Τάνια Ζαχαριάδη: Ἀετός


Τά­νια Ζα­χα­ριά­δη


Ἀ­ε­τός


ΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ στὴν ἐ­ξο­χή, κον­τὰ σ’ ἕ­να χω­ριό, ζοῦ­σε ἕ­νας πα­νέ­μορ­φος καὶ πε­ρή­φα­νος ἀ­ε­τός. Πε­ρή­φα­νος για­τί ἦ­ταν ὁ Ἀ­ε­τὸς καὶ πα­νέ­μορ­φος για­τί, ἐ­κτὸς ἀ­π’ τ’ ἄλ­λα του χα­ρί­σμα­τα εἶ­χε στὴν ἄ­κρη τῶν φτε­ρῶν του κρε­μα­σμέ­να, μι­κρὰ κρύ­σταλ­λα ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ φῶς κι ἔ­κα­ναν μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη με­λω­δί­α ν’ ἀ­κού­γε­ται στοῦ ἀ­νέ­μου κά­θε πνο­ή. Κα­θὼς πε­τοῦ­σε μὲ τὰ με­γά­λα του φτε­ρά, ἕ­νας κα­ταρ­ρά­χτης ξε­χύ­νον­ταν, ἀ­πὸ φῶς καὶ μου­σι­κή.

        Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε ἐ­ξαί­σια, οἱ μέ­ρες δι­α­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲς σὲ κοι­λά­δες κι ἁ­πλω­σι­ές, μὲ ξε­γνοια­σιὰ καὶ κρυ­στάλ­λι­νες με­λω­δί­ες κι ἦ­ταν αὐ­τός, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος ὅ­λων, ὁ χα­ϊ­δε­μέ­νος τους, τὸ πλά­σμα ποὺ ὀ­μόρ­φαι­νε τὸν κό­σμο.

        Ἀ­νε­παί­σθη­τα ὅ­μως καὶ σι­γὰ-σι­γά, μιὰ ἀλ­λα­γὴ συ­νέ­βαι­νε κρυ­φὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ σῶ­μα τοῦ ὄ­μορ­φου καὶ ξέ­γνοια­στου ἀ­ε­τοῦ. Ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα φαί­νον­ταν ὅ­πως πρίν, λαμ­πε­ρὰ καὶ χα­ρού­με­να, ὅ­μως ἄρ­χι­σε νὰ χά­νει λί­γο-λί­γο τὴ δύ­να­μή του καὶ νὰ ἀ­δυ­να­τί­ζει.

        Κα­θὼς περ­νοῦ­σε κι ἄλ­λο ὁ και­ρός, τὸ πρό­βλη­μα με­γά­λω­νε κι οἱ δυ­νά­μεις του ὅ­λο καὶ λι­γό­στευ­αν. Ἄρ­χι­σαν ψί­θυ­ροι ν’ ἀ­κού­γον­ται, «τί συμ­βαί­νει, πῶς ἔ­γι­νε ἔ­τσι, τὰ χά­λια του ἔ­χει! Μὰ εἶ­ναι αὐ­τός, ὁ ἴ­διος;», κα­θὼς καὶ κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ γε­λά­κια ἀ­π’ τὰ μέ­χρι πρὶν λί­γο και­ρὸ θη­ρά­μα­τά του ποὺ δὲν κιν­δύ­νευ­αν πιὰ καὶ τό­σο ἀ­π’ τὸν κυ­νη­γό τους.

        Ἔ­φτα­σε τέ­λος μιὰ μέ­ρα ποὺ τ’ ὄ­μορ­φο καὶ πε­ρή­φα­νο πλά­σμα ἔ­γι­νε μιὰ σκιά, ποὺ ἔ­σερ­νε τὰ κρύ­σταλ­λα τῶν φτε­ρῶν του σὰν κου­ρέ­λια στὶς λά­σπες τῶν δρό­μων. Ἔ­φτα­σε ἡ μέ­ρα ποὺ καὶ τὸ μι­κρό­τε­ρο πον­τι­κά­κι φάν­τα­ζε πιὸ δυ­να­τὸ ἀ­π’ αὐ­τόν. Τὸ π ο ν τ ί κ ι κο­ρό­ι­δευ­ε τὸν ἀ η τ ὸ καὶ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε!

        Τό­τε κά­ποι­ος μὲ συμ­πό­νια, τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ σπί­τι τῆς νυ­χτε­ρί­δας- μά­γισ­σας, μή­πως καὶ τὸν συμ­βού­λευ­ε αὐ­τὴ γιὰ τὸ κα­λό του.

        Τὸ σπί­τι ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ κι ἔ­βα­λε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις νὰ σκαρ­φα­λώ­σει ἐ­κεῖ, μὲ νύ­χια καὶ μὲ ράμ­φος, για­τὶ γιὰ νὰ πε­τά­ξει, δὲν μπο­ροῦ­σε πιά.

        Ἡ μά­γισ­σα τὸν κοί­τα­ξε λυ­πη­μέ­νη καὶ τοῦ ‘στρῶ­σε σὲ μιὰ μι­κρή, ἥ­συ­χη καὶ σκο­τει­νὴ γω­νιά. «Ἄρ­γη­σες πο­λύ», τοῦ εἶ­πε. «Δὲν σκέ­φτη­κες, μὲς στὸ θάμ­πος ποὺ ζοῦ­σες, τὴν λεί­α ποὺ ἔ­δι­ω­χνες μὲ τὸ με­λω­δι­κό σου πέ­ταγ­μα».

        «Σὲ συ­νε­πῆ­ρε ἡ μου­σι­κὴ κι ὁ θαυ­μα­σμὸς τοῦ κό­σμου…»


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­νια Ζα­χα­ριά­δη (Λά­ρι­σα). Σπούδασε Βι­ο­λο­γί­α, Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α, Κα­λὲς Τέ­χνες (ΑΣΚΤ, ἀ­πό­φοι­τος 1999). Συμ­με­τεῖ­χε σὲ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Ἦ­ταν «Ἡ ζω­γρά­φος τοῦ μή­να» στὶς Ἀ­να­γνώ­σεις τῆς Κυ­ρι­α­κά­τι­κης Αὐ­γῆς (τχ. 342, 5/7/2009). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: