Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#4]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου

(ἰριδισμοὶ τοῦ μικροῦ)




Τὸ κβαν­τι­κὸ(1) μι­κρο­σύμ­παν μας


ΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ τοῦ 2018 ἡ ζω­γρά­φος Ὄλγα Αλεξοπούλου δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ «Κβαντικό Μπλέ» σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους ἐ­πι­στή­μο­νες συν­δυ­ά­ζον­τας τὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α(2) μὲ τὴν τέ­χνη κι ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὴν μπλὲ ὥρα (λυ­καυ­γὲς καὶ λυ­κό­φως) τῆς Αἴ­γι­νας. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ χρῶ­μα ποὺ αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὸ βά­θος τοῦ δυ­σκο­λο­τε­ρου χρώ­μα­τος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συλ­λά­βει στὴν ὁ­λό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται ὑ­πε­ρι­ῶ­δες φῶς γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ. Ἡ πρώ­τη πα­ρου­σί­α­σή του θὰ γί­νει τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2019 στὴν γκα­λε­ρὶ Ultra Super New στὸ Τό­κιο.


Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πῶς πλο­η­γοῦν­ται τὰ πτη­νὰ μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια δὲν ἔ­χει ἀ­παν­τη­θεῖ πλή­ρως. Τὸ 1978 ὁ Klaus Schulten ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δι­α­θέ­τουν κρυ­πτο­χρώ­μα­τα, εἰ­δι­κὲς χρω­μο­πρω­τε­ΐνες ποὺ λει­τουρ­γοῦν ὡς αἰ­σθη­τῆ­ρες γιὰ νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ μα­γνη­τι­κὰ πε­δί­α τῆς γῆς καὶ νὰ δι­α­τη­ροῦν τὸ μα­γνη­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό τους στὶς ἀ­πο­δη­μη­τι­κὲς ἢ ἁ­πλὲς πτή­σεις τους. Τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2018 ἔ­ρευ­νες ἀπέδειξαν ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ μη­χα­νι­σμὸς εἶ­ναι κα­θα­ρὰ ὀ­πτι­κὸς καὶ εἰ­δι­κά το κρυ­πτό­χρω­μα Cry4 εὐ­αι­σθη­το­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μπλὲ φω­τό­νια τῶν μα­γνη­τι­κῶν πε­δί­ων.


Τὸ 2017 ἀ­να­κοι­νώ­θη­καν ση­μαν­τι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (IBM) καὶ στὴν Κίνα στὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ κβαντικοῦ ὑπολογιστῆ ποὺ ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. Τὸ Νόμ­πελ Χη­μεί­ας ἀ­πο­νε­μή­θη­κε σὲ τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς κρυ­ο-ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μι­κρο­σκο­πί­ας, τὴν ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ μέ­θο­δο ποὺ ἁ­πλο­ποι­εῖ καὶ βελ­τι­ώ­νει τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῶν βι­ο­μο­ρί­ων καὶ βο­η­θά­ει στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης τῆς ζω­ῆς καὶ τὸ 2016 σὲ ἄλ­λους τρεῖς ἐ­πι­στή­μο­νες γιὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψεις τους στὶς μικροσκοπικὲς μοριακὲς μηχανές.

       Τὸ 2017 πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ και­νο­τό­μος τεχνολογία ἀ­ο­ρα­τό­τη­τας ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν Ἕλ­λη­νες, μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν ἐ­πί­κου­ρο κα­θη­γη­τὴ Κων­σταν­τῖ­νο Μα­κρῆ, Αὐ­στρια­κοὶ καὶ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ἡ χρή­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων ὑ­λι­κῶν καὶ εἰ­δι­κῆς τε­χνο­λο­γί­ας κυ­μά­των, μπο­ρεῖ νὰ «ἐ­ξα­φα­νί­σει» ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ἀν­τι­κεί­με­νο, δί­νον­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­το.

       Ἐ­πί­σης τὸ 2017 δι­ορ­γα­νώ­θη­κε δι­ε­θνὴς δι­α­γωνι­σμὸς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας τῆς Nikon (Small World Competition 2017) ποὺ συγ­κέν­τρω­σε 2.000 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 88 χῶ­ρες καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­θη­καν ἡ Αἰκατερίνη Σεγκλιὰ καὶ ὁ Χάρης Αντωνόπουλος.

       Τὴν ἴ­δια τε­χνι­κὴ ψη­φια­κῆς φω­το­μι­κρο­γρα­φί­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ ἡ Bioart, ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὸ 1997 ὁ Βρα­ζι­λιά­νος εἰ­κα­στι­κὸς Eduardo Kac γιὰ τὸ ἔρ­γο ποὺ πα­ρά­γε­ται μὲ τὴ χρή­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν βι­ο­λο­γι­κῶν μο­νά­δων. Στὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα τῆς Bioart, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται τε­χνο­λο­γί­ες ὅ­πως ἡ γε­νε­τι­κὴ μη­χα­νι­κή, ἡ καλ­λι­έρ­γεια ἱ­στῶν, κ.ἄ. Στὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bioart τοῦ 2017 τὴ 2η ἀ­πὸ τὶς 15 πρῶ­τες θέ­σεις πῆ­ραν τέσσερις Ἑλ­λη­νί­δες ἐ­ρευ­νή­τρι­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες με­λέ­τη­σαν τύ­πους τοῦ λι­πώ­δους ἱ­στοῦ καὶ τρό­πους νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὴ λει­τουρ­γί­α τους ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ δι­α­βή­τη, τὸ με­τα­βο­λι­κὸ σύν­δρο­μο, κ.ἄ.

       Tὸν Μά­ϊ­ο τοῦ 2016 ἐγ­και­νι­ά­στη­κε ἡ πρώ­τη ἔκ­θε­ση τοῦ Βρε­τα­νοῦ φω­το­γρά­φου Levon Biss μὲ τί­τλο Microsculpture (Μι­κρο­γλυ­πτι­κή) σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Oxford University Museum of Natural History, στὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτέ­θη­καν  οἱ συγκλονιστικὲς φωτογραφίες του ἐντόμων στὴν ὑ­ψη­λό­τε­ρη δυ­να­τὴ ψη­φια­κὴ ἀ­νά­λυ­ση κι ἑ­στί­α­ση. Αὐ­τὲς οἱ φω­το­γρα­φί­ες χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται σή­με­ρα καὶ γιὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο.


Τὸ Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ro­che­ster ἕ­να ἀ­κό­μα Δι­εθνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­ϊ­στο­ρίας, μὲ ὑ­πό­τι­τλο τὸ γνω­στὸ στί­χο τοῦ William Blake «Γιὰ νὰ δεῖς τὸν κό­σμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμ­μου». Ἡ Laurel Thatcher Urlich, ἱ­στο­ρι­κός τοῦ Harvard, πα­ρου­σί­α­σε πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς της γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ πολυβραβευμένου βιβλίου της μὲ τί­τλο A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812(3). Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων 27 ἐ­τῶν τῆς ζω­ῆς τῆς Mar­tha Bal­lard (1734 -1812) ὅ­πως τὴν κα­τέ­γρα­ψε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.400 σε­λί­δες στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κί­νη­σε τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 1785. Ἡ Ballard ἦ­ταν μαί­α, θε­ρα­πεύ­τρια, καὶ μη­τέ­ρα ἐν­νέ­α παι­δι­ῶν (τρί­α ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α πέ­θα­ναν σὲ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α), στὴν Ἀ­ουγ­κού­στα, τὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Πο­λι­τεί­ας τοῦ Μέ­ιν τῶν ΗΠΑ, τὴν ὁ­ποί­α δι­αρ­ρέ­ει ὁ πο­τα­μὸς Κέ­νεμ­πεκ ποὺ ἐκ­βάλ­λει στὸν Ἀ­τλαν­τι­κό.

       Ἀρ­κε­τοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν Urlich εἶ­χαν θε­ω­ρή­σει ἀ­σή­μαν­τες τὶς οἰ­κια­κὲς ἀ­σχο­λί­ες, τὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­σθε­νῶν, τὰ χρη­μα­τι­κὰ πο­σὰ καὶ τὶς σύν­το­μες ἡ­με­ρή­σι­ες κα­τα­γρα­φὲς τῆς Ballard. Ἡ Urlich μὲ τὴ με­θο­δο­λο­γί­α τῆς Μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ας(4) ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ τεκ­μή­ρια τοῦ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου καὶ ἀ­νέ­δει­ξε τὰ κοι­νω­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κὰ συγ­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, τὴν ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἐ­ξε­λί­χθη­κε σὲ ἐμ­πο­ρι­κὸ κόμ­βο καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς γυ­ναί­κας στὴν πρώ­τη γραμ­μὴ πα­ρα­γω­γῆς κοι­νω­νι­κοῦ ἔρ­γου. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου της (σελ. 9) ἡ πραγ­μα­τι­κὴ δύ­να­μη τῆς Ballard βρί­σκε­ται στὶς φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­νού­σι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες καὶ στὴν ἐ­ξου­θε­νω­τι­κή, ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ποὺ κα­τέ­γρα­φε μὲ ἐντυ­πω­σι­ακὴ οἰ­κο­νο­μία λό­γου. Ἄλ­λο­τε ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σει πε­ζὴ τὸν πα­γω­μέ­νο Κέ­νεμ­πεκ, ἄλ­λο­τε νὰ φτά­σει ἐγ­καί­ρως δι­α­μέ­σου τῶν ὑ­περ­χει­λι­σμέ­νων πα­ρα­πο­τά­μων σὲ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πε­ρι­ο­χὲς τῆς πε­ρι­φέ­ρειας μὲ ξύ­λι­να πλοιά­ρια τύ­που κα­νό. Κρα­τοῦ­σε ἀ­νελ­λι­πῶς ση­μει­ώ­σεις σὲ σε­λί­δες κομ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της καὶ κα­τέ­γρα­φε μὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος καὶ ἁ­πλὸ λό­γο τὶς ἐμ­πει­ρί­ες της. Ἡ Ballard πα­ρεῖ­χε θε­ρα­πευ­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες κα­τ’ οἶ­κον, δι­εκ­πε­ραί­ω­σε 816 γέν­νες καὶ βο­ή­θη­σε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 1.000.

       Στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1800 ἔ­γρα­φε: «Καὶ τώ­ρα κλεί­νει αὐ­τὴ ἡ χρο­νιὰ καὶ εἴ­θε νὰ ἔ­χου­με κά­νει σο­φὴ χρή­ση τοῦ χρό­νου.» Σύμ­φω­να μὲ τὴν Urlich, «Γιὰ τὴν Ballard ἡ ζω­ὴ με­τρι­ό­ταν σὲ πρά­ξεις. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­το» καὶ κυ­ρί­ως τὰ ὅ­σα δὲν κα­τέ­γρα­ψε.


Ὁ Da Vinci μὲ τὴν ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ (κα­τάλ­λη­λο χει­ρι­σμὸ τοῦ χρώ­μα­τος) καὶ τὴν τε­χνι­κὴ τοῦ σφου­μά­το (λε­πτό­τα­τη φω­το­σκί­α­ση ποὺ θαμ­πώ­νει τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα), ἄ­φη­νε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς εἰ­κό­νας στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ θε­α­τῆ. Τὸ 2013 ἡ NASA με­τέ­δω­σε μέ­σῳ λέ­ι­ζερ σὲ σε­λη­νια­κὸ δο­ρυ­φό­ρο τὴν εἰ­κό­να τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς τὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρο δεῖγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Μὲ τὴ νέ­α δυ­να­τό­τη­τα ποὺ πα­ρέ­χει ἡ ὀ­πτι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α ἐ­πι­τεύ­χθη­κε ἡ ἀ­πο­στο­λὴ δε­δο­μέ­νων αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας ἀ­πὸ τὴ Γῆ σὲ ἀ­πό­στα­ση πε­ρί­που 384.000 χλμ.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ κέν­τρο CERN ἀ­να­κοί­νω­σε τὸν ἐντο­πι­σμὸ τοῦ ἀό­ρα­του μποζονίου Higgs, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χε ὑ­πο­τε­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ ἡ με­λέ­τη του εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὴ γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ σύμ­παν­τος σὲ ὑ­πο­α­το­μι­κὸ ἐ­πί­πε­δο.


Τὸ 2012 κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὴ Βαρ­σο­βί­α τὸ μι­κρό­τε­ρο σπί­τι στὸν κό­σμο πρὸς τι­μὴ τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Etgar Keret. Ἡ παγ­κό­σμια τά­ση στὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ γιὰ μα­ζι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ μι­κρῶν κα­τοι­κι­ῶν (mi­cro­ho­mes) ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’90 ὡς κοι­νω­νι­κὸ κί­νη­μα. Τὸ Tiny House Movement ση­μα­το­δό­τη­σε τὴν ἀν­τί­δρα­ση στὴ New Age ἐ­πο­χὴ καὶ στὸ δυ­τι­κὸ κα­πι­τα­λι­στι­κὸ πρό­τυ­πο ζω­ῆς καὶ πρό­τει­νε τὴν ἁ­πλό­τη­τα, τὴν αὐ­τάρ­κεια καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα με­τα­κί­νη­σης (ρο­ὴ στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο). Πα­ρό­λα αὐ­τά, σή­με­ρα, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κές, πε­ρι­βαλ­λον­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες ἀ­πὸ τὸ Τό­κιο, ποὺ ἔ­χει μα­κρὰ πα­ρά­δο­ση (π.χ. Na­ga­kin Ca­psu­le Tow­er, 1972), καὶ τὴ Σε­οὺλ (Songpa Micro-Housing), ἕ­ως τὶς δυ­τι­κές μη­τρο­πό­λεις, τεκ­μη­ρι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ πρό­τα­ση γιὰ τὴν ἀ­ποσυμ­φό­ρηση τῶν με­γά­λων ἀστι­κῶν κέν­τρων καὶ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ρα­γδαί­ας κλι­μα­τι­κῆς ἀλ­λα­γῆς.


Τὸ 1993 ὁ Jean Baudrillard ἀ­νέ­φε­ρε στὴ Δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ(5), ὅ­τι ἡ μι­κρο­μο­ρια­κὴ γε­νε­τι­κὴ εἶναι ἡ λο­γι­κὴ συ­νέπεια τῆς βι­ο-φυ­σιο-ανα­το­μι­κῆς ἐ­πι­στήμης ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ρα­γδαῖα σὲ ἕνα πο­λύ ἀ­νώτε­ρο ἐ­πίπε­δο ἀ­φαίρε­σης καὶ προ­σο­μοί­ω­σης: τὸ πυ­ρη­νι­κὸ ἐ­κεῖνο ἐ­πίπε­δο τοῦ κυτ­τάρου καὶ τοῦ γε­νε­τι­κοῦ κώδι­κα, ὅπου ὀρ­γα­νώνε­ται μιὰ φαν­τα­σμα­γο­ρία. Ὅ­ροι ὅ­πως να­νο­χει­ρουρ­γι­κή, να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α, μι­κρο­οι­κο­νο­μί­α, μι­κρο­κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α εἶ­χαν ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­δί­δον­ται ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Τὸ 1989 ἱ­δρύ­θη­κε ἡ ἑ­ται­ρεί­α Microchip Technology, τὸ 1975 ἡ Μicrosoft καὶ τὸ 1959 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ Mini Cooper τῆς BMC, τὸ αὐ­το­κί­νη­το σύμ­βο­λο τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60.


Τὸ 1957 ὁ Gaston Bachelard ἔ­γρα­φε στὴν Ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου(6): «Στὴν πραγ­μα­τι­κότη­τα νι­ώθω πιὸ οἰ­κεῖα στοὺς μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κόσμους οἱ ὁ­ποῖοι γιὰ μένα εἶναι κυ­ριάρ­χοι κόσμοι», καὶ «οἱ ἀ­ξίες συμ­πυ­κνώνον­ται κι ἐμ­πλου­τίζον­ται στὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἐ­πίπε­δο. Ἡ πλα­τω­νι­κή δι­α­λε­κτι­κὴ γιὰ τὸ μέ­γαλο καὶ τὸ μι­κρό δὲν ἀρ­κεῖ γιὰ ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦμε τὶς δυ­να­μι­κὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ σκέπτε­σθαι μι­κρά. Πρέπει κα­νεὶς νὰ πάει πέρα ἀ­πὸ τὴ λο­γι­κὴ γιὰ νὰ βιώ­σει τί εἶναι με­γάλο καὶ τί εἶναι μι­κρό». Ὁ Bachelard δι­έ­κρι­νε πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ πα­ρα­δο­ξό­τη­τα στὴ φύ­ση καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ἀ­πο­λυ­τό­τη­τας στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ γνώ­ση. Σύν­το­νος μὲ τὶς ἀρ­χὲς τὶς κβαν­το­μη­χα­νι­κῆς καὶ τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς σχε­τι­κό­τη­τας, πρό­τει­νε τὴν ἀ­νάπτύυξη ἑ­νὸς τρόπου σκέψης μὲ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κὴ δι­ά­στα­ση ὁ ὁ­ποῖ­ος, πέ­ραν τῆς τρισ­δι­ά­στα­της στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς ἀν­τί­λη­ψής μας στὸ μα­κρό­κο­σμο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νει καὶ στὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ κλίμα­κα, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­τη­ρή­σει ζων­τα­νὴ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς δια­ύγειας τῶν πραγ­μά­των καὶ τῆς ζω­ῆς. Ὁ Ba­che­lard(7) κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ δι­α­νο­η­τι­κὸ ἅλ­μα, τὴ δύ­να­μη τῆς εἰ­κό­νας νὰ κα­θο­ρί­ζει τὴ σκέ­ψη στὶς φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου νὰ συγ­κρο­τεῖ. Ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν θε­τι­κι­σμὸ καὶ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἐ­πα­γω­γι­κὴ σκέ­ψη κι αἰ­σθη­τι­κο­ποί­η­σε τὴν ἐ­πι­στή­μη, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὸ αἰ­σθη­τι­κὸ πε­δί­ο μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με συν­θε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες συγ­κρι­νό­με­νες μὲ τὰ μα­θη­μα­τι­κὰ σύμ­βο­λα, τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ θύ­μι­ζαν πρω­τί­στως τὶς εἰ­κό­νες τῆς ποί­η­σης τοῦ Mallarmé. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μὲ τὸ Un Coup de dés (Μιὰ ζα­ριά, 1897) ἐγ­και­νί­α­σε τὴν τυ­πο­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­σε τὶς πρω­το­πο­ρί­ες τοῦ 20οῦ αἰ. καὶ ὑ­λο­ποί­η­σε τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Baudelaire, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰ­σή­γα­γε τὸν ὅ­ρο πε­ζο­ποί­η­ση καὶ στὸ Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ ἢ ἡ Με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ (1862) ἔ­γρα­φε: «Ψι­λο­κόψ­τε [τὸ ἔρ­γο] σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα κομ­μα­τά­κια καὶ θὰ δεῖ­τε ὅ­τι τὸ κα­θέ­να μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­πὸ μό­νο του.»


Τὸ 1927 o Werner Karl Heisenberg δι­α­τύ­πω­σε τὴν «Ἀρ­χὴ τῆς Ἀ­προσ­δι­ο­ρι­στί­ας» δί­νον­τας μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α γιὰ τὸ φυ­σι­κὸ κό­σμο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς Κβαν­τι­κῆς Μη­χα­νι­κῆς. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὴν αἰ­τι­ό­τη­τα ποὺ δι­έ­πει τὴ Νευ­τώ­νεια Φυ­σι­κὴ μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἑ­στί­α­σε στὰ ὑ­πο­α­το­μι­κά σω­μα­τίδια τοῦ μι­κρόκο­σμου, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­δύνα­το νὰ γνω­ρίζου­με μὲ ἀ­πόλυ­τη βέ­βαι­οτη­τα τὴ θέση καὶ τὴν ὁρ­μή τους.

       Ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ ἕ­ναν αἰ­ώ­να, τὸ 1918, τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Φυ­σι­κῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε στὸν Max Planck, τὸν θε­με­λι­ω­τή τῆς κβαν­τι­κής θε­ω­ρί­ας.



Στρο­φὴ στὴ σκέ­ψη


Τὸ 1614 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ὁ τό­μος μὲ τὶς εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νες μι­κρο­γρα­φί­ες ποὺ συ­νο­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να τοῦ Sir Thomas Overbury μὲ τί­τλο Characters (Χα­ρα­κτῆ­ρες). Τὸ εἶ­δος αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ δι­α­δε­δο­μέ­νο στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Γαλ­λί­α τὸν 17ο αἰ., καὶ ἀ­νά­γε­ται στοὺς Χαρακτῆρες τοῦ Θεόφραστου. Τὸ 1978 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ πο­λὺ σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν δι­α­φό­ρων τύ­πων ἀν­θρώ­πων μέ­σα ἀ­πὸ τὸ λοξό βλέμμα τοῦ Thomas Bernhard μὲ τί­τλο Μί­μος τῶν φω­νῶν, ἐ­νῶ εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ τὸ 1956 οἱ Παραδειγματικοὶ Φόνοι τοῦ Max Aub καὶ τὸ 1946 οἱ Φωνές τοῦ Antonio Porchia. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες με­λε­τή­θη­καν ὡς ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζον­ται καὶ στὴ θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες Blue and Green τῆς Virginia Woolf (1921) καὶ The story of an hour τῆς Kate Chopin (1894), κα­θὼς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι (1899) τοῦ Ambrose Bierce δι­δά­σκον­ται συ­στη­μα­τι­κὰ στὶς ΗΠΑ ὡς προ­δρο­μι­κὰ κεί­με­να τῆς ἀγ­γλό­φω­νης σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Τὸ ση­μεῖ­ο καμ­πῆς, ὅ­μως, θε­ω­ρεῖ­ται ἡ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α Στὴν Κίρκη (1917) τοῦ Julio Torri.


Τὸ 1948 δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Thrilling Wonder Stories ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Fredric Brown «Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος στὸν κό­σμο κά­θι­σε μό­νος σ’ ἕ­να δω­μά­τιο. Ἕ­νας χτύ­πος ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα», τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἀγ­γλό­φω­νοι κρι­τι­κοὶ θε­ω­ροῦν ὁ­ρό­ση­μο γιὰ τὴν ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή, ὅ­μως, ὁ «δει­νό­σαυ­ρος» τοῦ Augusto Monterroso θε­ω­ρεῖ­ται ἱ­δρυ­τι­κὸς αὐ­τῆς τῆς ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ας. Πα­ρό­λα αὐ­τά, καὶ στὶς δύ­ο αὐ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ κι­νοῦν­ται στὴν κλί­μα­κα τοῦ ἐ­λά­χι­στου τῶν «βρε­φι­κῶν πα­που­τσι­ῶν» τοῦ Hemingway, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ὅ­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα ποὺ ἀ­παι­τοῦν ὡς πρὸς τὴ σύμ­πρα­ξη συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη γιὰ τὴ συγ­κρό­τη­ση μιᾶς ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νης ἀ­φή­γη­σης, κυ­ρί­ως ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὸν κρί­σι­μο ρό­λο τῆς φαν­τα­σί­ας σὲ αὐ­τὴ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα «τί θὰ γι­νό­ταν ἐ­άν…;» ποὺ τὶς δι­α­τέ­μνει ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πεμ­πτου­σί­α τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ/κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ εἶ­δος, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης, ὅ­ταν πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα δι­α­νο­η­τι­κὰ ἅλ­μα­τα γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξή της.

       Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ δεύ­τε­ρη ἀν­θο­λο­γί­α τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης σει­ρᾶς Por favor, Sea Breve(8) (Νὰ εἶ­στε σύν­το­μοι, πα­ρα­κα­λῶ), στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λή­φθη­κε ἡ «ἱ­στο­ρί­α» μὲ τί­τλο Τὸ φάν­τα­σμα (El fantasma) τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Guillermo Samperio. Ὁ Samperio, πί­στευ­ε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ δὲ φαί­νον­ται. Αὐ­τὴ ἡ κομ­βι­κὴ πε­ποί­θη­σή του στὸ σύ­νο­λο τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω του ἀν­τα­να­κλᾶ­ται μὲ τὸ σα­φέ­στε­ρο τρό­πο ὄ­χι μό­νο στὴν ἐν λό­γῳ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὸν τί­τλο καὶ μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν γέ­νει.


Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2018 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(9) ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ 200 κεί­με­να ἕ­ως 300 λέ­ξεις μὲ τί­τλο Bonsai: best small stories from Aotearoa New Zealand κι ἐ­πι­με­λη­τὲς δύ­ο δι­ε­θνῶς γνω­στὲς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὶς Michelle Elvy, Frankie McMillan καὶ τὸν ποι­η­τὴ James Norcliffe. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ 165 Μα­ο­ρὶ συγ­γρα­φεῖς ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει δι­ε­θνὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ ἕ­να ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο ποὺ κα­τα­κλύ­ζε­ται ἀ­πὸ ἱ­σπα­νό­φω­νες καὶ ἀγ­γλό­φω­νες συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἡ εὐ­ρεί­α ἀ­πο­δο­χή της φαί­νε­ται νὰ ἀ­νοί­γει τὸ δρό­μο καὶ γιὰ ἄλ­λες ἐ­λάσ­σο­νες λο­γο­τε­χνί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τες. Μιὰ πα­ρό­μοι­α ἀν­θο­λο­γί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2016 μὲ τί­τλο La minificcion en Santo Domingo (ἐκ­δό­σεις Ministerio De Cultura, Editora Nacional) μὲ 182 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀ­πὸ 33 σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Δο­μη­νι­κα­νῆς Δη­μο­κρα­τί­ας σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ Lauro Zavala. Ἂν καὶ δὲν ὑ­στε­ρεῖ σὲ ἀ­ξί­α δὲν προ­βλή­θη­κε στὸ βαθ­μὸ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τῶν Μα­ο­ρὶ καὶ πα­ρέ­μει­νε ἄ­γνω­στη.

       Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν Μα­ο­ρὶ τὸν ἴ­διο μή­να κυ­κλο­φό­ρη­σε καὶ ἡ ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Best Small Fictions 2018 κι ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Aimee Bender, μὲ 53 δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Lydia Davis. Στὴν ὁ­μι­λία τῆς βρά­βευ­σής της τὸ 2013 μὲ τὸ Man Booker Prize γιὰ τὴ συλ­λο­γή της μὲ τί­τλο Can’t and won’t (Penguin, 2014), δή­λω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρί­με­νε πο­τὲ ὅ­τι θὰ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­σή της μὲ κεί­με­να τό­σο σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λεῖ pieces [κομ­μά­τια]), κα­θὼς τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­ρια­ρχεῖ ἀ­κό­μα στὴ δι­ε­θνῆ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γή. Στοὺς 101 συγγραφείς ποὺ προ­κρί­θη­καν στὴ με­γά­λη λί­στα τῆς σει­ρᾶς Best Small Fictions 2018 ἦ­ταν ἡ Kara Oakleaf, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α της Μειωμένη Βαρύτητα καὶ ἡ Ναταλία Θεοδωρίδου.

 

Τὸ 2017 τὸ Ἱ­σπα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano Foundation δι­ορ­γά­νω­σε τὸν 5ο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους καὶ δεί­κτη τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης καὶ δι­ά­δο­σής του. Αὐ­τὸς ὁ δι­α­γω­νι­σμὸς συγ­κέν­τρω­σε 43.185 κεί­με­να ἕ­ως 100 λέ­ξεις ἀ­πὸ 172 χῶ­ρες, ἐ­νῶ ὁ πρῶ­τος (2009) εἶ­χε συγ­κεν­τρώ­σει 3.682 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 44 χῶ­ρες καὶ εἶ­χε ἤ­δη προ­τα­θεῖ γιὰ βρα­βεῖ­ο Guinness.


Τὸ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συλ­λο­γὴ κρι­τι­κῶν κει­μέ­νων μὲ τί­τλο MicroBerlin – De minificciones y microrrelatos(10), μὲ ἐ­πι­με­λη­τὲς τὸν Ottmar Ette, τὸν ἱ­δρυ­τή τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας (Potsdam, 2007) καὶ ἄλ­λους θε­ω­ρη­τι­κούς. Ἐμ­βα­θύ­νει στὸ πῶς φτά­σα­με ἀ­πὸ τοὺς προ­δρό­μους τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ τὸν Δη­μή­τριο τὸν Σκή­ψιο (2ος αἰ. π.Χ.) ἕ­ως τὴ Μο­ρια­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Αἰ­τι­ο­λο­γεῖ για­τί ἀ­ξί­ζει νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ κα­νεὶς στὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ κό­σμο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­φοῦ πε­ρά­σει ἀ­πὸ φω­τει­νὲς στά­σεις ὅ­πως τῶν Poe, Τσέχωφ, Bor­ges, Kaf­ka, Vir­gi­nia Woolf, Wa­lser, He­ming­way, Ya­su­na­ri Ka­wa­ba­ta, Cor­ta­zar, Brau­ti­gan, Car­ver, Ly­dia Da­vis, Ja­mai­ca Kin­caid, A­na Ma­ria Shua, Di­a­ne Wil­li­ams, κ.ἄ., στοὺς ἄ­πει­ρους ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς μας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­να νέ­ο ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ γα­λα­ξί­α ἀ­πὸ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες.

       Τὸ ἴ­διο ἔ­τος τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ στὴ Ν. Ζη­λαν­δί­α Flash Fron­tier ἔ­κα­νε ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­φι­έ­ρω­μα σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πι­στή­μη μὲ ἐπι­με­λή­τριες τὶς δι­ε­θνῶς δι­α­κε­κρι­μέ­νες συγ­γρα­φεῖς στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Ka­thy Fish καὶ Ta­nia Hersh­man. Ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ (2018) τῆς τε­λευ­ταί­ας πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση μι­κρο­φυ­σι­κῆς καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Microphysics and microfiction).


Roland Barthes τὸ 1966(11) ἀ­πο­μό­νω­σε τὰ ἐ­πί­πε­δα τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὶς πρω­τεύ­ου­σες λει­τουρ­γί­ες τους ἰ­δω­μέ­νες ὡς κέν­τρα, πυ­ρῆ­νες, κα­τα­λύ­τες κι ἐ­λά­χι­στες ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς μο­νά­δες ποὺ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πα­λει­φθοῦν χω­ρὶς νὰ κα­τα­στρα­φεῖ ἡ χρο­νι­κο­αι­τι­ο­λο­γι­κὴ συ­νο­χὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης(12) καὶ εἶ­ναι ἀ­δι­ά­στα­τες (ὅ­πως τὰ κβάν­τα).


Τὸ 1998 Ο Lauro Zavala δι­ορ­γά­νω­σε τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Με­ξι­κό. Τὸ 1984 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Κου­βα­νέ­ζας θε­ω­ρη­τι­κοῦ Dolores Mercedes Koch, ἡ πρώ­τη δι­ε­θνῶς ποὺ ἑ­στί­α­σε στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ 2007 ἡ μο­νο­γρα­φί­α τῆς Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, ἡ μο­να­δι­κὴ στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ποὺ ἐ­λέγ­χει τοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς στὰ ἔρ­γα τῶν Bor­ges, Pi­glia, Κα­λο­κύ­ρη καὶ Κυ­ρια­κί­δη.

       Τὸ 2007 ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Maggie Nelson κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Red Parts: A Memoir. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται, ὅ­μως, πλέ­ον στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο βι­βλί­ο της μὲ τί­τλο Bluets (Wave Books, 2009). Σὲ αὐ­τὸ συγ­κεν­τρώ­νει 240 ἀ­ριθ­μη­μέ­να πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να, τὰ ὁ­ποῖ­α, πα­ρό­τι εἶ­ναι ἄ­τι­τλα, γε­γο­νὸς ποὺ δὲ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, κι­νοῦν­ται μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.



Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

τὸ μπλὲ καὶ ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


Ἡ Ἀρ­γεν­τι­νὴ συγ­γρα­φέ­ας Luisa Va­len­zu­e­la ἔ­χει δι­α­τυ­πώ­σει ἀ­πὸ τὸ 2010 μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νες με­τα­φο­ρὲς γιὰ τὸ νέο εἶ­δος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: «Συ­νή­θως συγ­κρί­νω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τί­γρη ἢ ἤ­ρε­μο σὰν ἀ­γε­λά­δα· τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι· καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α σὰν ἕ­να ἔν­το­μο (ἰ­ρι­δί­ζον στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση)», ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι μα­γνη­τί­ζει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ κεν­τρί­ζει τὴ σκέ­ψη καὶ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὅ­πως ἔ­χει ἐ­ξη­γή­σει. Συ­χνὰ δι­ευ­κρι­νί­ζε­ται σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἄρ­θρα ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ «ἰ­ρι­δί­ζον­τος» ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κλύ­ει, τὴ στιγ­μια­ία λάμ­ψη της, στοὺς μη­χα­νι­σμούς της ποὺ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­σα­φεῖς καὶ στὴ μορ­φή της ποὺ με­ταλ­λάσ­σε­ται, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α πα­ρα­τή­ρη­σης, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ σύλ­λη­ψη καὶ ἡ τα­ξι­νό­μη­σή της ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη λό­γου.

       Πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­σπά­θει­ες τῆς δι­ε­θνοῦς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 γιὰ κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὁ­ρι­σμὸ καὶ ὄ­νο­μα, τὸ ζή­τη­μα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­κτὸ μὲ δύ­ο εὔ­λο­γες στα­θε­ρές: ὅ­τι ἀ­να­νε­ώ­νει τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νό­η­σης καὶ ὄ­χι γιὰ ἐ­φή­με­ρη τά­ση. Ἐν μέ­ρει ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν αἰχ­μα­λω­τί­σου­με ὀ­φεί­λε­ται στὶς ἄ­τα­κτες δι­α­κτι­νώ­σεις της σὲ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ στὸ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­πα­ρα­γον­τι­κὴ μορ­φή της προ­κύ­πτει ἡ πρω­τε­ϊ­κὴ καὶ σύν­θε­τη φύ­ση της, ἰ­δέ­α ἀ­πο­δε­κτὴ τό­σο στὴν Ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἁ­πλού­στε­ρη ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πο­λὺ σύν­θε­τη, ὅ­σο καὶ στὴν Κβαν­τι­κὴ Φυ­σι­κή, ποὺ δι­ε­ρευ­νᾶ καὶ αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νή, ἀ­ό­ρα­τη ὕ­λη, κα­τα­γρά­φον­τας τὴν ἐ­νέρ­γειά της .

       Ὑ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πρί­σμα ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐμ­φα­νί­ζει πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ μπλέ. Ἂν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­χε χρῶ­μα συμ­φω­νῶ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἰ­ρι­δί­ζον, θε­ω­ρῶ ὅ­μως ὅ­τι θὰ ἦ­ταν συγ­κε­κρι­μέ­να μπλέ, τὸ ὁ­ποῖ­ο σύμ­φω­να μὲ τὸν Pastoureau(13) συμ­βο­λί­ζει τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

       Ὁ Goethe στὴ Θε­ω­ρί­α τῶν Χρω­μά­των ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι τὸ μπλὲ ἔ­χει τὴ μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ μᾶς μα­γνη­τί­ζει νὰ τὸ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἐ­πει­δὴ ἀ­σκεῖ μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­πί­δρα­ση στὸ μά­τι: εἶ­ναι δυ­να­μι­κό, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ πλευ­ρὰ καὶ στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­θα­ρό­τη­τά του ἡ ἀρ­νη­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι ἐ­ρε­θι­στι­κή. Τὸ μπλὲ ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὰ ὀ­μη­ρι­κὰ ἔ­πη, ἀλ­λὰ ἀ­νέ­τρε­ψε τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α τοῦ κόκ­κι­νου ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἕ­ως καὶ τὸν Με­σαί­ω­να. Ὁ Μι­κρὸς Πρίγ­κη­πας ἐ­πι­σκί­α­σε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, τὸ θρυ­λι­κὸ μπλὲ Orient Express, ὅ­πως καὶ τὰ Train Bleu καὶ Blue Train, τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­δε­ε τὴν Πρε­τό­ρια μὲ τὸ Κέ­ιπ Τά­ουν στὴ Ν. Ἀ­φρι­κή, ἔ­γρα­ψαν ἱ­στο­ρί­α. Κα­τὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰ. ση­μει­ώ­θη­κε μιὰ φω­το­χυ­σί­α τοῦ μπλὲ σὲ ὅ­λες τί δι­α­βαθ­μί­σεις του σὲ ἔρ­γα καὶ κι­νή­μα­τα ση­μαν­τι­κῶν ζω­γρά­φων (C.D.Friedrich, Seaurat, Kandinsky, Matisse, Shagall, Cezanne, Picasso, Klein, O’ Keeffe, κ.ἄ.) ποὺ κα­θό­ρι­σαν τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Τὸ μπλὲ ὡς φόρ­μα, ὡς εἰ­κα­στι­κὴ γλώσ­σα ἢ ὡς σύμ­βο­λο πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, φαί­νε­ται ὅ­τι δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ πρῶ­τος ὁ Goethe πα­ρα­τή­ρη­σε: «εἶ­ναι ἕ­να χρῶ­μα γε­μά­το μυ­στή­ριο, σα­γη­νευ­τι­κὸ καὶ ἀ­πό­κο­σμο μα­ζί. Μα­γνη­τί­ζει τὸ βλέμ­μα καὶ πα­ρα­σύ­ρει τὸν θε­α­τὴ σὲ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση χω­ρὶς σα­φῆ ὅ­ρια, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι μιὰ πα­γί­δα στὴν ἐ­σω­στρέ­φεια, ἢ μιὰ γέ­φυ­ρα ποὺ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Θε­ό.»

       Ὁ T.S.Eliot πί­στευ­ε ὅ­τι σκο­πὸς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι νὰ με­τα­τρέ­ψει τὸ αἷ­μα σὲ με­λά­νι καὶ ὁ Θ. Βαλ­τι­νὸς μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὅ­τι «αὐ­τὸ ποὺ σὲ τρα­βά­ει σὲ κά­ποι­ον εἶ­ναι τὸ ἄ­γνω­στο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ πιά­νεις πο­τέ» (14).



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Δευ­τέ­ρα ἢ Τρί­τη, τῆς Βιρ­τζί­νια Γούλφ, μτφ. Γ. Μπα­ρου­ξῆς, Ποι­κί­λη Στο­ά, Ἀ­θή­να 2016, στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μα Γα­λά­ζιο καὶ πρά­σι­νο (Blue and Green).


Ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τῆς Tania Hershman μὲ τί­τλο My mother was an upright piano, Tangent Books, Bristol, 2014 (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Οἱ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες Γαλάζιο πουλί τῆς Ana Maria Shua καὶ Antoine de Saint-Exupéry τοῦ Paul Kavanagh (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῆς Maria Popova στὴ σχέ­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὸ χρῶμα μπλέ τὰ τε­λευ­ταῖ­α 200 χρό­νια στὸ ἱ­στο­λό­γιό της Brain Pickings (στὰ ἀγ­γλι­κά).


Ἰ­δέ­α συγ­γρα­φῆς: μιὰ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­πνε­ό­με­νη ἀ­πὸ τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι* καὶ τὸ Κύμα του Kα­τσού­σι­κα Χο­κου­σάι (1760-1869).


* 富士山 Τὸ Ὄ­ρος Φού­τζι στὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ


Νο­έμ­βριος 2018


Ση­μει­ώ­σεις
       (1) Ὁ ὅ­ρος κβάντο ἢ κβάν­τουμ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἀ­δι­ά­στα­τη μο­νά­δα πο­σό­τη­τας.
       (2) Στὸν πρό­λο­γο τοῦ ἐ­νη­με­ρω­τι­κοῦ φυλ­λα­δί­ου τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ 2007 ἀ­να­φέ­ρε­ται: «Ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γία εἶ­ναι μιὰ νέα προ­σέγ­γι­ση γιὰ τὴν κα­τα­νόη­ση καὶ τὴν ἄρτια γνώση τῶν ἰ­δι­ο­τήτων τῆς ὕλης σὲ να­νο­κλιμά­κα: ἕνα να­νομέ­τρο (ἕνα δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στὸ τοῦ μέτρου) εἶναι τὸ μῆκος ἑ­νὸς μι­κροῦ μο­ρίου. Στὸ ἐ­πίπε­δο αὐ­τό ἀ­πο­κα­λύπτον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ συ­χνὰ κα­τα­πλη­κτι­κὲς ἰ­διότη­τες τῆς ὕλης καὶ εἶναι δυσ­διακρι­τὰ τὰ ὅρια με­τα­ξὺ τῶν κα­θι­ε­ρω­μένων ἐ­πι­στη­μῶν καὶ τε­χνι­κῶν κλάδων. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ χα­ρα­κτήρας τῆς να­νο­τε­χνο­λο­γί­ας εἶναι ἄκρως δι­ε­πι­στη­μο­νι­κός.»
       (3) Urlich, Laurel Thatcher, A Midwife’s Tale: The Life of Martha Ballard Based on Her Diary, 1785–1812, Alfred A. Knopf, N. York, 1990.
       (4) Ἡ Μικροϊστορία ξε­κί­νη­σε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 ἀ­πὸ ἕ­ναν κύ­κλο Ἰ­τα­λῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Quaderni storici, τοὺς Carlo Ginzburg, Edoardo Grendi, Giavani Levi, Carlo Poni. Ὁ Ginzburg θε­ω­ρεῖ­ται ὁ κύ­ριος ἐκ­φρα­στὴς αὐ­τῆς τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ποὺ ἀν­τέ­δρα­σε στοὺς κύ­κλους τῶν Annales, πρό­τει­νε ἀλ­λα­γὴ κλί­μα­κας κι ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α σὰν μὲ μι­κρο­σκό­πιο. Ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο του (1976) μὲ τί­τλο Τὸ τυ­ρὶ καὶ τὰ σκου­λή­κια. Ὁ κό­σμος ἑ­νὸς μυ­λω­νᾶ τοῦ 16ου αἰ. (μτφ. Κ. Κου­ρε­μέ­νος, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, Ἀ­θή­να, 2008). Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ ὄ­ρου microfiction μὲ τὸ σύν­θε­το ὅ­ρο μι­κρο­ϊ­στο­ρί­α στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ δὲν ἐν­δεί­κνυ­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­να­πό­φευ­κτη νο­η­μα­τι­κὴ σύγ­χυ­ση μὲ αὐ­τὸν τὸ ση­μαν­τι­κὸ κλά­δο τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­ας.
       (5) Baudrillard Jean, Ἡ δι­α­φά­νεια τοῦ κα­κοῦ. Δο­κί­μιο πά­νω στὰ ἀ­κραῖα φαι­νό­με­να, μτφ. Ζ. Σα­ρί­κα, Ἑ­ξάν­τας –Νή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1996.
       (6) Gaston Bachelard, Ἡ ποι­η­τι­κὴ τοῦ χώ­ρου, μτφ. Ἑ. Βέλ­τσου – Ἰ. Δ.Χα­τζη­νι­κο­λῆ, Ἐκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2014.
       (7) Μπε­νι­έ, Ζὰν-Μι­σέλ, Ἱ­στο­ρί­α τῆς νε­ω­τε­ρι­κῆς καὶ σύγ­χρο­νης φι­λο­σο­φί­ας, μτφ. Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2001, σελ. 563-577.
       (8) Ἡ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης γνω­στὴ ὡς Ἀ­ο­τε­α­ρό­α στὴ Μα­ο­ρὶ γλώσ­σα, ἢ ἡ Γῆ τοῦ Μα­κριοῦ Λευ­κοῦ Σύν­νε­φου.
       (9) Ette Ottmar, Ingenschay Dieter, Schmidt-Welle Friedhelm, Valls Fernando (eds.), MicroBerlín: de minificciones y microrrelatos, Iberoamericana –Vervuert, Μα­δρί­τη, 2015.
       (10) Obligado Clara (ed.), Por favor, sea breve 2, Páginas de Espuma, Madrid, 2009.
       (11) Barthes Roland, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δο­μι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἀ­φη­γη­μά­των, στὸ Εἰ­κό­να-μου­σι­κὴ-κεί­με­νο, μτφ. Γ. Σπα­νός, Πλέ­θρον, Ἀ­θή­να, 1988, σελ. 93-136.
       (12) Selden Raman (ἐ­πιμ.), Ἀ­πὸ τὸν φορ­μα­λι­σμὸ στὸν με­τα­δο­μι­σμό, Ἱ­στο­ρί­α τῆς Θε­ω­ρί­ας τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας/8, The Cambridge History of Literary Criticism, θε­ώ­ρη­ση μτφ. Πε­χλι­βά­νος Μ.-Χρυ­σαν­θό­που­λος Μ., 2η ἀ­να­τύ­πω­ση, Ἐκ­δό­σεις Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵ­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δη), Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2008, σελ. 175-6.
       (13) Πα­στου­ρὼ Μι­σέλ, Μπλὲ – Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς χρώ­μα­τος, με­τά­φρα­ση κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἐ­πι­μέ­λεια Ἄν­να Κα­ρα­κα­τσού­λη, Με­λά­νι, Ἀ­θή­να 2007.
       (14) Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Μπλὲ βα­θύ, σχε­δὸν μαῦ­ρο, Ἑ­στί­α, 7η ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ. 25.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να.

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Εἰκόνα: Micro Universe ἔργο τῆς Lejla Ahmedspahić.


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: