­λα, τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ πε­ζο­ποί­η­ση, κ.λπ. Ἄλ­λοι ση­μει­ώ­νουν ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἐ­φή­με­ρη ἔ­κρη­ξη τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­σπα­σης τῆς προ­σο­χῆς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν στὴν ἐ­πο­χή μας, τῆς προ­ηγ­μέ­νης ψη­φια­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης αὔ­ξη­σης προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς δι­ε­θνῶς. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή σας γιὰ τὸ θέ­μα;


T.H. Δὲν πι­στεύ­ω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­τι και­νού­ριο, ἔ­χου­με πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που ἕ­ως τὸν Κάφ­κα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κι ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου συγ­γρα­φεῖς τοῦ εἴ­δους, τὸν Ri­chard Brau­ti­gan, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Revenge of the Lawn μὲ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «ὑ­περ- σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες» ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1970. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πό­σπα­ση προ­σο­χῆς μὲ ἐ­ξορ­γί­ζει, δι­ό­τι μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α —καὶ ἰ­δί­ως ἡ μι­κρό­τε­ρη σὲ ἔ­κτα­ση— ἀ­παι­τεῖ τὴν ἀ­πό­λυ­τη προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἂν καὶ γιὰ πο­λὺ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Συμ­φω­νῶ, ὡ­στό­σο, ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να χρή­σι­μο ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὰ ἐρ­γα­στή­ρια γρα­φῆς.


Δ.Χ. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­ρευ­νάς μου πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­νι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος (γλωσ­σι­κοῦ) δικτύου[2] καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς τέ­τοι­ο: προ­σπά­θεια σύ­στα­σης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πό­στα­σης, οἰ­κου­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­πως λ.χ. τυ­πο­ποί­η­ση καὶ ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν βα­σι­κῶν κα­νό­νων ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, δι­α­φαί­νε­ται ἡ πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­σή της, ὅ­πως τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου στὶς ἀρ­χές του καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο: γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ δη­μο­φι­λὴς συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πα­ρα­δο­σια­κὸ εἶ­δος στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δι­ό­τι ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ταυ­τό­χρο­να σὲ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Ὡς ἐκ τού­του ἐκ­δη­μο­κρα­τί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴ λο­γο­τε­χνί­α —ἀ­νοι­χτὴ πρό­σβα­ση, δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἐμ­βά­θυν­ση— καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ πα­νο­μοι­ό­τυ­πες γλωσ­σι­κὲς δο­μὲς σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ὡ­στό­σο, πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη: δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸς ὅ­ρος, τυ­πο­λο­γί­α, με­θο­δο­λο­γί­α ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Φαί­νε­ται, λοι­πόν, ὅ­τι τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­ναι δεί­κτης ἀλ­λα­γῆς τῆς σκέ­ψης ἀλ­λὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νει ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο καὶ ἀ­τα­ξι­νό­μη­το εἶ­δος, μὴ ἀ­πο­δε­κτὸ εὐ­ρέ­ως ὡς πε­ζο­γρά­φη­μα. Θε­ω­ρεῖ­τε αὐ­τὴ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση δε­λε­α­στι­κὴ καὶ ρε­α­λι­στι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ πλα­σμα­τι­κή;


T.H. Λα­τρεύ­ω τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι δὲ δύ­να­ται νὰ προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, νὰ κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­η­θεῖ καὶ αὐ­τὸ ται­ριά­ζει μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι, ἂν θέ­λε­τε, ἕ­να «ἀ­σφα­λὲς πέ­ρα­σμα» ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ ἀ­κρο­βα­τεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς καὶ τῶν δύ­ο. Ἔ­τσι λει­τουρ­γεῖ γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, δι­ό­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ξε­γλι­στρῶ πρὸς τὴν ποί­η­ση, τὴν ὁ­ποία θαυ­μά­ζω, καὶ βλέ­πω πολ­λοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νους ποι­η­τὲς νὰ δη­μο­σι­εύ­ουν πλέ­ον ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Na­no­fi­ction στὶς ΗΠΑ. Βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές – ἔ­χω ἀ­κού­σει καὶ τὶς δύ­ο πλευ­ρὲς νὰ μι­λοῦν ἀρ­νη­τι­κὰ γιὰ τὸ εἶ­δος, λὲς καὶ τοὺς ἀ­πει­λεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ θε­ω­ρῶ συ­ναρ­πα­στι­κὸ καὶ ση­μαν­τι­κό. Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ κλο­νί­ζον­ται οἱ βε­βαι­ό­τη­τες, νὰ ἀ­να­μο­χλεύ­ον­ται τὰ πράγ­μα­τα.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς


Δ.Χ. Δι­δά­σκε­τε τα­κτι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, ὅ­πως στὸ Ἵ­δρυ­μα Αrvon. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει με­τα­ξὺ τῶν σπου­δα­στῶν σας τυ­χὸν προ­τι­μή­σεις τους στὶς ὑ­περ-μι­κρὲς φόρ­μες;


T.H. Ὄ­χι, του­λά­χι­στον ὄ­χι στὶς συγ­γρα­φι­κὲς ἐ­πι­λο­γές τους, γρά­φουν σὲ ὅ­λες τὶς κα­τη­γο­ρί­ες κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­σοι δὲν ἔ­χουν κὰν δι­α­νο­η­θεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ γρά­ψουν μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ 5000 λέ­ξεις, ἢ ἀ­κό­μα καὶ 500, ὅ­ταν τὸ κα­τα­φέρ­νουν τὸ θε­ω­ροῦν σχε­δὸν πάν­το­τε ἀ­πί­στευ­τα ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό. Πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς  —στὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων ἢ σὲ ὁτι­δή­πο­τε ἄλ­λο— ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τά μας. Πι­στεύ­ω ἐ­πί­σης ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γρά­ψεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τα­χύ­τε­ρα, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ γρά­ψεις κα­λά. Ἁ­πλῶς ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ γρά­ψεις πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες, νὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις ὅ­σες δὲ λει­τουρ­γοῦν καὶ νὰ ξα­να­προ­σπα­θή­σεις. Εἶ­ναι μιὰ δε­ξι­ό­τη­τα, ὅ­πως ὅ­λες, τὴν ὁ­ποία μπο­ρεῖ νὰ καλ­λι­ερ­γή­σει κα­νείς.


Δ.Χ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε συγ­κε­κρι­μέ­να δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὡς δι­δα­κτι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α; Ἀ­πὸ σύγ­χρο­νους ἢ ἀ­πὸ κλα­σι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς;


T.H. Χρη­σι­μο­ποι­ῶ καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες. Προ­σπα­θῶ νὰ βρί­σκω σύγ­χρο­να ἔρ­γα κά­θε φο­ρά, ψά­χνω ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως τὰ Nanofiction, Smokelong Quarterly, Wigleaf, κ.λπ., ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­πί­σης καὶ κλα­σι­κὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Richard Brautigan, Grace Paley καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction Forward καὶ Sudden Fiction, ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­κε ὁ Robert Shapard καὶ ἀ­γα­πῶ.


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, συλ­λο­γὲς ἢ ἀν­θο­λο­γί­ες ἀ­πὸ μὴ ἀγ­γλό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς ποὺ θὰ συ­νι­στού­σα­τε;


T.H. Πολ­λά! Τὰ πρῶ­τα ποὺ μοῦ ἔρ­χον­ται στὸ μυα­λὸ εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Barnes, τοῦ Βο­λι­βια­νοῦ Edmundo Paz Soldán, ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana María Shua καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Egg τῆς Κύ­πριας Νόρας Νατζιαριάν. Συ­νι­στῶ, δέ, ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Flash Fiction International[3] καὶ New Micro[4].


Δ.Χ. Γνω­ρί­ζε­τε κά­ποι­ους Ἕλ­λη­νες πε­ζο­γρά­φους ἢ ποι­η­τές;


T.H. Ὄ­χι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ντρέ­πο­μαι γι’ αὐ­τό. Θὰ προ­σπα­θή­σω, ὅ­μως, νὰ κα­λύ­ψω αὐ­τὸ τὸ κε­νό το συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν!


Δ.Χ. Πῶς πα­ρα­κι­νεῖ­τε συ­νή­θως τοὺς σπου­δα­στές σας;


T.H. Μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους – ἄλ­λω­στε, πολ­λοὶ ἐξ αὐ­τῶν ἐρ­γά­ζον­ται σὲ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα. Προ­σπα­θῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ποι­κί­λους τρό­πους γιὰ νὰ δι­ε­γεί­ρω τὶς αἰ­σθή­σεις —λέ­ξεις, φρά­σεις, ὀ­πτι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα, ἠ­χη­τι­κά, βίν­τε­ο— καὶ πο­λὺ συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ τὴν ἐ­πι­στή­μη ὡς ἔμ­πνευ­ση, ἐ­πί­σης. Θέ­λω νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­ο­χὲς ποὺ νι­ώ­θουν ἀ­σφά­λεια, δί­νον­τάς τους, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χαρ­τιὰ μὲ πα­ρά­ξε­νο σχῆ­μα γιὰ νὰ γρά­ψουν τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους. Ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ἡ ἀ­κα­ρια­ία συγ­γρα­φὴ εἶ­ναι κα­λὴ ἐ­πει­δὴ πα­ρα­κάμ­πτει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κρι­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει (ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λέ­ξη) νὰ σοῦ λέ­ει ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σου εἶ­ναι ἀ­παί­σιο!


Δ.Χ. Ποιά συμ­βου­λὴ(ὲς) θὰ δί­να­τε στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες σας γιὰ νὰ βο­η­θή­σε­τε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους νὰ ξε­χω­ρί­σουν;


T.H. Ἀρ­χι­κά, δι­α­βά­στε πολ­λὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, δι­α­βά­στε πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα – ὄ­χι γιὰ νὰ δεῖ­τε πῶς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἢ μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξε­τε τὸ μυα­λό σας σὲ ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι. Καὶ τό­τε προ­σπα­θῆ­στε νὰ γρά­ψε­τε. Πρό­κει­ται πε­ρὶ πρα­κτι­κῆς ἐ­ξά­σκη­σης, εἶ­ναι ἕ­νας μῦς ὅ­πως κά­θε ἄλ­λος: ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις, τό­σο πιὸ εὐ­έ­λι­κτος γί­νε­σαι. Παῖ­ξε. Δι­α­σκέ­δα­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δι­ά­βα­σε τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἄλ­λων γιὰ νὰ δεῖς τί κά­νουν μὲ τὴ γλώσ­σα καὶ πῶς ἐ­πι­τρέ­πουν στοὺς ἑ­αυ­τούς τους νὰ μπερ­δεύ­ουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη, νὰ μὴ φα­νε­ρώ­νουν πά­ρα πολ­λά. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­α­τη­ρεῖ τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν ἀ­να­μέ­νει πολ­λὰ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, ὅ­τι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐμ­πι­στευ­τεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη, θὰ κά­νει ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ γρά­ψι­μό σας;


T.H. Τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα – τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής! Μοῦ ἔρ­χον­ται οἱ πρῶ­τες γραμ­μές, ἔρ­χε­ται ἡ φω­νή, ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ. Πο­λὺ συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ο­μαι δι­α­βά­ζον­τας ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀλ­λὰ ὅ­πως σᾶς ἔ­χω πεῖ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γρά­φεις. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ πρό­βλη­μα στὸ νὰ βρί­σκω ἰ­δέ­ες.


Δ.Χ. Κρα­τᾶ­τε ἡ­με­ρο­λό­γιο ἢ ση­μει­ω­μα­τά­ριο; Πῶς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­τε τὶς ἰ­δέ­ες σὲ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Τη­ρῶ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο, πλέ­ον ὄ­χι γιὰ ἰ­δέ­ες ἀλ­λὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες ὅ­πως ἔρ­χον­ται, καὶ γιὰ ποι­ή­μα­τα ἐ­πί­σης, ἂν καὶ αὐ­τὰ μοῦ προ­κύ­πτουν μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο. Τη­ρῶ ἐ­δῶ καὶ λί­γα χρό­νια μιὰ λί­στα μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες ἐ­να­σχο­λή­σεις καὶ ὅ­ταν κολ­λή­σω, δι­α­λέ­γω μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς καὶ τὴ βά­ζω νὰ ‘συγ­κρου­στεῖ’ μὲ μιὰ ἰ­δέ­α γιὰ ἱ­στο­ρί­α, ἴ­σως κά­τι ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει πρό­σφα­τα. Ἡ σύγ­κρου­ση δύ­ο πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν θε­μά­των εἶ­ναι σπου­δαί­α στὴ δη­μι­ουρ­γί­α σπιν­θή­ρων.


Δ.Χ. Με­τα­κο­μί­σα­τε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994 καὶ ἐ­νῶ ξε­κι­νή­σα­τε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των, ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος πε­ρι­ο­δι­κῶν ὅ­πως τὸ Wi­red καὶ τὸ New Sci­entist, τὰ πα­ρα­τή­σα­τε ὅ­λα καὶ ἀ­φο­σι­ω­θή­κα­τε στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Μι­λῆ­στε μας γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή σας.


T.H. Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, ὅ­μως ἐ­πει­δὴ σπού­δα­σα ἐ­πι­στή­μη, αὐ­τὴ ἀ­κο­λού­θη­σα. Ἀλ­λὰ ἤ­μουν ἀ­παί­σια ἐ­πι­στή­μων καὶ ἔ­τσι ἔ­γι­να δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν θε­μά­των! Ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ κά­νω, ἔ­τσι ξε­κί­νη­σα ἀρ­γά, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἐρ­γα­στή­ρια συγ­γρα­φῆς στὶς ΗΠΑ καὶ τὴ Βρε­τα­νί­α, καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕξι πε­ρί­που χρό­νια, ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, ἐ­πει­δὴ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­σκῶ ταυ­τό­χρο­να.


Δ.Χ. Πῶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν οἱ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς τῆς ζω­ῆς τὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα; Ἢ πῶς τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ μυα­λὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γὲς σὲ προ­σω­πι­κὸ καὶ συλ­λο­γι­κὸ ἐ­πί­πε­δο;


T.H. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α! Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας φί­λος μου ποι­η­τής, ὅ­λα εἶ­ναι πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὸ γρά­ψι­μό μας! Ξέ­ρω ὅ­τι ἡ ἀ­πό­φα­ση νὰ γί­νω ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πη­ρέ­α­σε τὶς δι­α­θέ­σεις μου, ὑ­πῆρ­ξα ἀρ­κε­τὰ στα­θε­ρὴ καὶ ἤ­ρε­μη μέ­χρι ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο, ὅ­μως ὅ­ταν, ἀν­τὶ νὰ γρά­φω γιὰ τὶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἀ­να­κα­λύ­ψεις ἄλ­λων, στρά­φη­κα πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου, ἀ­πο­στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κα. Καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει προ­κει­μέ­νου ἡ συγ­γρα­φὴ νὰ πη­γά­ζει ἀ­πὸ μέ­σα σου, νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει σου­ρε­α­λι­στι­κὴ καὶ ἀλ­λό­κο­τη στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα

 

Δ.Χ. Ἡ μο­νο­γρα­φί­α σας, στὸ πλαί­σιο τῆς ἐκ­πό­νη­σης τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ σας (2018, PhD on Creative Writing, Bath Spa University) ἐ­λέγ­χει τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ Σω­μα­τι­δια­κῆς Φυ­σι­κῆς. Πό­σο πο­λὺ σᾶς ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ τε­λευ­ταί­α καὶ ὁ τρό­πος σκέ­ψης ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­κρί­βεια;


T.H. Πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐ­ρώ­τη­ση. Ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ ἀ­να­ζη­τῶ τοὺς κα­νό­νες πί­σω ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τὴν ‘ἐ­πι­στή­μη’ τοῦ πῶς λει­τουρ­γεῖ ἡ ζω­ή, πῶς δου­λεύ­ει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς. Τὸ ὁ­ποῖ­ο, βε­βαί­ως, εἶ­ναι συ­χνὰ μά­ται­η προ­σπά­θεια. Ἀλ­λὰ στὰ πε­ζά μου —καὶ στὴν ποί­η­σή μου— ὁ­δη­γοῦ­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­να­κρί­βεια ὑ­πη­ρε­τών­τας τὴν ἀ­σά­φεια, τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Αὐ­τὸ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐμ­πό­διο ἐ­πει­δὴ ὅ­ποι­ος ἔ­χει δι­α­βά­σει λί­γη φυ­σι­κὴ γνω­ρί­ζει ὅ­τι ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κὴ ἐ­πι­μέ­νει στὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ τὴ δυ­σκο­λί­α μέ­τρη­σης τῶν βα­θύ­τε­ρων ἐ­πι­πέ­δων της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἐ­πι­στή­μη, συ­ναν­τῶ ἐ­πι­στή­μο­νες, μα­θαί­νω πῶς κά­νου­με ἐ­πι­στή­μη, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι δὲ βα­σί­ζε­ται μό­νο στὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­ναι ἀ­κα­τά­στα­τη, δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐκ φύ­σε­ως καὶ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει πο­λὺ συ­χνὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­τυ­χί­α, κι ἔ­τσι βλέ­πω τί μπο­ροῦ­με νὰ μά­θου­με ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα δὲ δου­λεύ­ουν, ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­πως τὰ πε­ρι­μέ­νου­με. Αὐ­τὸ τὸ δε­δο­μέ­νο φτιά­χνει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε τὸ ἄ­γνω­στο κι ἐκ­πλα­γεῖ­τε καὶ σεῖς οἱ ἴ­διοι ὅ­ταν γρά­φε­τε, θὰ ἔ­χε­τε με­γα­λύ­τε­ρες πι­θα­νό­τη­τες νὰ ἐκ­πλα­γεῖ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης σας ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Πό­σο δύ­σκο­λο σᾶς ἦ­ταν νὰ συν­δυ­ά­σε­τε ἐ­πι­στή­μη καὶ λο­γο­τε­χνί­α;


T.H. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου δύ­σκο­λο. Ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κι ἐ­νῶ ἦ­ταν μιὰ πρό­κλη­ση ὅ­ταν πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, ἐ­πει­δὴ ἐ­δῶ στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ βρεῖς θε­μα­τι­κὲς ἑ­νό­τη­τες ποὺ τὰ συν­δυά­ζουν, δὲν ἔ­χα­σα πο­τὲ τὸ πά­θος μου γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να σε­μι­νά­ριο στὸ Arvon τὸ 2002 μὲ θέ­μα Ἐ­πι­στή­μη καὶ Συγ­γρα­φὴ τὸ ὁ­ποῖ­ο μοῦ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή, ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω πῶς νὰ ἀ­φή­νω τὴν ἐ­πι­στή­μη νὰ γλι­στρᾶ μέ­σα στὶς ἱ­στο­ρί­ες μου καὶ δὲν ἔ­χω κοι­τά­ξει ξα­νὰ πί­σω. Ἴ­σως μὲ ἔ­χει βο­η­θή­σει τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ποὺ ἔ­χω, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μὲ τὸν τρό­πο μου, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι —ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νω— ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α νὰ τὸ «γρά­ψω σω­στά». Ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ παί­ξει. Καὶ δι­α­βά­ζω τὰ πάν­τα, ἐ­πι­στή­μη, λο­γο­τε­χνί­α, κ.λπ.


Δ.Χ. Πῶς θὰ ὁ­ρί­ζα­τε τὴ «δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα» ὡς συγ­γρα­φέ­ας;


T.H. Δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να! Εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­δύ­να­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ λέ­ξη. Προ­τι­μῶ τὸ «παί­ζω» καὶ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς προ­σπα­θῶ κι ἐν­θαρ­ρύ­νω τὸν κα­θέ­να νὰ κά­νει. Παῖξ­τε κι ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας νὰ ρι­σκά­ρει.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ (με­τα)ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α


Δ.Χ. Σύμ­φω­να μὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρη­τι­κοὺς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες ἀ­πὸ 700 λέ­ξεις φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­φέ­ρουν ὄ­χι μό­νο πο­σο­τι­κὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ποι­ο­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν αὐ­τὸ τὸ ὅ­ριο. Ὁ William Nelles, συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­τεί­νει μιὰ γε­νε­α­λο­γι­κὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὴ βά­ση ἕ­ξι κομ­βι­κῶν ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν στοι­χεί­ων: δρά­ση, χα­ρα­κτή­ρας, σκη­νι­κό, γραμ­μι­κὴ χρο­νι­κό­τη­τα, δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ κλεί­σι­μο. Δου­λεύ­ε­τε ὄν­τως πά­νω σε τέ­τοι­α εἰ­δι­κὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ στοι­χεῖ­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε σύν­το­μα καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν γρά­φε­τε ἐ­κτε­νῆ κεί­με­να;


T.H. Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲ σκέ­φτο­μαι τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α ὅ­ταν γρά­φω. Δι­α­συν­δέ­ον­ται ὅ­λα σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τὰ δι­α­χω­ρί­σου­με. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τί χρει­ά­ζε­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­πί­σης, δὲ βλέ­πω κα­μί­α τέ­τοι­α ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση ἀ­νά­με­σα σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὰ» δι­η­γή­μα­τα (δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ὅ­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι πα­ρα­δο­σια­κό, ἀ­φοῦ οἱ ὑ­περ-μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­πί­σης κά­τι σὰν πα­ρά­δο­ση) καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δι­α­βά­ζω συ­στη­μα­τι­κὰ τὰ πάν­τα καὶ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ κα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἑ­λίσ­σον­ται, οἱ ἀ­σύλ­λη­πτες, οἱ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή τους.

       Ἔ­χω τὴν τά­ση νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες τα­χύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­δη­μο­νί­α, ἐ­νῶ συ­νή­θως μοῦ παίρ­νει πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γρά­ψω με­γα­λύ­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Ξε­κι­νῶ νὰ γρά­φω κι ἔ­πει­τα ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ δῶ τί θὰ γί­νει στὴ συ­νέ­χεια. Σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις χρει­ά­ζε­ται νὰ πε­ρι­μέ­νω γιὰ χρό­νια.


Δ.Χ. Πολ­λοὶ ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τῆς ποι­η­τι­κῆς της, προ­κει­μέ­νου νὰ τὴν ἑρ­μη­νεύ­σουν, ἀ­να­φέ­ρoν­ται σὲ ἀρ­χὲς τῆς με­τα-ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (π.χ. στὶς με­λέ­τες τῆς Marie-Laurie Ryan). Δι­α­τεί­νον­ται πὼς σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὸ κεί­με­νο, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μιὰ ση­μαν­τι­κὴ στρο­φή: φαί­νε­ται ὅ­τι με­τα­κι­νού­μα­στε ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ ὡς παι­γνί­δι, στὸ κεί­με­νο-κό­σμο τῆς ψη­φια­κῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὁ κα­θη­γη­τὴς Ottmar Ette στὸ Potsdam γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (minificcion) ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­δί­ο, ὅ­τι προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ χω­ρέ­σει κά­ποι­ος ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου) σὲ μιὰ φρά­ση («to­do el u­ni­ver­so en u­na so­la frase»). Πα­ρο­μοί­ως, ἡ πα­νε­πι­στη­μια­κὸς Irene Andres Suárez ἐ­πι­ση­μαί­νει τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἔλ­λει­ψης ἐ­πι­πρό­σθε­τα τῆς ὑ­περ-συμ­πύ­κνω­σης ὡς εἰ­δο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα στὸ ἱ­σπα­νό­φω­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (microrrelato). Ὁ Lee Rourke ἐν­το­πί­ζει μὲ ποι­ό τρό­πο ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (flash fic­tion, mi­cro­fic­tion) προ­σι­διά­ζει στοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που καὶ ἀν­τί­στρο­φα, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι καὶ νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῆς ζω­ῆς μὲ μο­να­δι­κὸ τρό­πο. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἡ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς ἕ­να μυ­θο­πλα­στι­κὸ κεί­με­νο-κό­σμο. Τί θὰ λέ­γα­τε σχε­τι­κὰ μὲ αὐ­τό;


T.H. Νο­μί­ζω πὼς ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ στα­θοῦν μό­νες τους, δη­μι­ουρ­γών­τας τοὺς δι­κούς τους κό­σμους, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης. Δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­η ἂν οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἄ­πο­ψη. Τὴν ἴ­δια δυ­να­μι­κὴ φέ­ρει καὶ ἡ ποί­η­ση ἐ­πί­σης.


Δ.Χ. Ἡ σύν­θε­τη πλο­κὴ ἀ­παι­τεῖ με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­κτα­ση γιὰ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σου­με. Ὡ­στό­σο, οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο σας Mymo­therwasanup­rightpia­no[5] ἔ­χουν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος ἀ­πὸ τὴ σύν­το­μη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους. Στὴν ὁ­μό­τι­τλη ἱ­στο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ξε­περ­νᾶ τὶς 250 λέ­ξεις, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τοῦ τί­τλου, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­τε σὲ μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη στιγ­μὴ ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἡ­ρω­ί­δας, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α καὶ παν­τρε­μέ­νη, δι­α­τη­ροῦ­σε κρυ­φὴ ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση, χω­ρὶς νὰ δί­νε­τε πε­ραι­τέ­ρω στοι­χεῖ­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή, προ­κα­λεῖ­τε τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ μαν­τέ­ψει, ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­φή­γη­ση. Εἶ­ναι ἡ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα, ἢ μὲ ὅ­ρους δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας, ἡ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς στό­χους σας ὡς δι­α­κε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εἴ­δους;


T.H. Δὲν εἶ­μαι εἰ­δι­κός! Ὅ­μως εἶ­ναι μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση καὶ εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς συγ­γρα­φι­κὲς προ­τι­μή­σεις, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω νὰ δι­α­βά­ζω ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παι­τοῦν ἀ­πὸ μέ­να νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πο­λὺ σκλη­ρά, νι­ώ­θω πὼς ἐμ­πλέ­κο­μαι στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τέ­τοι­ων ἱ­στο­ρι­ῶν, ὅ­τι δὲν εἶ­μαι πα­θη­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια. Καὶ συ­νε­πῶς αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ εἴ­δη τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ γρά­φω. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ δι­α­βά­ζουν μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο καὶ ὡς ἐκ τού­του γνω­ρί­ζω ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου δὲν θὰ τοὺς προ­σέλ­κυ­αν.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων (ἢ πε­ρί­που)


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε ὑ­πό­ψη σας τὶς πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­ες;

Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα. E. Hemingway.

Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ὁ δει­νό­σαυ­ρος ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ. A. Monterroso.

Τὸ Φάν­τα­σμα (μό­νο τί­τλος). G. Samperio.

Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὴ γῆ κά­θη­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα. F. Brown.

Πῶς θὰ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε;


T.H. Γνω­ρί­ζω μό­νο τὶς δύ­ο πρῶ­τες. Δὲ μ’ ἐν­θου­σιά­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἱ­στο­ρί­ες 6 λέ­ξε­ων, γιὰ μέ­να δὲν εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες. Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο «ὑ­παι­νι­κτι­κὴ μυ­θο­πλα­σί­α» (hint fiction).


Δ.Χ. Ἔ­χε­τε πο­τὲ προ­σπα­θή­σει ἢ γρά­ψει τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες;


T.H. Ὄ­χι, οὐ­δέ­πο­τε ἔ­χω γρά­ψει κά­τι τό­σο σύν­το­μο.


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Δ.Χ. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔ­χε­τε ἐ­πί­σης ἱ­δρύ­σει κι ἐ­πι­με­λεῖ­στε τὸ ShortStops, τὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ κα­τα­γρά­φει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν Βρε­τα­νῶν καὶ Ἰρ­λαν­δῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὴ σχε­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πα­ρα­γω­γή, ὑ­πήρ­ξα­τε μέ­λος τοῦ Royal Literary Fund Writing στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Bristol καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ἔ­χε­τε βρα­βευ­θεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ποί­η­σης, δι­η­γή­μα­τος καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Πό­σο θε­τι­κὴ εἶ­στε ἀ­πέ­ναν­τι σὲ δι­ε­θνεῖς ἢ ἐ­θνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, φε­στι­βὰλ καὶ δι­ορ­γα­νώ­σεις ὅ­πως ἡ UK National Day of Flash Fiction, Flash Mob International, κ.ἄ.;


Τ.Η. Ὑ­περ­βο­λι­κὰ θε­τι­κή! Λα­τρεύ­ω ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, ὁτι­δή­πο­τε πα­ρα­κι­νεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ γρά­φουν, νὰ δι­α­βά­ζουν, κ.λπ. Προ­σω­πι­κὰ δὲ δε­σμεύ­ο­μαι μὲ τοὺς ὁ­ρι­σμούς, αὐ­τὸ εἶ­ναι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι ποί­η­ση – καὶ θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­πε­ρα­τό­τη­τα ἐ­δῶ, ὅ­μως ἐ­πι­κρο­τῶ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­ω­θῶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ρῶ.


Δ.Χ. Μὲ ποι­ό τρό­πο νο­μί­ζε­τε ὅ­τι τὰ πα­ρα­πά­νω δι­α­σφα­λί­ζουν τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἐ­φό­σον πολ­λοὶ κρι­τι­κοὶ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι τέ­τοι­ες δρά­σεις, μα­ζὶ μὲ τὴν πρω­το­φα­νῆ αὔ­ξη­ση τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς παγ­κο­σμί­ως, ἀ­να­πα­ρά­γουν στε­ρε­ό­τυ­πα καὶ εὐ­τε­λῆ δείγ­μα­τα γρα­φῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας;


T.H. Στὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Writing Short Stories: A Writers’ and Artists’ Companion[6], ἔ­γρα­ψα κι ἕ­να κε­φά­λαι­ο γιὰ τὴν «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δι­η­γή­μα­τος» καὶ μπό­ρε­σα νὰ δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τὴν ἴ­δια ἀ­νη­συ­χί­α ἐ­ξέ­φρα­ζαν κρι­τι­κοὶ σὲ ὅ­λη τὴν διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ὑ­πάρ­χει πάν­τα κά­ποι­ος ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πορ­ρί­ψει, νὰ ὑ­πο­βι­βά­σει. Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει πάν­τα πλού­σια μέ­τρια πα­ρα­γω­γὴ γιὰ κά­θε εἶ­δος, ὅ­πως ὑ­πάρ­χει γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­γώ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­παι­ζα πο­δό­σφαι­ρο γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἤ­μουν κα­θό­λου κα­λὴ σὲ αὐ­τό. Ὁ σκο­πός μας εἶ­ναι νὰ δι­α­τη­ροῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ μή­πως νὰ ἐν­θαρ­ρύ­νου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἐκ­φρά­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἐ­κεῖ­νοι θε­ω­ροῦν κα­λύ­τε­ρο; Δὲν εἶ­μαι ὁ φύ­λα­κας κα­μιᾶς πύ­λης, ἔ­χου­με πολ­λοὺς κρι­τι­κοὺς ποὺ ὁ­ρί­ζουν τί εἶ­ναι «δη­μο­σι­εύ­σι­μο», τί εἶ­ναι «κάλ­λι­στο» στὶς λί­στες τους, μὲ τὰ βρα­βεῖ­α τους. Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός. Τὸ νὰ εἶ­μαι μέ­λος κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ δι­α­γω­νι­σμούς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω ἐν­τε­λῶς ἄ­βο­λα δι­ό­τι γνω­ρί­ζω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τί­θε­ται σὲ κρί­ση. Θὰ προ­τι­μοῦ­σα μᾶλ­λον νὰ δι­α­τη­ρῶ ρό­λο ἐμ­ψυ­χω­τὴ – προ­σπά­θη­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖς, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­τυγ­χά­νεις, συ­νέ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­σαι.


Δ.Χ. Πεῖ­τε μας με­ρι­κὰ πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καὶ μει­ο­νε­κτή­μα­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


T.H. To με­γα­λύ­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα γιὰ μέ­να καὶ τοὺς σπου­δα­στὲς τῶν ἐρ­γα­στη­ρί­ων εἶ­ναι ὅ­τι οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μπο­ροῦν νὰ γρα­φτοῦν πο­λὺ γρή­γο­ρα – τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­κο­λό­τε­ρες, οὔ­τε ση­μαί­νει ὅ­τι ὅ­λες οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες γρά­φον­ται μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες. Ἁ­πλῶς μπο­ροῦν νὰ πα­ρα­χθοῦν πολ­λὲς καὶ συ­νε­πῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ μὴν προσ­δέ­νε­ται πο­λὺ σὲ κά­θε μί­α, λι­γό­τε­ρο ἀ­ξι­ό­λο­γη. Ἐ­ὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α στὶς δέ­κα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ, αὐ­τὸ εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο. Ἄλ­λο ἕ­να πλε­ο­νέ­κτη­μα, γιὰ μέ­να του­λά­χι­στον, εἶ­ναι ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἰ­δέ­ες μου, ἀ­φοῦ μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Ἐ­πί­σης, πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ ἀ­να­γνώ­στης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν ἤ­δη γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲ θὰ πρέ­πει νὰ δο­θεῖ πολ­λὴ «πλη­ρο­φό­ρη­ση», ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει τό­σο μι­κρὸς κει­με­νι­κὸς χῶ­ρος, καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τοὺς ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κούς, ἀλ­λό­κο­τους κό­σμους χω­ρὶς νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται δια­ρκῶς «πῶς δου­λεύ­ει αὐ­τό;» καὶ συ­νε­πῶς ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο ἱ­στο­ρί­ας.

       Τὰ μει­ο­νε­κτή­μα­τα εἶ­ναι λί­γα, ὅ­μως ἴ­σως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο νὰ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­βάλ­λει τὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο οὐ­σι­ώ­δης, ὅ­τι μιὰ κα­λὴ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α μπο­ρεῖ ἁ­πλὰ νὰ γρα­φτεῖ βι­α­στι­κὰ μὲ λί­γη σκέ­ψη. Ὅ­λα χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξά­σκη­ση. Κι ἐ­πί­σης ἐ­ὰν οἱ συγ­γρα­φεῖς αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ τώ­ρα ἀ­πευ­θύ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως προ­σπα­θή­σουν νὰ στρι­μώ­ξουν μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να τό­σο μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ ἔ­χει τό­ση ἔ­κτα­ση ὅ­ση χρει­ά­ζε­ται.


Δ.Χ. Κα­τὰ πό­σο συμ­φω­νεῖ­τε μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τοῦ Lauro Ζavala ὅ­τι «ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χιλιετία»[7];


T.H. Κα­θό­λου! Δὲν προ­συ­πο­γρά­φω τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας συγ­κέ­ντρω­σης[8], οἱ ἀ­να­γνῶ­στες θὰ δι­α­βά­σουν σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες κά­θε ἔ­κτα­σης καὶ εἰ­δι­κὰ οἱ συν­το­μό­τε­ρες ἱ­στο­ρί­ες ἀ­παι­τοῦν με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. Δὲ μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ με­γά­λες δι­α­κη­ρύ­ξεις, οἱ γε­νι­κό­τη­τες. Τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι ἁ­πλὰ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, οἱ λέ­ξεις, ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ γλώσ­σα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να.


Συ­νέν­τευ­ξη-Ἐ­πι­μέ­λεια: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου.

[1]. Ἀ­πο­δί­δω τὸν σύν­θε­το ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο microfiction, τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρῶ πι­θα­νό­τε­ρο νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σει δι­ε­θνῶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κει­μέ­νων, μὲ τὸν ἐ­ξί­σου σύν­θε­το ἑλ­λη­νι­κὸ «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ὡς ἀ­κρι­βέ­στε­ρο καὶ πλη­ρέ­στε­ρο καὶ τὸν δι­α­τη­ρῶ καὶ γιὰ τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὅ­ρο flash fiction καὶ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ minificción.

[2]. Περισσότερα στὸ Χριστοδούλου Δήμητρα Ι., Ἡ μικρο­μυθο­πλασία (micro­fiction, flash fi­ction, mini­ficción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­μενο: με­λέ­τη γιὰ ἕνα νέο δι­εθνές κι ἐθνι­κὸ εἶ­δος λό­γου, Κεφ. 2, σελ. 34-50.

[3]. Σὲ αὐτὴ τὴ διεθνῆ ἀνθο­λο­γία (2015) περιλαμβάνεται τὸ σύντομο διήγημα μὲ τίτλο «Ἀ­στεῖo»Joke»), τοῦ Γιάν­νη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

[4]. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α (2018) συμ­με­τέ­χει ἡ Tania Hershman καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, πολ­λῶν κα­τα­ξι­ω­μέ­νων (π.χ. Lou Beach, Stuart Dybek, Joyce Carol Oates), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρων νέ­ων. Ἐ­ξαί­ρε­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua, τῆς ὁ­ποί­ας τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο «Hermit» («Ἐ­ρη­μί­της») μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐδῶ, ὅ­πως καὶ τῶν Stuart Dybek καὶ Pamela Painter ἐ­δῶ.

[5]. Hershman Tania, My mo­ther was an up­right piano – Fi­ctions, Tangent Books, Bristol, (1η ἔκδοση) 2012 καὶ (2η ἔκδοση) 2014.

[6]. Hershman Tania and Newland Courttia (Series eds. Carole Angier and Sally Cline), Writing Short Sto­ries: A Wri­ters’ and Artists’ Compa­nion, Bloomsburry, London, 2015.

[7]. Zavala Lauro, Seis proble­mas para la mini­ficción, un géne­ro del tercer mi­le­nio : Bre­ve­dad, Di­ver­si­dad, Compli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Vir­tu­a­li­dad, 2010.

[8]. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ὁ Zavala δὲν ἀ­πο­δί­δει τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν ἀ­δυ­να­μί­α συγ­κέν­τρω­σης καὶ δὲ βα­σί­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­σή του ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πι­θα­νὸν νὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴ χι­λι­ε­τί­α.  Πα­ρό­λα αὐ­τά, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἄ­πο­ψη, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­νι­σχύ­ει ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν ψη­φια­κῶν μέ­σων στὴ σύγ­χρο­νη κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἄρ­θρο ὁ Zavala ἀ­πο­δί­δει σὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­δρα­ση τὴ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου δι­ε­θνῶς καὶ τὴν ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Φι­λι­ὼ Χα­τζημ­πε­κιά­ρη (Ἀ­θήνα, 1960). Πτυ­­χίο (ΒΑ) στὸν Εὐρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (EΑΠ), Μετα­πτυ­χια­κὴ εἰδίκευ­ση (M.Sc) στὴν Ἱστο­ρία & Φιλο­σο­φία τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ Τε­χνο­λο­γί­ας (ΕΚΠΑ). Ἐ­ρευ­νη­τι­κά ἐνδι­α­φέ­ρον­τα: Ἱστο­ρία τοῦ Δαρ­βι­νι­σμοῦ, Βι­ο­λο­γί­ας καὶ σχο­λι­κῶν βιβλίων, Φε­μι­νι­στι­κὲς Θε­ω­ρί­ες στὴν Ἐπι­στή­μη, Di­gi­tal Hu­ma­ni­ti­es.



		

	

Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.


 

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman): Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο



Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman)


Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο

(If Kissed by a Dragonfish)


Ν ΦΙΛΗΘΕΙΣ μὲ δρα­κό­ψα­ρο, μὴ δαγ­κώ­σεις. Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο, βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι κά­θε­σαι. Ἂν φι­λη­θεῖς μὲ δρα­κό­ψα­ρο, ἄ­φη­σέ το νὰ σὲ τα­ρα­κου­νή­σει. Μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις γιὰ ἕ­να-δυ­ὸ λέ­πια ποὺ ἴ­σως χρεια­στεῖ ν’ ἀ­φαι­ρέ­σεις ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ δόν­τια σου. Μὴν ἀ­νη­συ­χή­σεις κα­τὰ τὴ διάρ­κεια τοῦ φι­λιοῦ, πρὶν ἀ­πὸ τὸ φι­λί, ἢ με­τά. Τὸ δέρ­μα τοῦ δρα­κό­ψα­ρου εἶ­ναι ἀ­προ­σπέ­λα­στο ἀλ­λὰ ἡ καρ­διά του χτυ­πᾶ δυ­να­τὰ καὶ ἁ­πα­λά. Δὲ θὰ ξε­χά­σεις τὸ φι­λί. Δὲ θὰ ξε­χά­σεις τὴ δρο­σιὰ τῆς ἀ­νά­σας τοῦ δρα­κό­ψα­ρου βα­θιὰ στοὺς πνεύ­μο­νές σου. Θὰ κοι­τά­ξεις κά­τω, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυ­ά­λι­νο πά­τω­μα καὶ δὲ θὰ δεῖς τί­πο­τα, νὰ κο­λυμ­πά­ει. Θὰ χω­ρι­στεῖς, σὰν ὠ­κε­α­νός, καὶ στὸ βυ­θό σου θὰ με­τα­μορ­φω­θεῖς σὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρι.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα [100 word story].

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Φωτογραφία: Michael Brasier.