Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα


ΦΕΡΕ ἀ­κό­μη ἕ­ναν γύ­ρο τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως ἐ­κεί­νη ἄ­φαν­τη. Ἕ­να μού­δια­σμα πα­ρέ­λυ­σε τὸ σῶ­μα καὶ τὴ σκέ­ψη τῆς νε­α­ρῆς κο­πέ­λας. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα τι­νά­χτη­κε καὶ βρέ­θη­κε νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς ὁ­δοῦ Θη­σέ­ως. Δὲν εἶ­χε στό­χο, ὅ­μως κι ὁ στό­χος θέ­λει σκέ­ψη. Κι ἐ­κεί­νης τὸ μυα­λὸ πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­σύν­δε­τες εἰ­κό­νες κα­ται­γί­δα. Ὁ πα­νι­κὸς τῆς ἀ­πρό­σμε­νης ἀ­πώ­λειας ἐ­ναλ­λασ­σό­ταν μὲ τὸν τρό­μο τῆς τι­μω­ρί­ας. Ἡ ὑ­πε­ρή­λι­κη για­γιά της, πρὶν λί­γα χρό­νια φερ­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στοὺς δρό­μους τῆς Καλ­λι­θέ­ας. Τὰ σπί­τια ἔ­μοια­ζαν με­τα­ξύ τους, ὁ­ρί­ζον­τας δὲν φαι­νό­ταν που­θε­νά, ὅ­σο γιὰ γράμ­μα­τα δὲν γνώ­ρι­ζε, γιὰ νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν δρό­μων. Ἤ­ξε­ρε νὰ προ­σα­να­το­λί­ζε­ται νύ­χτα χω­ρὶς φεγ­γά­ρι στὸ ὀ­ρει­νὸ δά­σος, ὅ­μως στὸ ἀ­στι­κὸ το­πί­ο ἦ­ταν ἀ­ναλ­φά­βη­τη. Κά­θε φο­ρὰ λοι­πὸν ἔ­πρε­πε νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψει κά­ποι­ος στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν πά­λι ἡ σει­ρὰ τῆς Μ.. Κα­θὼς ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει ἐν­δι­α­μέ­σως φρον­τι­στή­ριο, τῆς εἶ­πε νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴν εἴ­σο­δο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Καὶ τώ­ρα ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη. Πῶς νὰ γυ­ρί­σει μό­νη σπί­τι καὶ πῶς νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ! Ἐ­νῶ ἔ­τρε­χε, εἶ­δε ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κὸ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ περ­νᾶ καὶ στὸ πί­σω κά­θι­σμα φαι­νό­ταν ἡ για­γιά. Οἱ φω­νές της ἀ­κού­στη­καν ἀ­πὸ τὸ πλή­ρω­μα, ποὺ ἔ­πι­α­σε στὴν ἄ­κρη. Οἱ ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ ἔ­δω­σε ἡ ἐγ­γο­νὴ φά­νη­καν ἐ­παρ­κεῖς καὶ οἱ δυ­ό τους πή­ρα­νε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι. Ἡ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη μὲ τὴ με­τσο­βί­τι­κη ἐν­δυ­μα­σί­α ἦ­ταν τα­ραγ­μέ­νη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α λει­τουρ­γί­α, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, βγῆ­κε στὴν πόρ­τα. Κα­θὼς δὲν τὴ σή­κω­ναν τὰ πό­δια της, κά­θι­σε σ’ ἕ­να σκα­λο­πά­τι. Ἔ­νι­ω­σε κά­ποι­ον νὰ τῆς βά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα στὴν πα­λά­μη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ βί­α, ὅ­μως γλώσ­σα γιὰ νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κεν­τρι­κὸ ρό­λο στὰ δρώ­με­να τοῦ ὀ­ρει­νοῦ χω­ριοῦ της, μαί­ας καὶ ψυ­χο­πομ­ποῦ συ­νά­μα, ποὺ πο­νε­μέ­νοι κα­τέ­φθα­ναν ξη­μέ­ρω­μα γιὰ νὰ τοὺς ξε­μα­τιά­σει. Πῆ­ρε λοι­πὸν τοὺς δρό­μους μὲ τὸ ἀ­βέ­βαι­ό της βῆ­μα, νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἄλ­λη προ­σβο­λή. Οὔ­τε κα­τά­λα­βε πῶς βρέ­θη­καν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ νὰ τὴ ρω­τοῦν ἀ­κα­τα­νό­η­τα πράγ­μα­τα, οὔ­τε πῶς βρέ­θη­κε στὸ πε­ρι­πο­λι­κό. Στὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο, στὸ κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ, ὅ­που τὴν ἔ­φε­ρε ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­κεί­νη νὰ τὴν ἀ­να­γνώ­σει, μὰ οὔ­τε τὰ δι­σέγ­γο­νά της νὰ τα­ξι­δέ­ψουν μὲ δι­κές της ἀ­φη­γή­σεις.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


			
Διαφημίσεις

Νέα ἀπὸ τὴ Γαλλία: Συμπόσιο γιὰ τὴν μικρὴ φόρμα στὴν Angers


Νέ­α ἀ­πὸ τὴν Γαλ­λί­α


Πρό­σκλη­ση ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο

στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers στὴ Γαλ­λί­α


 ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ καὶ φί­λος Μά­νος Βερ­ναρ­δά­κης εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλό­φω­νων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται καὶ ἐ­ρευ­νᾶ μὲ τοὺς φοι­τη­τές του τὴν μι­κρὴ φόρ­μα στὴν λο­γο­τε­χνί­α κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὲς ἄλ­λες ἐκ­φάν­σεις τῆς τέ­χνης γε­νι­κό­τε­ρα. Πρό­σφα­τα, μᾶς ἐ­νη­μέ­ρω­σε γιὰ ἕ­να Δι­ε­θνὲς Συμ­πό­σιο ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει στὶς 19 ἕ­ως 21 Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 2019 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Angers μὲ θέ­μα «Μι­κρὲς φόρ­μες καὶ ἐ­φη­βεί­α». Τὸ ὅ­ριο τῶν λέ­ξε­ων γιὰ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­να­κοί­νω­σης εἶ­ναι ἕ­ως 300 λέ­ξεις, ἐ­νῶ ἡ ἴδια ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση, ἐ­φ’ ὅ­σον ἡ πρό­τα­ση ἐγ­κρι­θεῖ, δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­περ­βαί­νει τὰ 20 λε­πτά. Τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο κα­λύ­πτει στοὺς συ­νέ­δρους τὰ ἔ­ξο­δα δι­α­τρο­φῆς.

            Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὴν σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος:

 

Short Forms and Adolescence

CFP for a three-day conference at the University of Angers, France
Organizers: Karima Thomas and François Hugonnier

June 19-21, 2019

Guest speaker: Michael Cart (USA)

MICHAEL CART is a writer, lecturer, consultant, and an expert in Young Adult literature. In 2008, he became the first recipient of the YALSA/Greenwood Publishing Group Service to Young Adults Achievement Award, and in 2000, he received the Grolier Foundation Award for his contribution to the stimulation and guidance of reading by young people.

CFP: «Short Forms and Adolescence»

The concept of adolescence, which emerged in a 19th-century occidental context, has evolved towards the birth of “the teenage group as a specific age in life” (C. Cannard, 2012). Several research projects have dealt with the cultural landscape of adolescents (a broader term than “teenager”, both of which are worth exploring), yet the specific articulations of adolescence and short forms have mostly remained uncharted. Moreover, while academic research on short forms and childhood has been carried out, these forms have rarely been addressed in the context of young adulthood.
From the vantage point of various fields, including literature, visual arts, history, sociology and psychology, adolescents will be envisioned not only as consumers, producers and innovators of short forms, but also as objects of representation in a large corpus.

       The conference sets out to explore whether specific links bind adolescence to short forms. Because of their density, especially by use of intersemiotic references, short forms echo the double constraint of the spoken and the unspoken that defines the in-betweenness of adolescence. The semantic and poetic compactness typical of the short form’s economy resonates with the questioning of adolescents seeking cognitive and emotional resources that provide both challenges and comfort. Finally, the short form is a laboratory for astounding experiments which potentially meet the creative needs of adolescents.

       Abstracts may address the following aspects, among others:

  1. The poetics of the short form

            * Short forms in the adolescent group, both new and old (as some manifestations can be traced back to the Middle Ages).

            * Graffiti, traces on walls, inscriptions in penitentiaries, stand-up, happenings, rap, hip-hop, slam, slogans (May 1968), one-line poems, beat poetry.

            * Rock songs, poems and other counter-culture outputs aimed at a specific teenage audience since the 1950s.

            * Short story collections and cycles aimed at ─ or featuring as protagonists ─ teenagers (Joyce Carol Oats, Small Avalanches; Alice Munro, Lives of Girls and Women; James Joyce’s Dubliners; Rudyard Kipling, Mowgli Stories; John Steinbeck, The Red Pony, Nadine Gordimer, Jump).

            * Literary classics (Poe, Dickens, Shelley, Shakespeare, Wilde, Brontë) adapted for a teenage audience (Sarah K. Herz & Donald R. Gallo, From Hinton to Hamlet: Building Bridges Between Young Adult Literature and The Classics, 2005).

            * Multimodal outputs and adaptations (films, series, comics).

            * The advent of new technologies (hyperliterature, blogs, tweets, etc.).

  1. Reception/production of short forms by teenagers

            * Social networks and fan fiction, chronicles.

            * Collaborative reception/production practices on the internet.

            * The blurring of the frontier between reception and production by adolescents (see Convergence Culture. Where old and New Media Collide, 2006).

            * Self-publication of literary short forms on line, self-production and diffusion of short films and songs, user-friendly tutorials enabling fast access to video games.

            * The pedagogical and didactic use of short forms in teaching, especially languages: traditional short forms (morceaux choisis) as well as contemporary ones.

  1. Some thematic aspects

            * Identity construction: identity might be assessed based on narrative, graphic, musical or theatrical productions. Among its dominant manifestations are traces of the quest for identity (inscriptions on a wall, journal, names and nicknames, pseudos, signatures by rappers, youtubers, graffiti artists).

            * Metamorphosis and mutation: the physical, psychological and moral changes of adolescents are recurrent themes in literature and the arts. These changes include phases of initiation, transformation and coming of age (Margaret Atwood’s Moral Disorder, Eudora Welty’s The Golden Apples); the development of sexual, ethnic and political awareness (Sherwood Anderson’s I Want to Know Why; the TV series 13 Reasons Why); issues of integration/exclusion and marginality; the questioning of authority (Roberta S. Trite, Disturbing the Universe. Power and Repression in Adolescent Literature, 2012).

            * Trauma: the expression and representation of trauma might be studied through various angles─psychological, historical, sociological, literary and artistic.


Authors from diverse backgrounds are invited to submit 300-word abstracts (in English or French) and brief 50-word biographies to Karima Thomas

(karima.thomas@univ-angers.fr)

and François Hugonnier

(francois.hugonnier@univ-angers.fr)

by January 31, 2019.

Scientific committee:

Elke d’Hoker (University of Leuven)

Emily Eells (University of Paris-Nanterre)

Margo Lanagan (Australian author)

Simonetta Valenti (University of Parma)

Martine Hennard Duteil de La Rochère (University of Lausanne)

Shannon Wells-Lassagne (University of Bourgogne)

Cécile Meynard (University of Angers)

Manuelle Peloille (University of Angers)

Raúl Caplán (University Grenoble-Alpes)

Emmanuel Vernadakis (University of Angers)

Anne-Laure Fortin-Tournès (University of Le Mans)

Eric Pierre (University of Angers)

Aubeline Vinay (University of Angers)

καθώς και τον σύνδεσμο του Συνεδρίου:

http://blog.univ-angers.fr/shortformsandadolescence/



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver): Μικροπράγματα



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver)


Μικροπράγματα

(Little Things)


Ο ΠΡΩΪ ὁ και­ρὸς ἄλ­λα­ξε καὶ τὸ χι­ό­νι ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται λα­σπό­νε­ρο. Μι­κρὰ ρυά­κια ἔ­στα­ζαν ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι ποὺ ἔ­βλε­πε στὴν πί­σω αὐ­λή. Στὸν δρό­μο, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σκορ­ποῦ­σαν τὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι. Ἔ­ξω σκο­τεί­νια­ζε. Ἀλ­λὰ σκο­τεί­νια­ζε καὶ μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­χω­νε ροῦ­χα σὲ μιὰ βα­λί­τσα. Τό­τε φά­νη­κε στὴν πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα.

            «Πό­σο χαί­ρο­μαι, πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» τοῦ εἶ­πε. «Τ’ ἀ­κοῦς;»

            Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε νὰ φτιά­χνει τὴ βα­λί­τσα.

            «Πα­λι­ο­μα­λά­κα! Πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. «Οὔ­τε νὰ μὲ κοι­τά­ξεις δὲν μπο­ρεῖς, ἔ;» Τό­τε πρό­σε­ξε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ μω­ροῦ στὸ κρε­βά­τι. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὴν ἔ­πι­α­σε. Ὁ ἄν­τρας τὴν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ σκού­πι­σε τὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν κάρ­φω­σε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε καὶ γύ­ρι­σε στὸ σα­λό­νι. «Φέ­ρ’ τη πί­σω», τῆς εἶ­πε.

            «Μά­ζε­ψ’ τα καὶ δρό­μο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Αὐ­τὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἔ­κλει­σε τὴ βα­λί­τσα, φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ γύ­ρω του στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὸ σα­λό­νι. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τῆς στε­νῆς κου­ζί­νας μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό», τῆς εἶ­πε.

            «Τρε­λά­θη­κες;»

            «Ὄ­χι. Θέ­λω τὸ μω­ρό. Θὰ στεί­λω κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του».

            «Μὴν τολ­μή­σεις νὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.»

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει καὶ ἡ γυ­ναί­κα ξε­τύ­λι­ξε τὴν κου­βέρ­τα ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ κε­φά­λι του.

            «Σώ­πα, κα­λό μου, σώ­πα», εἶ­πε.

            Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της.

            «Χρι­στὲ καὶ Κύ­ρι­ε!» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό.»

            «Σή­κω φύ­γε!»

            Τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ μω­ρὸ μα­κριά του, σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς πλη­σί­α­σε. Τεν­τώ­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο κι ἔ­πι­α­σε σφι­χτὰ τὸ μω­ρό.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Φύ­γε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ!» φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα.

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σει καὶ οὔρ­λια­ζε. Κα­θὼς πά­λευ­αν, ἔ­ρι­ξαν μιὰ γλά­στρα ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Σὲ λί­γο ὁ ἄν­τρας τὴ στρί­μω­ξε στὸν τοῖ­χο. Πά­σχι­ζε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει τὴ λα­βή. Ἕ­σφιγ­γε τὸ μω­ρὸ καὶ τὴν ἔ­σπρω­χνε μ’ ὅ­λο του τὸ βά­ρος.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Στα­μά­τα, τὸ πο­νᾶς.»

            «Δὲν τὸ πο­νά­ω.»

            Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας δὲν ἔμ­παι­νε φῶς. Μὲς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, ὁ ἄν­τρας πά­λευ­ε νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ σφι­χτά της δά­χτυ­λα μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἅρ­πα­ξε τὸ μω­ρό, ποὺ τσί­ρι­ζε, ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μπρά­τσο του λί­γο κά­τω ἀ­π’ τὸν ὦ­μο. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­νι­ω­σε τὰ δά­χτυ­λά της νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν καὶ νὰ ἀ­νοί­γουν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι τὸ μω­ρό της ἔ­φευ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.

            «Μή!» οὔρ­λια­ξε τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­μως τὸ μω­ρὸ σκό­πευ­ε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γρά­πω­σε τὸ ἄλ­λο χέ­ρι του. Τὸ ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ κι ἔ­ρι­ξε ὅ­λο της τὸ βά­ρος πί­σω. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν ἄ­φη­νε τὸ μω­ρό. Τὸ ἔ­νι­ω­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος του πο­λὺ δυ­να­τά. Καὶ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, τὸ θέ­μα τα­κτο­ποι­ή­θη­κε.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Where I’m Calling From: The Selected Stories, Atlantic Monthly Press, 1988. Copyright © 1988 by Tess Gallagher.

https://www.wsfcs.k12.nc.us/cms/lib/nc01001395/centricity/domain/796/little_things.pdf

Ρέ­ϊ­μοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1938). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

***

Δραματοποίηση:

Σκηνοθεσία: Luke Malone

Παίζουν: Sarah Hunt καὶ Robert Rios



		

	

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία: Ἑτεροχρονισμένη συνάντηση στὴ Μερζιφούντα


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α


Ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη συ­νάν­τη­ση στὴ Μερ­ζι­φούν­τα


ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ στὴν Τρα­πε­ζούν­τα ἀ­να­ζή­τη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου, μὰ δὲν τὸν βρῆ­κα. Εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει ὀ­χτὼ χρο­νῶν, κι ἡ μά­να του ἡ Χα­ρί­κλεια τὸν εἶ­χε χα­ϊ­δε­μέ­νο, λα­λα­χέ­α, για­τί ἔ­θνη­σκαν τὰ μω­ρά της καὶ μό­νο αὐ­τὸς τῆς ἔ­ζη­σε. Τὸν εἶ­χε ἴ­σως στυ­λώ­σει ὁ Ἅ­ε Στυ­λια­νός, ποὺ τοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά του. Τὸν φώ­να­ζε τρυ­φε­ρὰ «Ρί­ζα μ’, στε­ρέ­α μ’», κι ἅ­μα πο­νοῦ­σε κά­που τοῦ ἔ­λε­γε «Τὸ κα­κό σ’ νὰ παί­ρω», για­τὶ κάλ­λιο εἶ­χε νὰ πο­νά­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ τὸ παι­δί, ἡ Χα­ρί­κλεια ἦ­ταν ἁ­γί­α. Καὶ δὲν ἔ­κα­νε μὲ τὴ δεύ­τε­ρη γα­ρὴ τοῦ χή­ρου Πα­να­γι­ώ­τη. Μὰ κι αὐ­τὴ δὲν ἀ­γά­πη­σε τὸ ἀ­τί­θα­σο παι­δί.

        Ἡ Τρα­πε­ζούν­τα εἶ­ναι πιὰ με­γα­λού­πο­λη. Τὸ ξυ­λουρ­γεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μου, ποὺ πο­τὲ δὲ γνώ­ρι­σα, δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ρω­τῶ ποῦ νὰ κοι­τά­ξω γιὰ τὸ Στέ­λιο. «Κοί­τα στὴ Μερ­ζι­φούν­τα», λέ­νε οἱ γε­ρον­τά­δες. «Ἐ­κεῖ τὸν ἔ­στει­λαν σώ­κλει­στο σὲ σκο­λεῖ­ον, νὰ συ­χά­σει κι αὐ­τός, καὶ τὸ ζευ­γά­ρι.»

        Τὸ τα­ξί­δι στὴ Μερ­ζι­φούν­τα μῆ­τ’ εὔ­κο­λο εἶ­ναι μῆ­τε κον­τι­νό. Φτά­νω στὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο εἶ­ναι δι­ώ­ρο­φο, μὰ δὲν ἔ­χει πόρ­τες οὔ­τε πα­ρά­θυ­ρα. Τὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­μως εἶ­ναι φρε­σκο­βαμ­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ λεί­πει τί­πο­τα, ἄ­ρα δὲν ἀ­νη­συ­χῶ γιὰ τὰ σώ­κλει­στα παι­διά.

        Βλέ­πω ἕ­να ἀ­γό­ρι, λι­γνὸ σὰν ἐ­μέ­να, λί­γο πιὸ μι­κρο­κα­μω­μέ­νο, μέ­χρι δέ­κα-ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Μὲ κοι­τᾶ πα­ρα­ξε­νε­μέ­νο.

        — Ἐ­σὺ τί γυ­ρεύ­εις σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη; ρω­τᾶ.

        — Ἐ­σέ­να σὲ πει­ρά­ζω;

        — Δὲ μὲ πει­ρά­ζεις, μὰ τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; Ἐ­μεῖς μα­θά­νου­με καὶ ἀγ­γλι­κά.

        — Παί­ζε­τε καὶ πο­δό­σφαι­ρο, λέ­ω ἔ­χον­τας φω­το­γρα­φί­α του, μει­ρά­κιον ἀ­κό­μη, μὲ με­γά­λο Π στὴν ἀ­θλη­τι­κὴ φα­νέ­λα.

        — Φοῦτ­μπολ. Καὶ τρα­γω­δοῦ­με. Ἄ­κου τὸν ὕ­μνο μας:

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!…»

        — Τὸ ξέ­ρω κι ἐ­γώ, τοῦ λέ­ω καὶ τοῦ τὸ τρα­γου­δῶ ὁ­λό­ι­δια μ’ ἐ­κεῖ­νον.

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!

        Anatolia for ever, Anatolia for ay!»

        — Ποι­ός σοῦ τὸ ἐ­μά­θι­σεν; ρω­τᾶ καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ πε­ρι­έρ­γεια.

        — Ὁ πα­τέ­ρας μου. Ἦ­ταν στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­ταν εἶ­χε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στρέ­φει καὶ κοι­τᾶ τὸ κτί­ριο. Με­τὰ γυρ­νᾶ σὲ μέ­να καὶ γε­λᾶ.

        — Εἶ­σαι λί­γο πα­λα­λέσ­σα! Δὲν ἔ­χει πα­ρα­θυ­ρό­πορ­τας καὶ τώ­ρα; Ἀ­πὸ ποῦ ἔ­πε­σες ἐ­σὺ ἀφ­κά, ἄ­μον οὐ­ρα­νο­πούλ­λιν;

        — Ἦρ­θα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­παν­τῶ. Μὰ ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό.

        — Καὶ πῶς ἐν΄ τ’­ ὄ­νε­μάν σου;

        — Χα­ρί­κλεια. Μὰ μὲ φω­νά­ζουν Λεί­α.

        — Κι ἐ­μέ­να τῆς μάν­νας μου τὸ ὄ­νε­μαν…

        Τὸν κό­φτω βι­α­στι­κά, μὲ τα­ρα­χή.

        — Μοῦ δί­νεις μιά–δυ­ὸ πέ­τρες, πα­ρα­κα­λῶ σε;

        Σκύ­βει, πιά­νει καὶ μοῦ δί­νει τρεῖς. Τὶς παίρ­νω καὶ φεύ­γω.

        Πί­σω μου ἐ­ρη­μιά. Δὲν ἀ­κού­γε­ται πα­ρὰ ἀ­νά­σα ἀ­πὸ ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ἔκα­νε Δι­δα­κτο­ρι­κὸ Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας στὴ Σορ­βόν­νη (1992). Ἐ­ξέ­δω­σε 80 βι­βλί­α: ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο (τρία κρα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ θε­α­τρι­κά ἔργα). Δί­δα­ξε γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κά. Τὸ 2003 πῆ­ρε βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης. Εἶ­ναι ἠ­θο­ποι­ὸς (βρα­βεῖ­α, Φε­στι­βὰλ Ἰ­θά­κης 1977, 1978). Πρό­ε­δρος Δι­ε­θνοῦς Φό­ρουμ Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων, ΙΤΙ, 2000-2006.


Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.



		

	

Γιῶργος Ἀποσκίτης: Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0



Γιῶργος Ἀποσκίτης


Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0


ΤΟ ΤΕΡΜΑ τοῦ ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νου λι­μα­νιοῦ, προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ Εὐ­τέρ­πη σερ­βί­ρει τὰ τε­λευ­ταῖ­α γι’ ἀ­πό­ψε γλυ­κὰ καὶ χα­ρί­ζει ἁ­πλό­χε­ρα χα­μό­γε­λα. Ὁ Πέ­τρος τῆς ρί­χνει λο­ξὲς μα­τι­ὲς καὶ σκέ­φτε­ται τί ἱ­στο­ρί­α νὰ τῆς πεῖ γιὰ νὰ τὴν πεί­σει νὰ ξα­να­βρε­θοῦν στὴν Ἀ­θή­να τὸ Φθι­νό­πω­ρο. Στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­χνο­φαί­νε­ται ὁ «Δι­α­γό­ρας», τὸ κα­ρά­βι ποὺ μοιά­ζουν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π’ τοὺς λι­γο­στοὺς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τες θα­μῶ­νες τῶν με­τρη­μέ­νων στὰ δά­χτυ­λα μα­γα­ζι­ῶν. «Ἐ­δῶ πού ’­χε­τε ἔρ­θει εἶ­ναι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου», ἀ­να­φω­νεῖ μει­δι­ών­τας ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ψα­ρὰς πά­νω ἀ­π’ τὴ βάρ­κα του τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ ξα­νοι­χτεῖ γιὰ νὰ ρί­ξει πα­ρα­γά­δι. Κι ἐ­νῶ ἡ κόρ­να τοῦ πλοί­ου ἠ­χεῖ, «γκό­ο­ολ!» φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἕ­νας ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νος πι­τσι­ρι­κὰς βα­στών­τας μιὰ ἀ­ε­ρόμ­πα­λα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τρέ­χον­τας πρὸς τοὺς ἐμ­φα­νῶς γλα­ρω­μέ­νους γο­νεῖς του ποὺ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νοι —μὲ τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἕ­τοι­μα, μα­ζε­μέ­να— στὸ ἀ­κρια­νὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­φε­νεί­ου τῆς Εὐ­τέρ­πης, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τὰ στὴν προ­βλή­τα. «Τὸ παι­δὶ αὐ­τὸ ποὺ παί­ζα­με μπά­λα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Ὀλ­λαν­δί­α καὶ παί­ζει στὶς ἀ­κα­δη­μί­ες τοῦ Ἅ­γι­αξ.» «Ἔ­λα, Πά­νο, με­γά­λω­σες πιά, ἄ­σε τὶς βλα­κεῖ­ες, πᾶ­με… φύ­γα­με, τὸ πλοῖ­ο δὲν θὰ μᾶς πε­ρι­μέ­νει!»



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.