Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos): Ρεκλάμα



Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos)


Ρεκλάμα

(Réclame)


ΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ποὺ κα­τέ­βαι­νε νὰ πά­ρει τὸ με­τρὸ κρα­τοῦ­σε ὑ­πὸ μά­λης ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο δέ­μα ἀ­π’ ὅ­που ἐ­ξεῖ­χε ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Κα­θὼς ὅ­λος ὁ κό­σμος τὸν κοι­τοῦ­σε, ὁ κύ­ριος —λύ­νον­τας τὰ κορ­δό­νια τοῦ πα­που­τσιοῦ του— εἶ­πε: «Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε τὸ με­λά­νι Γου­ό­τερ­μαν!» Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε χω­λαί­νον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκά­λας.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε κά­τω, κά­θι­σε ὀ­κλα­δὸν σ’ ἕ­να παγ­κά­κι. Κι ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­τυ­λί­γει τὸ δέ­μα του. Δὲν ἔ­βγα­λε ὅ­μως τί­πο­τε μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τό, οὔ­τε κὰν ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα.

       Μό­λις τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας μὲ τὸ δέ­μα του πα­ρα­μά­σχα­λα. Μὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ κα­νέ­να πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Μο­να­χὰ ἕ­να λει­ρὶ κό­τας κρε­μό­ταν. Τὸ τρέ­νο σφύ­ρι­ξε.

       Μιὰ τρα­χιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μα­κριά: «Εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὴ μάρ­κα.»

       Πο­λὺ κον­τὰ σὲ μέ­να, ἕ­νας κύ­ριος ἔ­γι­νε πρά­σι­νος.



Πηγή: Gisèle Prassinos, Trouver sans chercher (1934 – 1944), εἰσαγ. Michel Dé­cau­din, σειρά: «L’age d’Or» (ἐπιμ. Henri Parisot), Παρίσι, Flammarion, 1976.

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos) (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920 – Πα­ρί­σι, 2015). Γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρά της δη­μο­σί­ευ­σε τὰ πρῶ­τα της κεί­με­να στὸ γνω­στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Minotaure τῶν Γάλ­λων ὑ­περ­ρε­α­λι­στῶν, ἐ­νῶ μέ­χρι τὰ δε­κα­εν­νιά της πρό­λα­βε νὰ ἐκ­δώ­σει δέ­κα βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις G.L.M. Τὰ κεί­με­νά της ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἐκ­φρά­στη­καν μὲ τὸν πλέ­ον ἐγ­κω­μι­α­στι­κὸ τρό­πο οἱ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ροι Γάλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, ἀ­κο­λου­θή­θη­καν ἀ­πὸ εἰ­κο­σα­ε­τῆ σι­ω­πή. Τὸ 1958 δη­μο­σί­ευ­σε τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα Μὰ ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νέ­α ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν καὶ τὸ με­τέ­πει­τα ἔρ­γο της.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: «Le petit garçon». Ἔργο τῆς Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (περίπου 1975).


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: