Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἡ συνάντηση

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ἡ συνάντηση


ΑΤΕΒΑΙΝΩ ἀ­π’ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὴν Κα­μά­ρα. Παίρ­νω τὴν Δη­μη­τρί­ου Γού­να­ρη. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα, γε­μά­τη ἄγ­χος μὲ τὶς συ­ναλ­λα­γὲς στὴ δου­λειά, βι­ά­ζο­μαι νὰ φτά­σω μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα στὸ σπί­τι.

        Κό­βω λί­γο τὰ βή­μα­τά μου γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴν προ­θή­κη τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ΑΝΑΤΟΛΙΑ.

        Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση πὼς κά­ποι­ος μοῦ κλεί­νει τὸ δρό­μο. Στα­μα­τῶ καὶ τὸν κοι­τά­ζω. Μι­λᾶ ἀγ­γλι­κὰ μὲ ξε­νι­κὴ προ­φο­ρά. Θυ­μί­ζει κά­τι με­τα­ξὺ Γερ­μα­νοῦ καὶ Ὀλ­λαν­δοῦ. Μοῦ ζη­τᾶ λί­γα χρή­μα­τα. Σὰν μιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Ξέ­μει­νε καὶ πρέ­πει νὰ φύ­γει γιὰ τὴν πα­τρί­δα του. Τοῦ λέ­ω πὼς ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­σει νὰ μὴν μεί­νει χω­ρὶς χρή­μα­τα. Χα­μο­γε­λᾶ ντρο­πα­λά. Ψά­χνω τὶς τσέ­πες μου, τοῦ δί­νω τε­λι­κὰ ἑ­κα­τὸ δραχ­μές. Τοῦ εὔ­χο­μαι νὰ φτά­σει γρή­γο­ρα στὴν πα­τρί­δα.

        Μὲ κοι­τᾶ μὲ κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη. Μ’ εὐ­χα­ρι­στεῖ. Κα­θὼς κά­νω νὰ φύ­γω, ρω­τᾶ: «Καὶ πῶς χά­σα­τε τὸ χέ­ρι σας;» Γυ­ρί­ζω καὶ τοῦ χα­μο­γε­λῶ. «Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κα ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα.» Ἡ ἀ­μη­χα­νί­α του με­γα­λώ­νει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. «Δὲν φταί­ω ἐ­γώ», λέ­ει, βά­ζον­τας τὸ χέ­ρι στὴν καρ­διά του. «Καὶ βέ­βαι­α», τοῦ λέ­ω, «ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε γεν­νη­θεῖ τό­τε ἀ­κό­μη, καὶ βέ­βαι­α δὲν σᾶς βα­ραί­νει κα­μί­α εὐ­θύ­νη». Στὸ πρό­σω­πό του, τώ­ρα, ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀ­να­κού­φι­ση. Μοῦ δί­νει τὸ χέ­ρι του. «Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σᾶς χαι­ρε­τῶ.» Τοῦ σφίγ­γω τὸ χέ­ρι. «Δὲν νο­μί­ζε­τε», τοῦ λέ­ω, «πὼς κά­ποι­οι πρέ­πει νὰ ἔ­χουν εὐ­θύ­νη;».



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 
Εἰκόνα: Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου. Στὴν Ἔκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 18 Μαΐου 2013 (φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης).

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ὑπόγειο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ὑ­πό­γει­ο


ΕΣΥ, μι­κρέ, τί ποι­ή­μα­τα γρά­φεις;

       — Δὲν γρά­φω.

       — Σι­γὰ ποὺ σὲ πί­στε­ψα τώ­ρα. Ἔ­τσι λὲς ὅ­τι κοι­τᾶ­νε τὰ βι­βλί­α αὐ­τοὶ ποὺ δὲν γρά­φουν; Ξέ­ρω, θὰ ἀρ­γή­σεις, πάν­τως θὰ μοῦ πεῖς.

       — Τί νὰ σᾶς πῶ…

       — Νὰ μὴ μοῦ πεῖς τί­πο­τα. Πᾶ­ρε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δῶ­ρο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α γερ­μα­νι­κῆς ποί­η­σης, δί­γλωσ­ση. Κι αὐ­τὴ τὴ χι­λια­νὴ ποι­ή­τρια θὰ τὴ δι­α­βά­σεις ὁ­πωσ­δή­πο­τε, κι αὐ­τὸ δῶ­ρο.

       — Νά ’­στε κα­λά! Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξέ­ρω τί νὰ πῶ.

       — Τσί­που­ρο ἐ­σὺ δὲν πί­νεις, εἶ­σαι μι­κρός. Τί κα­φὲ νὰ πῶ νὰ σοῦ φέ­ρουν;


Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν γε­ρο­δε­μέ­νο ἄν­τρα, στὴν ἡ­λι­κί­α πά­νω-κά­τω τοῦ πα­τέ­ρα του, νὰ τοῦ ρί­χνει κά­τι ἔν­το­νες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς μα­τι­ὲς ποὺ τὶς θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα. Οἱ κου­βέν­τες τους πο­λὺ σύν­το­μα πε­ρά­σα­νε ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ κα­νό­να στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες καὶ τοὺς λη­σμο­νη­μέ­νους κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις πύ­κνω­σαν καὶ τὰ λό­για μα­λά­κω­σαν· ἄλ­λο­τε τὰ λέ­γα­νε οἱ δυ­ό τους σὰν δυ­ὸ πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι, ἄλ­λο­τε πά­λι τὴν ἑ­τε­ρό­κλη­τη πα­ρέ­α ἀ­παρ­τί­ζα­νε ἄν­θρω­ποι τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἔρ­γο ἀ­γα­ποῦ­σε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως καὶ θυ­μᾶ­ται ποὺ κα­θό­ταν σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ τοὺς ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ βγά­ζει ἄ­χνα, σὰ νά ’­χει μπεῖ σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των στὰ κρυ­φὰ καὶ νὰ φο­βᾶ­ται μὴν τὸν πά­ρου­νε χαμ­πά­ρι καὶ τὸν δι­ώ­ξουν. Κά­πο­τε ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη του, μα­ζὶ μὲ τὶς συμ­βου­λὲς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ ζή­τη­σε καὶ μιὰ χά­ρη: νὰ τοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς ὅ­ταν γυ­ρί­σει θὰ πε­ρά­σει νὰ τὸν δεῖ. Θὰ τὸ ἔ­κα­νε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως.

       Με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μό­λις ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει, πῆ­ρε τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ γνω­στὸ σταθ­μό. Ἀ­πὸ μα­κριὰ εἶ­δε τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα σβη­στά, τὰ στό­ρια κα­τε­βα­σμέ­να καὶ τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κλει­δω­μέ­νη. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε. Σφη­νω­μέ­νο στὴ βι­τρί­να, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα με­ριά, ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ση­μεί­ω­μα:

       «Ὅ­λα τα κυ­πα­ρίσ­σια δεί­χνουν με­σά­νυ­χτα

       Ὅ­λα τα δά­χτυ­λα

       Σι­ω­πὴ»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς

(The Conscripted Storyteller)


«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶ­σαι;» ρώ­τη­σα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε. «Εἶ­μαι κο­ρι­τσά­κι. Ποῦ χά­θη­κες τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, Κύ­ρι­ε;»

            Στε­κό­μουν στὸ τμῆ­μα λο­γο­τε­χνί­ας τῆς δη­μο­τι­κῆς βι­βλι­ο­θή­κης καὶ δι­ά­βα­ζα ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Γου­ό­τσον Τ. Σμὶθ Μπρά­ουν­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­τύ­πω­νε, μὲ ἀ­πο­λύ­τως λο­γι­κὸ τρό­πο, τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ ποι­η­τὲς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σουν νὰ γρά­φουν κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ ἐ­πι­δο­θοῦν στὸ χτί­σι­μο μὲ τοῦ­βλα. Ἤ­μουν πά­ρα πο­λὺ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο, τὴν ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζα κά­ποι­ο βι­βλί­ο στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ος μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ πό­δι. Ἤ­μουν πε­ρί­ερ­γος νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει. Κοί­τα­ξα πρὸς τὰ κά­τω καὶ εἶ­δα ἕ­να κο­ρι­τσά­κι μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, πρά­σι­νο φό­ρε­μα καὶ μπλὲ μά­τια νὰ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι μου μὲ τὸν δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του.

            «Ποῦ ’­ναι ἡ μη­τέ­ρα σου, κο­ρι­τσά­κι;» ρώ­τη­σα.

            «Γιὰ ψώ­νια», ἀ­πάν­τη­σε.

            «Κι ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;» εἶ­πα. «Καὶ στα­μά­τα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, νὰ σκουν­τᾶς τὸ πό­δι μου.»

            «Ἡ μη­τέ­ρα μου μὲ ἄ­φη­σε ἐ­δῶ νὰ δι­α­βά­σω μέ­χρι νὰ κά­νει τὰ ψώ­νια της. Ἔ­χω ξε­κι­νή­σει νὰ δι­α­βά­ζω ἕ­να βι­βλί­ο.»

            «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω τό­τε νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;» πρό­τει­να.

            «Εἶ­ναι σα­χλα­μά­ρα», εἶ­πε.

            «Καὶ τί ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι πρέ­πει νὰ κά­νω ἐ­γὼ γι’ αὐ­τό;»

            «Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε.

            «Τί;»

            «Ἥ­συ­χα,» εἶ­πε «ἀλ­λι­ῶς θὰ τοὺς ξε­ση­κώ­σεις ὅ­λους».

            «Δὲν θέ­λω νὰ σοῦ πῶ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α,» εἶ­πα. «Θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω τὸ βι­βλί­ο μου.»

            «Θὰ μοῦ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Για­τί ἐ­γώ;»

            «Για­τί ἔ­ψα­ξα νὰ δῶ ποι­ὸς ἔ­χει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο στό­μα ἐ­δῶ μέ­σα καὶ τὸ ἔ­χεις ἐ­σύ.»

            «Τί θὰ κά­νεις ἂν ἀρ­νη­θῶ νὰ σοῦ πῶ τὴν ἱ­στο­ρί­α σου;» ρώ­τη­σα.

            «Ἄ, τί­πο­τα», εἶ­πε γλυ­κά. «Ἁ­πλῶς θὰ ἀρ­χί­σω νὰ οὐρ­λιά­ζω ὅ­σο πιὸ δυ­να­τὰ μπο­ρῶ καὶ μό­λις ἔρ­θουν ὅ­λοι ἐ­δῶ πέ­ρα, θὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ πα­τέ­ρας μου. Μοῦ ’­χουν πεῖ ὅ­τι ὅ­ταν οὐρ­λιά­ζω ἀ­κού­γε­ται σὰ νὰ ἐ­πί­κει­ται τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ δαγ­κώ­σω καὶ κα­νέ­ναν: μιὰ ἀ­γα­θὴ κι ἀ­θώ­α γρι­ού­λα λό­γου χά­ρη. Σ’ ἔ­χουν ἁ­λυ­σο­δέ­σει πο­τὲ σὲ γα­λέ­ρα νὰ κά­νεις κου­πί, Κύ­ρι­ε;»

            Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὴν εἶ­χα πα­τή­σει κι ἔ­τσι, ἀ­πρό­θυ­μα, ἔ­βα­λα τὸ βι­βλί­ο πί­σω στὸ ρά­φι. «Θὰ σοῦ πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ξω στὰ σκα­λιά», εἶ­πα μὲ τὴ φω­νὴ τοῦ ἡτ­τη­μέ­νου.

            «Τὸ ’­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὰ βροῦ­με», εἶ­πε.

            Βγῆ­κα περ­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ κρα­τι­ό­μουν ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ γνώ­ρι­ζα χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι θὰ δι­έ­ψευ­δε τὴ θε­ω­ρί­α τῆς σχε­τι­κό­τη­τας τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν.

            Κά­θι­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς βι­βλι­ο­θή­κης κι ἐ­κεί­νη κά­θι­σε ἀ­νέ­με­λα στὰ πό­δια μου. Σή­κω­σα τὸ βλέμ­μα μου κι εἶ­δα τὸ πα­λιὸ δη­μαρ­χεῖ­ο σκε­πα­σμέ­νο ἀ­πὸ κλή­μα­τα καὶ πε­ρι­στέ­ρια νὰ στέ­κον­ται στὴν ὀ­ρο­φή του καὶ νὰ γουρ­γου­ρί­ζουν.

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες νὰ ἀ­κού­σεις μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι;» ρώ­τη­σα.

            «Ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στέ­ρια;» εἶ­πε δεί­χνον­τας τὴν ὀ­ρο­φὴ τοῦ δη­μαρ­χεί­ου.

            «Ναί», εἶ­πα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε.

            «Για­τί ὄ­χι;» εἶ­πα.

            «Μοῦ μοιά­ζουν μὲ ἕ­να μά­τσο μπού­φους», εἶ­πε.

            «Τό­τε τί εἴ­δους ἱ­στο­ρί­α θὲς νὰ ἀ­κού­σεις;»

            «Νά, μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ μιὰ ὡ­ραι­ό­τα­τη ἀν­θρω­πο­κτο­νί­α μὲ τὰ ὅ­λα της· καὶ νὰ ’­ναι σύν­το­μη καὶ κο­φτὴ ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Σι­χαί­νο­μαι τὶς πα­ρεκ­βά­σεις.»

            «Ἔ;»

            «Λοι­πόν, βιά­σου», εἶ­πε ἀ­νυ­πό­μο­να.

            «Ξέ­ρεις τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Δρά­κου­λα;»

            «Ναί», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πα­λιὰ ὅ­σο καὶ τὰ Καρ­πά­θια.»

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας;»

            «Ὄ­χι ἀ­π’ αὐ­τὲς μ’ ἐ­κεί­νους τοὺς τύ­πους ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ γί­νουν ἀ­στρο­ναῦ­τες», εἶ­πε μὲ πε­ρι­σπού­δα­στο ὕ­φος.

            «Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό,» ξε­κί­νη­σα νὰ λέ­ω, «ἦ­ταν μιὰ φυ­λὴ πεν­τα­κέ­φα­λων σκορ­πι­ῶν ποὺ ζοῦ­σαν στὸν Πο­σει­δώ­να.»

            «Πό­σο κοι­νό­το­πο», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἀρ­χὴ εἶ­ναι τό­σο μὰ τό­σο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη… Ἄ­σε ποὺ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὸν Πο­σει­δώ­να εἶ­ναι πα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ ἐ­δά­φους. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σαν πεν­τα­κέ­φα­λοι σκορ­πιοὶ νὰ ζή­σουν χω­ρὶς ἀ­τμό­σφαι­ρα, μοῦ λές;»

            Γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε σι­ω­πή.

            «Εἶ­σαι σί­γου­ρη ὅ­τι θὲς ὄν­τως νὰ ἀ­κού­σεις ἱ­στο­ρί­α;» ρώ­τη­σα. «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη νὰ δι­α­βά­σεις Νί­τσε ἢ Γιοὺνγκ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο;»

            «Θέ­λω νὰ ἀ­κού­σω μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Κα­λά… κα­λά», εἶ­πα δου­λο­πρε­πῶς.

            Τῆς εἶ­πα μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ κά­τι βα­τρά­χια μὲ ὑ­ψη­λὴ νο­η­μο­σύ­νη καὶ πὼς αὐ­τὰ εἶ­χαν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν τρό­πο νὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ὅ­τι θὰ εἶ­χαν κα­τα­λά­βει τὸν κό­σμο ἂν δὲν εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει τὸ ἑ­ξῆς σφάλ­μα: ἔ­φτα­σαν τό­σο βα­θιὰ στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση ποὺ κα­τρα­κύ­λη­σαν μέ­σα στὴν πέμ­πτη δι­ά­στα­ση καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ γυ­ρί­σουν πί­σω στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βλά­ψουν μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο τὴ γῆ για­τί αὐ­τὴ βα­σί­ζε­ται αὐ­στη­ρὰ στὶς τρεῖς καὶ στὶς τέσ­σε­ρις δι­α­στά­σεις. Μό­λις τε­λεί­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι συλ­λο­γί­στη­κε γιὰ λί­γη ὥ­ρα σι­ω­πη­λὸ μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ ἔ­χει πά­ρει μιὰ πο­λὺ σο­βα­ρὴ ἔκ­φρα­ση. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ πό­δια μου καὶ εἶ­πε ἀρ­γά,

            «Κύ­ρι­ε, για­τί δὲν πᾶς πά­λι μέ­σα νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;»

            Ἔ­τρε­ξα μὲ μι­κρὰ βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα, σὰν πλη­γω­μέ­νος κά­βου­ρας, πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη. Δό­ξα τῷ θε­ῶ δὲν ξα­να­εῖ­δα πο­τὲ τὸ κο­ρι­τσά­κι!



Πη­γή: Richard Brautigan, The Edna Webster Collection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Abbott, Βο­στό­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Houghton Mifflin Company), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant): Προσποίηση



Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant)


Προ­σποί­η­ση

(Make-Believe)


ΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ μᾶς ἀ­ρέ­σουν οἱ πα­ρα­με­λη­μέ­νες παι­δι­κὲς χα­ρές. Εἰ­δι­κὰ ἐ­κεῖ­νες ποὺ μὲ τὰ σκου­ρι­α­σμέ­να σκα­λο­πά­τια τους δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τα­ξι­διοῦ στὸ χρό­νο. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα δὲν προ­λα­βαί­νου­με —ἡ μη­τέ­ρα της θέ­λει νὰ φᾶ­με στὸ σπί­τι της— κι ἔ­τσι ὁ­δη­γοῦ­με στοὺς ἑ­λι­κο­ει­δεῖς δρό­μους μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπί­τια στὸ Κρί­σταλ Κρίκ. Ἐ­κεῖ, ἡ παι­δι­κὴ χα­ρὰ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ σχη­μα­τί­ζει ἕ­να πλοῖ­ο. Ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο στὴν κο­ρυ­φὴ, στὸ ὁ­ποῖ­ο τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ σκαρ­φα­λώ­νει καὶ νὰ λέ­ει: «Για­γιά, ἂς σαλ­πά­ρου­με γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα!». Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πῶς τῆς ἔρ­χον­ται αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.

       Ἔ­τσι περ­νᾶ­με τὶς ἡ­μέ­ρες μας, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα της δου­λεύ­ει, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας της λεί­πει. Παίρ­νου­με χάμ­πουρ­γκερς καὶ πα­τά­τες καὶ μίλ­κσέ­ηκς καὶ σάν­του­ιτς μὲ ἐ­πε­ξερ­γα­σμέ­νο κρέ­ας, πορ­το­κα­λὶ τυ­ρὶ καὶ πί­κλες. Τρῶ­με κο­τομ­που­κι­ὲς βου­τηγ­μέ­νες σὲ σὼς μου­στάρ­δας μὲ μέ­λι καὶ χω­νά­κια πα­γω­τοῦ πε­ρι­χυ­μέ­να ἀ­πὸ σο­κο­λά­τα ποὺ σκλη­ραί­νει γύ­ρω τους σὰν κέ­λυ­φος – ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θὰ τὴν ἄ­φη­νε νὰ φά­ει. Τὴν ἀ­φή­νω νὰ πα­σα­λεί­βε­ται μὲ τὸ πα­γω­τὸ καὶ τὴ σο­κο­λά­τα στὸ πρό­σω­πό καὶ στὰ χέ­ρια της. Δὲν τὴ μα­λώ­νω γιὰ νὰ τρώ­ει πιὸ μα­ζε­μέ­να, νὰ γλεί­φει τὸ χω­νά­κι με­θο­δι­κὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὴ λε­ρώ­νε­ται.

       Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὔ­ριο θὰ πά­ει στὸ σπί­τι κά­ποι­ου ἄλ­λου. Πρέ­πει νὰ τῆς πῶ ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α μας μέ­ρα μα­ζί, ἐ­πει­δὴ ἡ μη­τέ­ρα της δὲ θέ­λει πιὰ τὴ βο­ή­θειά μου. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­φέ­ρω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ πεῖ οὔ­τε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς λέ­ξεις.

       Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες, πη­γαί­νου­με ἀ­πὸ παι­δι­κὴ χα­ρὰ σὲ παι­δι­κὴ χα­ρά. Ὑ­πάρ­χουν τό­σες πολ­λὲς μι­κρὲς καὶ κρυμ­μέ­νες, ἂν ξέ­ρεις νὰ ψά­χνεις. Τὸ παι­δι­κὸ πάρ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν τοῦ Ἁγ. Παύ­λου εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο, ἀλ­λὰ πη­γαί­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺς κό­σμος ἐ­κεῖ. Ἐ­κεί­νη κι ἐ­γώ, θέ­λου­με νὰ ἔ­χου­με ἕ­να μέ­ρος μό­νο γιὰ ἐ­μᾶς τὶς δύ­ο. Κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος καὶ φω­νά­ζει, «Ἐ­κεῖ, για­γιά!», μό­λις ἐν­το­πί­σει κά­τι ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μοιά­ζει μὲ τσου­λή­θρα, ἐγ­κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ πλα­στι­κὲς πέ­τρες ἢ μὲ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι. Σκέ­φτο­μαι νὰ τὴν πά­ρω καὶ νὰ φύ­γου­με. Μα­ζὶ θὰ δι­α­σχί­σου­με τὴ χώ­ρα ψά­χνον­τας γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της κά­τω ἀ­πὸ τραμ­πά­λες καὶ μο­νό­ζυ­γα.

       Κό­βω τα­χύ­τη­τα κα­θὼς πλη­σι­ά­ζου­με τὴν παι­δι­κὴ χα­ρὰ τοῦ Κρί­σταλ Κρίκ. Σύ­χνα βρί­σκε­ται ἐ­δῶ μιὰ νε­α­ρὴ μη­τέ­ρα μὲ τὰ δυ­ὸ παι­διά της, ἕ­να νε­ο­γέν­νη­το κι ἕ­να νή­πιο, μὰ δὲ θέ­λω νὰ τὴ δῶ σή­με­ρα. Πάν­τα μοῦ χώ­νει τὸ νε­ο­γέν­νη­τό της στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὁ κό­σμος ὑ­πο­θέ­τει ὅ­τι μιὰ για­γιὰ θὰ θέ­λει πο­λὺ νὰ κρα­τή­σει ἕ­να μω­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ σχε­δὸν πο­τὲ δὲ θέ­λω. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, παίρ­νω τὸ μι­κρὸ αὐ­τὸ ρὸζ δε­μα­τά­κι στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ τα­χτα­ρί­ζω ὡς εἴ­θι­σται. Θέ­λω νὰ πῶ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι οἱ κό­ρες της, μὲ τὶς ἀ­σορ­τὶ ρὸζ κορ­δε­λί­τσες καὶ τὰ λευ­κὰ καλ­σόν, κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γί­νουν ἡ κα­τα­στρο­φή της. Θὰ πρέ­πει νὰ πλά­σει πιὸ γε­ρὰ κο­ρί­τσια, ποὺ δὲ θὰ φο­βοῦν­ται νὰ λε­ρω­θοῦν, ποὺ θὰ μπο­ροῦν νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θουν στὶς ἀ­πώ­λει­ες ποὺ ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἡ ζω­ή.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ κι ἔ­τσι παρ­κά­ρω τὸ αὐ­το­κί­νη­το· ἡ ἐγ­γο­νή μου ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα ποὺ κολ­λά­ει ἀ­πὸ τὸ λι­ω­μέ­νο πα­γω­τό καὶ τρέ­χει ἀ­μέ­σως στὴ θέ­ση της λὲς κι εἶ­ναι ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου. Τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι νω­πὸ ἀ­πὸ τὴ χτε­σι­νο­βρα­δι­νὴ βρο­χὴ ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲ φο­βᾶ­ται τὸ ὑ­γρὸ γρα­σί­δι καὶ τὴ λά­σπη. Πιά­νει τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ χέ­ρια της, ἐ­νῶ ἐ­γὼ κά­θο­μαι σὲ μιὰ κού­νια καὶ ξε­κου­ρά­ζω τὰ πό­δια μου. Εἶ­ναι δύ­σκο­λη δου­λειὰ τὸ νὰ κυ­νη­γᾶς ἕ­να τε­τρά­χρο­νο.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της λά­τρευ­ε νὰ κρε­μι­έ­ται ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ τὸ μο­νό­ζυ­γο, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι αὐ­τή. Μιὰ μέ­ρα σκαρ­φά­λω­σε σὲ μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ψη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ παι­διὰ μὲ δι­πλά­σια ἡ­λι­κί­α ἀ­πὸ αὐ­τόν. Μιὰ μη­τέ­ρα πα­νι­κο­βλή­θη­κε καὶ τοῦ εἶ­πε νὰ κα­τέ­βει κά­τω· τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ πέ­σει καὶ θὰ σκο­τω­θεῖ. Αὐ­τὸς κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ ψη­λό­τε­ρο σκα­λὶ πρὸς ἐ­μέ­να λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα. Τοῦ εἶ­πα ποῦ νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του ὁ­δη­γών­τας τον κά­τω. Εἶ­ναι τό­σα πολ­λὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ – γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της, γιὰ τοὺς ἄν­τρες γε­νι­κά, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ φεύ­γουν χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲ σὲ ἀ­γα­ποῦν.

       «Για­γιά, ἔ­λα!», λέ­ει. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι νὰ σαλ­πά­ρου­με, τὸ πλή­ρω­μα ση­κώ­νει τὶς ἄγ­κυ­ρες. Μοῦ λέ­ει νὰ βια­στῶ καὶ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στῶ. Στα­μα­τῶ τὴν κού­νια· ἕ­να φύλ­λο ἔ­χει κολ­λή­σει στὸν πά­το τοῦ σαν­δα­λιοῦ μου, λί­γη λά­σπη κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό μου. Ἀ­νε­βαί­νω ἀ­πὸ τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα τοῦ πλοί­ου. Ἡ ἐγ­γο­νή μου εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ δι­α­τά­ζει τὸ φαν­τα­στι­κό της πλή­ρω­μα ἀλ­λὰ πα­ράλ­λη­λα κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι της πρὸς ἐ­μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κά. Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι τώ­ρα.

       Κά­νει τὸν ἦ­χο τῆς κόρ­νας καὶ ξε­κι­νᾶ­με. Οἱ κού­νι­ες καὶ τὸ λα­σπω­μέ­νο ἔ­δα­φος ὑ­πο­χω­ροῦν. Τὰ κύ­μα­τα λι­κνί­ζον­ται ἀ­πὸ κά­τω μας καὶ ἀρ­γὰ ἡ ἀ­κτὴ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Πλέ­ου­με ἥ­συ­χα μὲ τὸ ξύ­λι­νὸ πλοῖ­ο μας πρὸς τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἴ­σως πλέ­ου­με πρὸς τὸν πα­τέ­ρα της. Ἴ­σως πλέ­ου­με μα­κριὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ἴ­σως δὲν ἔ­χει κἂν ση­μα­σία ὅ­σο τὸ ὅ­τι ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο εἴ­μα­στε μα­ζὶ ἐ­δῶ στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος βυ­θί­ζε­ται καὶ εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα ποὺ θέ­λω νὰ φω­νά­ξω τὴν ἐγ­γο­νή μου νὰ τῆς τὸν δεί­ξω: οἱ πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­νες σκι­ὲς ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ κα­θά­ρια μπλὲ νε­ρὰ ἀ­πὸ κά­τω μας. Ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νη μὲ τὸ νὰ μα­νου­βρά­ρει τὸ πλοῖ­ο, προ­σέ­χον­τας τὰ βρά­χια καὶ τὰ κύ­μα­τα. Δὲ θὰ γυ­ρί­σει σπί­τι στὴν ὥ­ρα της γιὰ τὸ βρα­δι­νό.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Προ­σποί­η­ση», ἢ «Make-Believe» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smo­ke­long Quar­terly, τχ. 52 (Ἰ­ού­νιος 2016).

Σά­στα Γκράντ (Shasta Grant). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­πι­με­λή­τρια καὶ δα­σκά­λα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βι­βλι­α­ρί­διο Gather Us Up and Bring Us Home (Split Lip Press, 2017). [=Συγ­κέν­τρω­σέ μας καὶ πή­γαι­νέ μας σπί­τι]. Ἡ Ἄνν Πά­τσετ (Ann Patchett) ἐ­πέ­λε­ξε τὴν ἱ­στο­ρί­α της, “Most Likely To” [=«Πι­θα­νό­τα­τα να…»] ὡς νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ μι­κρο­α­φή­γη­σης τοῦ Kenyon Review (2015). Ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πό­τρο­φος τοῦ SmokeLong Quarterly γιὰ τὸ 2016 κερ­δί­ζον­τας τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Kathy Fish καὶ τι­μώ­με­νη ἐ­πι­σκέ­πτρια-συγ­γρα­φέ­ας στὸ Ke­rou­ac Hou­se γιὰ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2017. Προ­τά­θη­κε γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Push­cart καὶ γιὰ Τὰ Κα­λύ­τε­ρα Μι­κρο­α­φη­γή­μα­τα καὶ ἦ­ταν στὴ μα­κρὰ λί­στα γιὰ τὸ Τὸπ-50 τοῦ Wigleaf (ί­στο­λό­γιο γιὰ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση). Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της καὶ τὰ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The Ke­nyon Re­viewE­pi­pha­ny, Gar­go­yleCream c­ity re­view, Ho­bart, Mon­key Bi­cy­cle, Wig­leaf καὶ ἀλ­λοῦ. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη συν­το­νι­σμοῦ στὸ Smoke­Long Quar­ter­ly καὶ ἐ­πι­με­λή­τρια ὕ­λης στὸ Pro­xi­mity. Δί­δα­ξε ἔκ­θε­ση καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ γιὰ ἐ­φτὰ χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ball Sta­te καὶ ἔ­χει πα­ρευ­ρε­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα συ­νέ­δρια συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ The In­di­ana Ga­the­ring of Wri­ters καὶ τοῦ Win­ter Wheat: The Mid-A­me­ri­can Re­view Fe­sti­val of Wri­ting. Ἐ­πί­σης, ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ The Writers’ Center τῆς Ἰν­τιά­να καὶ σὲ δι­ά­φο­ρα γυ­ναι­κεῖ­α σω­φρο­νι­στι­κὰ ἱ­δρύ­μα­τα, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ προ­γράμ­μα­τος Right-to-Write στὴ Βαλ­χά­λα, Νέ­α ‘Υ­όρ­κη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Ἕλλη Κούσουλα: Γύρνα πίσω στὸ καινούργιο


Ἕλ­λη Κού­σου­λα


Γύρ­να πί­σω στὸ Και­νούρ­γιο


ΕΜΠΤΗ, 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2003. Κη­φι­σιὰ-Πει­ραι­ᾶς. Κα­θὼς γλι­στρά­ω ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς πόρ­τες ποὺ κλεί­νουν, ἡ μα­τιά μου πέ­φτει σὲ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ σύμ­παν σὰν νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πὼς κρέ­με­σαι ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ στὴ δί­νει, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­ναι ἐν­νιὰ καὶ τὰ μα­γα­ζιὰ σχο­λά­σα­νε καὶ θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο μι­σά­ω­ρο νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖς κόν­τρα στὰ τραν­τάγ­μα­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, τὰ μο­να­χι­κὰ σπρω­ξί­μα­τα καὶ τὸ μού­δια­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της μέ­ρας.

        Ἀ­πέ­ναν­τί μου, τσα­λα­κω­μέ­νος σα­ραν­τά­ρης κρα­τᾶ δί­λι­τρο μπου­κά­λι κό­κα-κό­λας, ἀ­νοι­χτό. Κά­θε λί­γο πί­νει μι­κρὲς γου­λι­ές. Ρεύ­ε­ται δυ­να­τά. Μὲ κοι­τά­ει στὰ μά­τια χα­μο­γε­λών­τας, θέ­λει νὰ προ­κα­λέ­σει, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­πο­στρο­φή, ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀρ­κεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει. Τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δω μό­νο μι­σὸ χα­μό­γε­λο. Τὸν λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ εἶ­μαι ἄ­δεια.

        Στὸ Μα­ρού­σι ἀ­νε­βαί­νει ἐμ­φα­νῶς εὐ­κα­τά­στα­τη κυ­ρί­α, ἑ­ξην­τά­ρα, στὴν τρί­χα. Κά­θε­ται δί­πλα του.

        — Δῶσ’ μου ἕ­να εὐ­ρὼ νὰ φά­ω κά­τι.

        Ἐ­νάν­τια στὶς προσ­δο­κί­ες μου —ἤ­μουν σί­γου­ρη πὼς θὰ μουρ­μού­ρα­γε κά­τι μὲ δυ­σφο­ρί­α γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γει— ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ καὶ ψά­χνει γιὰ τὸ εὐ­ρώ. Ὁ ἐ­παί­της μοῦ γε­λᾶ μα­νια­κά, καὶ μό­λις παίρ­νει τὸ κέρ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ τρα­γου­δᾶ δυ­να­τά, κα­θα­ρά, λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ. Μό­λις τε­λει­ώ­νει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο ρε­φρέν, ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ κοι­νοῦ, ἀ­πευ­θύ­νε­ται ξα­νὰ στὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —  Ἡ κό­κα-κό­λα κά­νει δύ­ο εὐ­ρώ.

        —  Δὲν κά­νει νὰ πί­νεις τό­ση κό­κα-κό­λα.

        — Λὲς γι’ αὐ­τὸ νὰ μὴν κοι­μᾶ­μαι;

        — Ἡ κό­κα-κό­λα ἔ­χει κα­φε­ΐ­νη, γι’ αὐ­τὸ ξα­γρυ­πνᾶς. Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;

        — Ἀ­π’ τὸ Και­νούρ­γιο. Ἔ­ξω ἀ­π’ τ’ Ἀ­γρί­νιο.

        — Καὶ τί κά­νεις ἐ­δῶ; Ἡ Ἀ­θή­να δὲν κά­νει, στὴν Ἀ­θή­να χά­νε­σαι, γύρ­να στὸ χω­ριό σου, ἀ­π’ τὸν Μάρ­τιο θά ‘ναι ὡ­ραῖ­α στὸ χω­ριό.

        — Ρω­τᾶς ἂν μὲ θέ­λουν;

        — Ποι­ὸς γο­νιὸς δὲν θέ­λει τὸ παι­δί του; Κι ἂν ποῦ­με μιὰ κου­βέν­τα πα­ρα­πά­νω ἐ­μεῖς οἱ γο­νεῖς τί ἔ­γι­νε; Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὸ γο­νιό.

        — Λέ­ει πὼς γυ­ρί­ζω στὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λη μέ­ρα.

        Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν στὰ Πε­τρά­λω­να. Περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δε­ξί μου πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἕ­να δά­κρυ. Μου­τζου­ρώ­νει τὸ βαμ­μέ­νο βλέμ­μα τῆς μαν­τάμ. Τὸ ἀ­να­ζη­τῶ, θέ­λω νὰ πεῖ κά­τι.

        — Τό­σο θά ’­ταν κι ὁ γιός μου, ψι­θυ­ρί­ζει. Ἄ­τι­μο πρά­μα.

        Φτά­νου­με Ταῦ­ρο. Θὰ πε­ρά­σουν μέ­ρες γιὰ νὰ δρα­πε­τεύ­σω ἀ­πὸ τὸν σκο­πὸ τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ.

        Αὐ­τὴ ἡ δι­α­δρο­μὴ κο­στί­ζει ἀ­κρι­βά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο, ναυ­τι­λια­κὰ καὶ με­τα­φο­ρὲς στὸ ΤΕΙ Πει­ραι­ά, καθὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#3]


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

 

Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(1) στὸ μι­κρο­σκό­πιο:

ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν(*)

καὶ τὴ Λι­σα­βό­να


            In vivo


Μπραγ­κάν­ζα, Πορτογαλία


ΤΙΣ 7-8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 δι­ε­ξή­χθη στὴν Μπραγ­κάν­ζα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας τὸ Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Instituto Politécnico de Bragança μὲ τί­τλο Pequenos Transatlânticos: Microrrelatos nas duas franjas do oceano μὲ 39 συμ­με­τέ­χον­τες κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νί­α (22) καὶ τὴν Πορ­το­γα­λί­α (12). Στὸ συ­νέ­δριο ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ κι ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας(2) ὅ­πως αὐ­τὴ δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ στὶς δύ­ο ὄ­χθες τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὴ γλωσ­σο­κεν­τρι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τὴ σχέ­ση δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας/μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ τὴν ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας.

            Ἡ Maria Pilar Valero (Ἱ­σπα­νί­α) πα­ρου­σί­α­σε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα χρή­σι­μη, κρα­τι­κή, ψη­φια­κὴ πλατ­φόρ­μα NABEA, ἡ ὁ­ποί­α συγ­κεν­τρώ­νει σύγ­χρο­να ἱ­σπα­νι­κὰ κεί­με­να καὶ δι­ευ­κο­λύ­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἐκ­παι­δευ­τι­κοὺς σκο­ποὺς καὶ συγ­κρι­τι­κὲς με­λέ­τες γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, χά­ρη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς ἀ­νοι­χτῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς βά­σης δε­δο­μέ­νων. Ο Xa­quín Nú­ñez Sa­ba­rís (Πορ­το­γα­λί­α), κα­θη­γη­τὴς στὸ Universidade do Minho, ἵ­δρυ­σε μὲ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α μί­α πα­ρό­μοι­α πλατφόρμα ὅ­που κα­τα­γρά­φει καὶ συγ­κεν­τρώ­νει κεί­με­να, ἀλ­λὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, στη­ρί­ζον­τας δι­ε­θνεῖς συ­νέρ­γει­ες ἱ­σπα­νό­φω­νων με­λε­τη­τῶν, ἐκ­δο­τῶν, ἀν­θο­λό­γων καὶ συγ­γρα­φέ­ων.

            Ἡ ἕ­ξη τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας νὰ συ­νά­πτει σχέ­σεις μὲ ἄλ­λα κα­θι­ε­ρω­μέ­να εἴ­δη ἀ­πα­σχό­λη­σε ὁ­μι­λη­τὲς ὅ­πως ἡ Alexia Dotras Bravo (Πορ­το­γα­λί­α), ἡ ὁ­ποί­α σκι­α­γρά­φη­σε τὴ σχέ­ση μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ – ὑ­βρι­δι­σμοῦ. Ἡ Ra­quel de la Var­ga Lla­ma­za­res (Ἱ­σπα­νί­α), ἀ­νέ­δει­ξε τὰ ρευ­στὰ ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση, τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ δι­ή­γη­μα πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Anto­nio Pe­re­ira (1923-2009).

            Ἐ­πι­χει­ρή­θη­καν δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις ἀ­νά­με­σα στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, ὅ­πως τοῦ Alberto Garcia Agui­lar (Ἱ­σπα­νί­α), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέρ­θη­κε στὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ μι­κρο­σε­νά­ρια τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ σου­ρε­α­λι­στῆ Ramón Gómez de la Serna (1888-1963). Στὸ πλαί­σιο πα­ρου­σί­α­σης ἐ­πι­φα­νῶν ἱ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν, οἱ Ἱ­σπα­νί­δες Lucía Lean­dro Her­nán­dez καὶ A­na Sanz Tor­de­sil­las προ­έ­βα­λαν τὴν πλού­σια ἐρ­γο­γρα­φί­α τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Ana Maria Shua καὶ τοῦ Ἱ­σπα­νοῦ Millás Juan José, ἀν­τί­στοι­χα.

            Στὴν πο­λι­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐν­τρύ­φη­σε ἡ Ἱ­σπα­νὴ Sara Losada Coca, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸ ¡Basta! (3) (Ὣς ἐ­δῶ!), τὸ κοι­νω­νι­κὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ξε­κί­νη­σε στὴ Χι­λὴ τὸ 2009, μὲ σκο­πὸ οἱ συμ­με­τέ­χου­σες γυ­ναῖ­κες νὰ γρά­ψουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἕ­ως 150 λέ­ξεις προ­κει­μέ­νου νὰ κα­ταγ­γεί­λουν καὶ νὰ κα­τα­πο­λε­μή­σουν τὴν ἐν­δο­οι­κο­γε­νεια­κὴ καὶ σε­ξι­στι­κὴ βί­α. Τὸ πρό­γραμ­μα κρί­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ κι ἀ­πέ­κτη­σε με­γά­λη δη­μο­τι­κό­τη­τα. Ἔ­κτο­τε συμ­με­τέ­χουν κι ἄλ­λες χῶ­ρες τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς (Πε­ροῦ, Ἀρ­γεν­τι­νή, Βρα­ζι­λί­α κ.ἄ.), ἔ­χει δι­ευ­ρυν­θεῖ θε­μα­τι­κὰ στο­χεύ­ον­τας στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας τό­σο στοὺς ἄν­τρες ὅ­σο καὶ στὰ παι­διὰ κι ἔ­χουν προ­κύ­ψει πολ­λὲς ἀ­ξι­ό­λο­γες ἀν­θο­λο­γί­ες.

           Τέ­λος, ἀρ­κε­τὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν πα­ρου­σί­α­ση ἰ­δι­αί­τε­ρων φω­νῶν, ὅ­πως αὐ­τὴ τῆς Ἰ­σπα­νί­δας Patricia Esteban Erlés. Τὴν πρω­τό­τυ­πη συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν της μὲ τί­τλο Casa de Muñecas (Κου­κλό­σπι­το), ἀ­νέ­λυ­σε ἡ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Micro­textua­li­da­des καὶ κα­θη­γή­τρια, Ana Calvo Revilla (Universidad San Pablo CEU, Μα­δρί­τη), ἡ ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χε καὶ στὸ ἑ­πό­με­νο συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

.

Σὲν Γκά­λεν, Ἑλβετία


ΣΤΙΣ 21-23 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο St. Gallen στὴν Ἐλ­βε­τί­α μὲ θέ­μα Vivir lo breve: na­no­fi­lo­lo­gía y mi­cro­for­matos en obras de arte, μὲ τὴ συν­δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ Universität Potsdam (Γερ­μα­νί­α), στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ 32 συμ­με­τέ­χον­τες ἀ­πὸ 13 χῶ­ρες ἐ­πί­σης ἑ­στί­α­σαν στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρα­γω­γή. Ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἐν­δε­λε­χὴς πα­ρου­σί­α­ση τῶν συ­σχε­τι­σμῶν τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης μὲ τὶς γρα­φι­κὲς τέ­χνες, τὴ μου­σι­κή, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀλ­λὰ καὶ τῆς πρω­το­φα­νοῦς βρα­χύ­τη­τας ποὺ ἐ­πι­βάλ­λουν καὶ καλ­λι­ερ­γοῦν στὴ γρα­πτὴ ἔκ­φρα­ση τὰ ψη­φια­κὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης.

            Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να τοῦ συ­νε­δρί­ου Yvette Sánchez στὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ὁ­μι­λί­α της ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι σύμ­φω­να μὲ πρό­σφα­τη ἔ­ρευ­να τῆς Mi­cro­soft (Κα­να­δᾶς, 2015) ἡ νέ­α γε­νιὰ (18-24 ἐ­τῶν) ἔ­χει ση­μει­ώ­σει μεί­ω­ση τοῦ χρό­νου προ­σο­χῆς στὰ 8 δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀ­πὸ 12 ποὺ ἦ­ταν τὸ 2000 καὶ ἀ­πὸ 9 ποὺ ἰ­σχύ­ει γιὰ τὸ θα­λάσ­σιο γέ­νος Κα­ράσ­σιος (τὸ εἶ­δος Carassius auratus), τὰ γνω­στά μας ὡς χρυ­σό­ψα­ρα. Οἱ ἀ­να­γνω­στι­κές μας συ­νή­θει­ες ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει σὲ με­γά­λο βαθ­μό. Ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῆς πλη­θώ­ρας τῶν ὑ­πέρ­μι­κρων ἀ­φη­γη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τῶν­ται τό­σο στὸ ἔν­τυ­πο ὅ­σο καὶ στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ἀ­πο­τε­λεῖ δε­δο­μέ­νο δι­ε­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν ποὺ με­λε­τοῦν τὸ με­τα­βα­τι­κὸ στά­διο ποὺ δι­α­νύ­ου­με πρὸς μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νοῦ.

            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Lauro Zavala, στὴν πρώ­τη, καὶ ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ συ­νε­δρί­ου, ἑ­στί­α­σε στὴ γε­νε­α­λο­γι­κὴ φύ­ση καὶ τὴν πι­θα­νὴ τυ­πο­λο­γί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταῖ­α δι­α­μορ­φώ­νε­ται καὶ με­λε­τᾶ­ται ἐν τῷ γί­γνε­σθαι, σὲ μί­α ἱ­στο­ρι­κὴ πε­ρί­ο­δο πού, του­λά­χι­στον στὶς δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιὰ τὰ δυσ­δι­ά­κρι­τα ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ νό­η­μα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ πο­λι­τι­σμι­κὰ συγ­κεί­με­να καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης φαί­νε­ται πὼς κα­τα­να­λώ­νει ἢ πι­στεύ­ει εὐ­κο­λό­τε­ρα τὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ ἀ­λή­θεια (ἢ/καὶ ἁ­πλῶς ἀ­πο­δέ­χε­ται τὴν ὕ­παρ­ξή της εἰς γνώ­σιν τοῦ ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­πί­πλα­στη), τὶς ψευ­δεῖς εἰ­δή­σεις, τὶς ἀ­νυ­πό­στα­τες καὶ ἀ­νού­σι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν τὸ δι­α­δί­κτυο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς του.

            Στὸ πα­ρα­πά­νω πλαί­σιο μὲ τὸν ὅ­ρο minificción πρό­τει­νε νὰ ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὸ νέ­ο εἶ­δος λό­γου τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ ἕ­να εὐ­ρὺ πε­δί­ο (εἰ­κό­να 1) καὶ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὰ βρα­χέ­α καὶ ὑ­περ­βρα­χέ­α ρη­μα­τι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὡς μέ­σο ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τους με­μο­νω­μέ­να ἢ/καὶ συν­δυ­α­στι­κὰ μὲ τὸ λό­γο (discourse), τὴν εἰ­κό­να, τὸν ἦ­χο, τὸ θέ­α­τρο, τὴ μου­σι­κή, τὸ χο­ρό, ἢ/καὶ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο μέ­σο ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς κι ἐ­φαρ­μο­σμέ­νες τέ­χνες, σὲ φυ­σι­κή, ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φή. Αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος φέ­ρει μί­α ἢ πολ­λὲς μυ­θο­πλα­στι­κὲς ἀ­λή­θει­ες, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς προσ­λαμ­βά­νου­σες τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

            Ἀ­πο­δε­χό­με­νοι αὐ­τὸν τὸν ὁ­ρι­σμὸ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τρεῖς τύ­πους minificción: (α) τὰ σύν­το­μα εἴ­δη ποὺ ἀ­να­πτύ­χθη­καν πρὶν τὸν 20ο αἰ. (ὅ­πως ἡ πε­ζο­ποί­η­ση ἢ τὸ χα­ϊ­κού), (β) τὰ κα­θι­ε­ρω­μέ­να ὡς δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη, ὅ­πως τὸ δο­κί­μιο καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ στὶς (ὑ­περ)βρα­χεῖ­ες ἐκ­δο­χές τους, καὶ (γ) τὶς ὑ­περ­μι­κρὲς ἀ­φη­γή­σεις ποὺ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἐμ­πί­πτουν στὸ (δυ­τι­κὸ) λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να. Τὸ σύ­νο­λο αὐ­τῶν τῶν τε­λευ­ταί­ων μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ὁ­δη­γί­ες, ὁ­ρι­σμοὺς καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ μὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη λό­γου, κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δυ­νά­μει μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να ἐ­ὰν ἐγ­γρα­φεῖ ἐκ νέ­ου δη­λώ­νον­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ δι­ά­θε­ση (ἔ­στω μὲ στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτῆ­ρες) ἢ/καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς ὅ­πως τὸ παι­χνί­δι, ἡ εἰ­ρω­νεί­α, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α(4).

            Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε ὁ Zavala ὁ ὅ­ρος microficción (τὸν ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ συ­νώ­νυ­μό του ἀγ­γλι­κοῦ microfiction) μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ ὅ­ρος minificción (προ­τεί­νει τὸν ὅ­ρο minifiction καὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ) σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πέρ­μι­κρο κεί­με­νο. Ἡ βρα­χύ­τη­τα μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­σο (π.χ. γλώσ­σα) ἢ μορ­φὴ (π.χ. φι­λο­σο­φι­κὸς στο­χα­σμὸς) ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ ὅ­ρους σύν­θε­σης, νύ­ξης κι ἔλ­λει­ψης, οὖ­σα ταυ­τό­χρο­να με­τα­φο­ρι­κὴ καὶ με­τω­νυ­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θυ­μη­τι­κὴ φύ­ση τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν μέ­σων ἢ μορ­φῶν, ἐ­φό­σον αὐ­τὰ δευ­κο­λύ­νουν τὴν πα­ρά­λει­ψη τῶν εὐ­κό­λως ἐν­νο­ου­μέ­νων. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­κραί­ας ἀ­φαί­ρε­σης ὁ βαθ­μὸς ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας τεί­νει νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γος μὲ τὴν (κει­με­νι­κὴ) ἔ­κτα­ση καὶ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πα­ρα­πά­νω ἀ­φη­γη­μα­τι­κῶν τε­χνι­κῶν, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ὑ­βρι­δι­σμοῦ.


Εἰκόνα 1. ‘Aπὸ τὴν ἀνακοίνωση τοῦ Lauro Zavala


            Ὁ Με­ξι­κα­νὸς Fernando Sánchez Clelo, πα­ρου­σί­α­σε μί­α τυ­πο­λο­γί­α τῆς ὑ­βρι­δι­κῆς, εἰ­ρω­νι­κῆς, μὴ μυ­θο­πλα­στι­κῆς γρα­φῆς. Ὁ Πε­ρου­βια­νὸς Ary Malaver, ἑ­στί­α­σε στὴ με­τε­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πέρ­μι­κρης ἀ­φή­γη­σης στὶς ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ὅ­σο δὲ δι­α­τα­ράσ­σε­ται ἡ σχέ­ση ση­μαί­νον­τος/ση­μαι­νο­μέ­νου καὶ τὸ μή­νυ­μα δι­α­βι­βά­ζε­ται ἔ­στω καὶ μὲ πρω­το­φα­νῆ βρα­χύ­τη­τα, παύ­ει ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­λυ­τι­κῆς δι­α­τύ­πω­σης μιᾶς ἰ­δέ­ας. Ὁ Karlos Linazasoro, ἀ­πὸ τὴ Βα­σκι­κὴ Guipuzkoa, δι­ά­βα­σε με­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα μικροθεάτρου. Ὁ Jordi Masó Rahola, ἀ­πὸ τὴ Βαρ­κε­λώ­νη, ἐν­τό­πι­σε τὴν ἰ­δέ­α τῆς βρα­χύ­τη­τας ἀ­κό­μα καὶ στὸ ἔρ­γο τοῦ Μπε­τό­βεν. Ἡ Ana Merino, Ἱ­σπα­νί­δα ὑ­πό­τρο­φος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Iowa, πα­ρου­σί­α­σε χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ γρα­φι­κά, κό­μικς, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ δείγ­μα­τα ὀ­ξύ­πνο­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου μὲ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τας. Στὸν πα­ρα­κά­τω πί­να­κα συγ­κέν­τρω­σε με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἀμ­φι­λε­γό­με­να εἴ­δη ἐλ­λει­πτι­κοῦ λό­γου ποὺ συ­ναν­τᾶ­με κα­θη­με­ρι­νά: ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς καὶ τὰ μη­νύ­μα­τα κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας καὶ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ἕ­ως τὶς φω­νη­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις τοῦ ὀρ­γα­σμοῦ (fonética del orgasmo).


Εἰκόνα 2. Ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Ana Merino.


            Δείγ­μα­τα γρα­φῆς τους ἀ­νέ­γνω­σαν συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Azucena Ro­drí­guez (Με­ξι­κό), Lorena Escudero (Ἀγ­γλί­α), Diego Muñoz Valenzuela (Χι­λή), Ju­lia Otxoa (Ἱ­σπα­νί­α), Maria Gu­tiér­rez (Κα­νά­ριοι Νῆ­σοι), Rafael Ángel Her­ra (Κό­στα Ρί­κα), Teresa Ro­drí­guez Roca (Βο­λι­βί­α), Esther Andra­di (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες καὶ Βε­ρο­λί­νο), Raúl Bras­ca (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες) καὶ Gem­ma Pel­licer (Ἱ­σπα­νί­α). Πα­ρου­σι­ά­στη­καν πο­λυ­σχι­δεῖς καλ­λι­τέ­χνες ποὺ δι­α­κρί­νον­ται γιὰ τὶς λα­κω­νι­κὲς μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις τους, τὴ στι­χουρ­γί­α καὶ τὴ σκη­νι­κὴ πα­ρά­στα­ση, ὅ­πως ἡ Ajo (Μα­δρί­τη), ἡ DJ Judit Farrés (Βαρ­κε­λώ­νη) καὶ οἱ Clara Brunet καὶ Victor Soares (Βα­σι­λεί­α), οἱ ὁ­ποῖ­οι τρα­γού­δη­σαν πο­λὺ σύν­το­μες ἄ­ρι­ες.

            Ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νες ἀ­να­κοι­νώ­σεις ἑ­στί­α­σαν στὸ εἶ­δος λό­γου ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μέ­σω τοῦ Τwitter (Paulo Gatica), στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τας (Ana Calvo Revilla), στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­σή μας μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πρόσ­λη­ψη τῶν δι­α­δι­κτυα­κῶν μι­μι­δί­ων (Javier Ferrer) καὶ στοὺς συγ­χρω­τι­σμοὺς τῆς ἱ­σπα­νό­φω­νης-γαλ­λό­φω­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Laura Eugenia Tudoras). Ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἔρ­γο ἱ­σπα­νό­φω­νων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Marina Colosanti, ὁ Pablo García Casado, ὁ Eduardo Scala, ἡ Cristina Peri-Rossi καὶ ἡ Julia Otxoa.

            Ὁ Camilo Franco πα­ρου­σί­α­σε τὴ δι­κή του Ποι­η­τι­κὴ τῆς βρα­χύ­τη­τας. Οἱ Stella Maris Poggian καὶ Ricardo Haye (Ἀρ­γεν­τι­νή), ἀ­να­φε­ρό­με­νοι στὰ graffiti ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Μά­η τοῦ ΄68 στὸ Πα­ρί­σι, τό­νι­σαν τὸ συν­δυα­σμὸ βρα­χύ­τη­τας – εὐ­φυί­ας – κρι­τι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς πρα­κτι­κῆς καὶ τὴ δυ­να­μι­κὴ ποὺ ἀ­πο­κτᾶ μὲ τὴν εἰ­κό­να. Ἡ Irene An­drés-Su­á­rez (Ἑλ­βε­τί­α) ἀ­νέ­δει­ξε μι­κρο­α­φη­γή­σεις αὐ­τό­νο­μων Βά­σκων, ἐ­νῶ ἡ Francisca Noguerol (Σα­λα­μάν­κα) τὴν ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­α τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

            Τὸν κύ­κλο ἐρ­γα­σι­ῶν ἔ­κλει­σε ὁ Ottmar Ette ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τῶν συν­δι­ορ­γα­νω­τῶν τοῦ συ­νε­δρί­ου καὶ ἱ­δρυ­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Να­νο­φι­λο­λο­γί­ας(5). Ἀ­να­φέρ­θη­κε στὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γὴ βλα­κεί­ας στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ ψη­φια­κὴ σφαί­ρα (Intelligent Production of Stupid ThinkingiIPST) κι ἑ­στί­α­σε στὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς σχέ­σης πο­λι­τι­κῆς/να­νο­φι­λο­λο­γί­ας: ἐ­ὰν δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α πάν­το­τε δι­έ­θε­τε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ὀν­τό­τη­τα ὥ­στε νὰ ἐκ­φέ­ρει καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὸν πο­λι­τι­κὸ λό­γο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρα­κτι­κή, στὸν 21ο αἰ., κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­κλυ­ζό­μα­στε ἀ­πὸ ὀ­ξύ­μω­ρα συμ­πλέγ­μα­τα ὅ­πως ὑ­πέρ­με­τρη εὐ­φυί­α καὶ ὑ­πέρ­με­τρη ἀ­νο­η­σί­α, εὐ­ή­θεια, μω­ρί­α, ἢ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἀ­λή­θεια καὶ ψεῦ­δος σὲ ἕ­να ἀρ­κε­τὰ ἐ­πί­πλα­στο δη­μο­κρα­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐ­πα­νε­ξε­τά­σου­με τὶς δυ­να­τό­τη­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ νὰ τὴν ὠ­θή­σου­με πρὸς τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α.

            Κα­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ἡ ἐ­πι­κεί­με­νη ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν του κα­θὼς καὶ οἱ δύ­ο ἑ­πό­με­νοι σταθ­μοί του: Λί­μα (2020) καὶ Μα­δρί­τη (2022).

.

            In vitro


Λισαβόνα, Πορτογαλία


ΣΤΙΣ 27-30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τὸ 15ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Ἀγ­γλό­φω­νου Δι­η­γή­μα­τος στὴ Λι­σα­βό­να μὲ τί­τλο Beyond History: The Ra­di­ance of the Short Sto­ry. Συμ­με­τεῖ­χαν πε­ρὶ τοὺς 150 ἐ­ρευ­νη­τές, πα­νε­πι­στη­μια­κοὶ καὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἠ­πεί­ρους. Οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις καὶ οἱ στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ξε­πέ­ρα­σαν τὶς 300, μὲ με­λέ­τες πε­ρί­πτω­σης ἀ­πὸ τὴν Τα­ϊ­βάν, τὸ Ἀφ­γα­νι­στάν, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Καμ­πό­τζη, ἕ­ως τὴ Σκαν­δι­να­βί­α καὶ τὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α(6). Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος (short story στὴν ἀγ­γλι­κὴ) ὡς κα­θι­ε­ρω­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὰ καὶ δι­α­πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­λύ­πτον­τας σχε­δὸν τὸ σύ­νο­λο τῶν ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν πε­δί­ων κι ἐ­ρω­τη­μά­των, σὲ δι­α­χρο­νι­κὸ καὶ συγ­χρο­νι­κὸ ἄ­ξο­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἀ­πὸ κει­με­νο­κεν­τρι­κές, ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ φι­λο­σο­φι­κὲς κρι­τι­κές, ἕ­ως καὶ συ­ζη­τή­σεις γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κό­σμου, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ εὐ­νο­ή­σει τὸ δι­ή­γη­μα χά­ρη στὴ συν­το­μί­α καὶ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τά του.

            Τὸ storytelling πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ πλῆ­θος ὁ­μι­λη­τῶν ὡς μιὰ ἀ­στεί­ρευ­τη πη­γὴ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Rebecca Hill (UCLA), ἐ­ξέ­τα­σε τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­τι­κὴ ἔν­δει­ξη τῆς ἀλ­λα­γῆς τοῦ ρό­λου τῆς ἀ­φή­γη­σης σή­με­ρα (ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση, στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα ὡς κα­τά­στα­ση) καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­σώ­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ­σα στὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο κό­σμο μας μὲ τὴ ρομ­πο­τι­κὴ καὶ τὴ μο­να­δι­κό­τη­τα (Singularity) τῆς τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης νὰ τεί­νουν νὰ ξε­πε­ρά­σουν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη.

            Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α(7) πα­ρου­σι­ά­στη­κε πλή­ρως ἐν­σω­μα­τω­μέ­νη στὸ δι­ε­θνῆ δι­ά­λο­γο ὡς νέο εἶδος, πι­στὸ στὴν ἀ­φή­γη­ση, τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς, τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὶς ἀ­να­προ­σαρ­μο­γές της ἀ­νὰ ἐ­πο­χὴ καὶ μὲ ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἐ­ξε­τά­στη­καν οἱ ἔν­νοι­ες τῆς βρα­χύ­τη­τας, τῆς συ­νο­χῆς καὶ τῆς κί­νη­σης τὶς ὁ­ποῖ­ες θέ­τει ὑ­πὸ νέ­α ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α τὸ δι­ε­θνὲς αὐ­τὸ φαι­νό­με­νο, κα­θὼς καὶ κεί­με­να, πρό­δρο­μοι, καὶ σύγ­χρο­νοι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς. Μό­λις ἐν­δει­κτι­κὰ ἀ­να­φέ­ρου­με τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς I­talo Cal­vino, Na­dine Gor­di­mer, Teolinda Gersão, Lydia Da­vis, Ro­bert Olen Butler, Han Kang, Neil Gai­man, Stuart Dy­bek καὶ τὶς δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὲς ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις δειγ­μά­των γρα­φῆς ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι (Girl), τῆς Jamaica Kincaid, ἢ τὸ Insect Wisdom τῆς Shady Cosgrove.

            Οἱ συγ­γρα­φεῖς Nuala O’ Conor (Ἰρ­λαν­δί­α), Sandra Jensen (Μ. Βρε­τα­νί­α) καὶ Tracey Slaughter (Ν. Ζη­λαν­δί­α) ἐ­πι­χεί­ρη­σαν τὴ με­θο­δο­λο­γι­κὴ κι ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τοῦ εἴ­δους σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς θε­μα­τι­κοὺς κύ­κλους μὲ τί­τλο Flash fiction in Method and Meaning.

            Ἡ O’ Conor ἀμ­φέ­βαλ­λε κα­τὰ πό­σο εἴ­μα­στε ἐκ­παι­δευ­μέ­νοι νὰ γρά­φου­με καὶ νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, πα­ρὰ τὴν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­γω­γή, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τῆς. Ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ­ται ὀ­ξύ­νοι­α, ἀ­πό­λυ­τη συγ­κέν­τρω­ση καὶ εὐ­ρυ­μά­θεια, εἰ­δι­κὰ στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­ψη­λοῦ βαθ­μοῦ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας καὶ συμ­πύ­κνω­σης νο­ή­μα­τος. Ἡ πρό­τα­σή της νὰ ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τὸ πῶς καὶ τὸ ποῦ θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ δι­α­βά­ζου­με αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος προ­κει­μέ­νου νὰ ἀν­τλή­σου­με τὸ μέ­γι­στό της ἀ­να­γνω­στι­κῆς τέρ­ψης, προ­έ­κυ­ψε ὡς ἀν­τε­πι­χεί­ρη­μα στὴν ἐ­σφαλ­μέ­νη ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἐ­πι­πό­λαι­α λε­κτι­κὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα στὸ σύ­νο­λό τους.

            Ἡ Jensen ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ με­θο­δο­λο­γι­κὸ καὶ τυ­πο­λο­γι­κὸ κε­νὸ ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ κα­λύ­ψου­με ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ κα­θο­ρι­σμὸ τοῦ εἴ­δους, ἐ­φό­σον πα­ρα­μέ­νουν δυσ­δι­ά­κρι­τες οἱ δι­α­φο­ρές του ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη λό­γου, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ καὶ μή, ὅ­πως τὸ μι­κρο-ψευ­δο-δο­κί­μιο ποὺ εὐ­δο­κι­μεῖ στὶς πλατ­φόρ­μες κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ἀ­νέ­λυ­σε τοὺς τρό­πους μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος στὶς ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες, το­νί­ζον­τας ὅ­τι ὁ κα­ται­γι­σμὸς τῶν εἰ­κό­νων ποὺ κα­λύ­πτουν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά της ἱ­στο­ρί­ας (τὶς λε­κτι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις) σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ μί­α τό­σο βρα­χεί­α κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, εἶ­ναι κρί­σι­μες πα­ρά­με­τροι γιὰ τὴ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­στρα­πια­ία αἴ­σθη­ση ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ ἀ­πο­κά­λυ­ψης κερ­δί­ζει πρω­τί­στως τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ στὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ἔν­το­να.

            Ἡ Slaughter τό­νι­σε τὸν ἔν­το­νο ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μὸ πολ­λῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­δω­σε στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας χι­λι­ε­τι­ῶν στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ ἀ­νά­γνω­ση ποί­η­σης. Ἑ­στί­α­σε ἐ­πί­σης στὴν ἐμ­πει­ρί­α μας ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμοὺς τοῦ (δυ­τι­κοῦ) μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τὴ μὴ-γραμ­μι­κὴ ἀ­φή­γη­ση ποὺ ἐν­το­πί­ζου­με στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, θε­ω­ρών­τας τη ὡς τὸ μο­να­δι­κὸ εἶ­δος ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει τό­σο ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ συ­νέρ­γειας συγ­γρα­φέ­α/ἀ­να­γνώ­στη, ὄ­χι μό­νο ὡς συμ­παῖ­κτες σὲ ἕ­να δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ καὶ ὡς συν­δη­μι­ουρ­γοὶ στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης μέ­σα σὲ ἕ­να μι­κρὸ κεί­με­νο-κό­σμο .

            Σὲ ἄλ­λες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ἀ­να­φέρ­θη­κε πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σή­με­ρα οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ πε­ρισ­σό­τε­ροι, κα­ταρ­τι­σμέ­νοι καὶ δι­ά­σπαρ­τοι δι­ε­θνῶς. Το­νί­στη­κε ὅ­τι ἀ­παν­τῶν­ται σὲ εὐ­ρύ­τε­ρη κλί­μα­κα ἐκ­φρα­στι­κὴ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου καὶ μέ­σα, ὑ­ψη­λὴ ἐ­πί­δο­ση ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, βελ­τί­ω­ση στὴν ἀ­πό­δο­ση τῆς χρο­νι­κό­τη­τας, μέ­σῳ τῆς ἔλ­λει­ψης(8) κι ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου(9), στοι­χεῖ­α ποὺ ἐν­τεί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ταυ­τό­χρο­νου (ἐγκυμονούσα στιγμή).

            Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς Leah McCor­mack, Sha­dy Cos­gro­ve καὶ Ro­bin McLean ἀ­νέ­φε­ραν ὅ­τι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ μό­νο ἄ­με­σο τα­ξί­δι στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο, καὶ μά­λι­στα τό­σο γρή­γο­ρο καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κό.

            Ἡ Jayne Anne Phillips ἑ­στί­α­σε στὸ συν­δυα­σμὸ ρευ­στό­τη­τας, δύ­να­μης καὶ συμ­πύ­κνω­σης στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ ἕ­να ἀ­πὸ 7 εργαστήρια πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ ποί­η­σης ποὺ δι­ε­ξή­χθη­σαν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου.

.


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις


ἡ ὀ­πτι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


Ο ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ ποὺ μά­στι­ζε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τὸν 20ὸ αἰ. ἔ­χει καταπολεμηθεῖ πε­ρί­που στὸ 90%. Στὸ ἴ­διο πο­σο­στὸ κυ­μαί­νε­ται καὶ ἡ πα­ρα­γω­γὴ γρα­πτοῦ λό­γου (discourse), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς γλωσ­σι­κὴ κι ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὴ πρα­κτι­κὴ κα­τα­κλύ­ζει τὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν καὶ τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν μας. Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς γρα­φῆς ἀ­παι­τεῖ ἐ­παυ­ξη­μέ­νη προ­σο­χὴ καὶ ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ, ἐ­νῶ καὶ οἱ δύ­ο ἐ­πι­τε­λοῦν­ται πλέ­ον τα­χύ­τε­ρα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι γρά­φουν καὶ δι­α­βά­ζουν ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α καὶ χά­ρη στὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη, ἔ­χουν καλ­λι­ερ­γη­θεῖ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­στρο­φί­α κι εὐ­φυ­ΐ­α. Ἀν­τί­θε­τα, ἴ­σως, μὲ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα, εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο νὰ προ­κλη­θεῖ ἡ προ­σο­χὴ τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ὥ­στε νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ. Ὄ­χι ὅ­μως ἀ­δύ­να­το.

            Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 750 λέ­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως ἡ κλί­μα­κά τους ἐ­πι­τρέ­πει νὰ χω­ροῦν στὸ μά­τι ἢ τὴν ὀ­θό­νη. Ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ προ­κα­λοῦν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ τὴν ὀ­πτι­κή, ἀ­κα­ρια­ία ἐ­πα­φή. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο δι­α­κυ­βεύ­ε­ται τὸ ἂν θὰ προ­κλη­θεῖ τὸ studium, τὸ γε­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη νὰ δι­α­βά­σει κά­τι σύν­το­μο κι ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ τοῦ ὄγ­κου πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ τὸν κα­τα­δι­ώ­κει. Στὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη ὀ­λι­γό­λε­πτη ἐ­πα­φή, κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­νά­γνω­σης, αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κυ­βεύ­ε­ται εἶ­ναι νὰ προ­κλη­θεῖ τὸ punctum (ἡ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ ξε­χω­ρί­ζει, «αὐ­τὸ ποὺ μὲ κεν­τᾶ»), ὅ­πως τὸ ὁ­ρί­ζει ὁ Roland Barthes στὸ Φω­τει­νὸ Θά­λα­μο. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἀ­να­λαμ­βά­νει ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου νὰ τέρ­ψει τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση εὐ­χα­ρί­στη­σης νὰ συ­νε­χι­στεῖ. Γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται στα­τι­στι­κά, ὄ­χι μό­νο στὴν ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τη ψη­φια­κὴ πα­ρα­γω­γή, ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἔν­τυ­πη: ἤ­δη τὸ 2012 τὰ με­ρί­δια τῶν ἐκ­δό­σε­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἦ­ταν τὸ 25,53% δι­ε­θνῶς, 59,57% γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ τὴ Λ. Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ 17,02% μό­νο γιὰ τὴν Ἱ­σπα­νί­α.

            Ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ πλέ­ον μὲ τὴν ἐ­πα­φή μας μὲ τὴν ὀ­θό­νη, κι ἐ­πὶ μα­κρὸν μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α, ἡ μι­κρὴ κλί­μα­κα στὴν ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ἡ συ­χνὰ ἀ­κραί­α ὀ­πτι­κό­τη­τά της συμ­βάλ­λουν στὴ συγ­κέν­τρω­ση ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ κα­τα­νό­η­σή της. Πλῆ­θος με­λε­τη­τῶν, ὅ­πως ἡ Ἱ­σπα­νί­δα I­re­ne Andrés Su­á­rez, καὶ συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Gra­ce Pa­ley, ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­παν­τή­σει στὸ πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ τε­λευ­ταί­α προ­τεί­νει «νὰ δι­α­βά­ζε­ται ὡς ποί­η­μα, δη­λα­δὴ ἀργά». Ἡ ἀ­φαί­ρε­σή της γο­η­τεύ­ει καὶ ἡ ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τά της δι­ε­γεί­ρει ἐγ­κε­φα­λι­κὲς συ­νά­ψεις ποὺ στα­μα­τοῦν τὸ χρό­νο καὶ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ παύ­ση κι ἐν­δο­σκό­πη­ση. Θε­ω­ρη­τι­κά, ἑ­πο­μέ­νως, ἡ εὔ­στο­χη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μπο­ρεῖ νὰ ἰ­δω­θεῖ καὶ ὡς ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­πο­χὴ τῶν ἀ­κραί­ων ἀν­τι­φά­σε­ων, τῆς τα­χύ­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτης ἀ­νο­η­σί­ας.

.

ἡ κοι­νω­νι­κό­τη­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας


ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ὁ­ρο­λο­γί­ας, με­θο­δο­λο­γί­ας, τυ­πο­λο­γί­ας καὶ πο­λι­τι­σμι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­μέ­νουν ἐκ­κρε­μῆ. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται, ὅ­μως, σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ ἄ­πο­ψή μου ὅ­τι ἡ μικρομυθοπλασία εἶ­ναι δί­κτυ­ο καὶ μέ­σο δι­κτύ­ω­σης. Σχε­δὸν πο­τὲ δὲν ἀ­παν­τᾶ­ται μό­νο του ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ εἴ­δους (συλ­λο­γές, ἀν­θο­λο­γί­ες, ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα, κ.λπ.) καὶ προ­φα­νῶς ἡ ὑ­πό­στα­σή της δι­α­μορ­φώ­νε­ται δι­α­κεί­με­νη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας ἐν γέ­νει, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἰ­δι­ο­φυί­α της, ἐ­φό­σον συ­νερ­γεῖ μὲ πλῆ­θος συγ­γε­νι­κῶν της εἰ­δῶν, δου­λεύ­ον­τας στὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὸ γε­νε­α­λο­γι­κὸ πεδίο (gen­re­felt) τῶν Δα­νῶν Brix­vold καὶ Jør­gen­sen καὶ τὰ πε­δί­α τῶν La­u­ro Za­va­la καὶ A­na Me­ri­no ποὺ εἴ­δα­με ἐ­δῶ. Αὐ­τὰ τὰ πε­δί­α δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ ἐ­πὶ μέ­ρους στοι­χεῖ­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες ἀμ­φί­δρο­μες σχέ­σεις ποὺ συ­νά­πτουν με­τα­ξύ τους, λει­τουρ­γών­τας ὡς δί­κτυ­α. Ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται με­ρι­κῶς ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ τὴν προ­σεγ­γί­σου­με ὡς πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο εἶ­δος μὲ τὴ συμ­βα­τι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου σύμ­φω­να μὲ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, ὅ­πως ὁ Με­ξι­κα­νὸς Yo­­ba­­ny de Jo­­sé Gar­­cía Me­di­na. Αὐ­τὸ τὸ δί­κτυ­ο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ἀ­να­πτύσ­σε­ται καὶ νὰ δρᾶ, λει­τουρ­γεῖ ὡς μαγ­μα­τι­κὸς θά­λα­μος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἢ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Ἐν­τός του συμ­βι­ώ­νουν ἁρ­μο­νι­κὰ μι­κρὰ ἢ/καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, ὅ­πως οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις (micronarratives) ποὺ ἔ­χει με­λε­τή­σει δι­ε­ξο­δι­κὰ ἡ κα­θη­γή­τρια Ἀλεξάνδρα Γεωργακοπούλου καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λε­ται δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὴ προ­σέγ­γι­ση. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να νέ­ο εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, σύν­το­νο μὲ τὶς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ση­μει­ώ­νον­ται στὴ λο­γι­κὴ τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ νὰ τεκ­μη­ρι­ώ­νει ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ ὅ­τι με­τὰ τὴν ποί­η­ση, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὸ 4ο εἶ­δος ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὸν πο­λύ­πλο­κο 21ο αἰ. (L. Zavala, A. I. Suarez, κ.α.)

.

.

Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

.


 

 

 

Οἱ Τρεῖς ὄπερες τσέπης τοῦ συν­θέ­τη Χά­ρη Βρόν­του (διά­ρκεια 14:19).


Ἡ με­λέ­τη (στὰ ἀγ­γλι­κὰ) ἀ­πὸ τὴ σο­λί­στ καὶ συν­θέ­τρια Σμα­ρῶ Γρη­γο­ριά­δου γιὰ τὰ Πρελούδια τοῦ Bach, τοὺς Λακωνικοὺς Ἀγγελιοφόρους.


Ἡ σύν­θε­ση 16 μου­σι­κῶν μι­νι­α­τού­ρων μὲ τί­τλο Short Liszt τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­πα­δά­κη (διά­ρκεια 54:00).


Ἡ σύν­θε­ση Spiegel im spiegel τοῦ Ἐ­σθο­νοῦ Arvo Pärt (διά­ρκεια 4:05).


Δύ­ο ἐκ­πρό­σω­ποι τῆς σύγ­χρο­νης μι­νι­μα­λι­στι­κῆς ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς μου­σι­κῆς: ὁ Γερ­μα­νὸς Nils Frahm (διά­ρκεια 8:19) καὶ ὁ Ἰσ­λαν­δὸς Ólafur Arnalds.

.

 

 

 

Ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη, Μου­σι­κὴ καὶ ἄλ­λα πε­ζά (1973 -1995), Πα­τά­κης, Ἀ­θή­να, 2014 .


Τὰ 50 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ «100 λέ­ξεις σὲ 24 ὧ­ρες» Μήνυμα σὲ μπουκάλι.


Τὸ πο­λυ­φω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη Ὡ­ρο­λο­για­κοὶ μη­χα­νι­σμοί (ἐ­πι­μέ­λεια Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξά­κης, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 2018) μὲ εἰ­κο­νι­κὰ ὑ­πο­κεί­με­να ἀ­πὸ 40 συν­τε­λε­στές του.


Ἡ δί­γλωσ­ση ἀν­θο­λο­γί­α ἱ­σπα­νό­φω­νου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Mini71Cuentos, (Ἐ­πι­λο­γὴ –Εἰ­σα­γω­γὴ –Ἐ­πι­μέ­λεια Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2012).


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο Ripening, (eds. Santino Prinzi and Alison Powell, Na­tio­nal Flash Fi­ction Day, Southampton, 2018) ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τὰ τὸν ἑ­ορ­τα­σμὸ τῆς National Flash Fiction Day στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου 2018. Στὴ φε­τι­νὴ συλ­λο­γὴ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο «Weekend in Waianae», τῆς Ἰ­ω­άν­νας Μαύ­ρου (Κύ­προς), ἡ ὁ­ποί­α μα­ζὶ μὲ τὸν φω­το­γρά­φο Θο­δω­ρὴ Τζα­λα­βρὰ ἵ­δρυ­σαν τὸ 2010 τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Book Ex Ma­chi­na, ὅ­που ἐκ­δί­δουν καὶ τὴ σει­ρὰ Matchbook Stories, βι­βλί­α στὸ μέ­γε­θος σπιρ­τό­κου­του.


Ἡ ἀν­θο­λο­γί­α κι­νε­ζι­κῶν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν (στὰ ἀγ­γλι­κά), The Pearl Ja­cket and Other Sto­ries: Flash Fiction from Con­tem­po­ra­ry Chi­na, Edited and Translated by Shouhua Qi, Stone Bridge Press, Berkeley, 2008.


Ἡ πραγ­μα­τεί­α τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ ἠ­θι­κοῦ φι­λο­σό­φου Harry G. Frankfurt, On Bullshit, Princeton University Press, 2005 (στὰ ἀγ­γλι­κά).

.


 

 

 

 

Τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Storytellling, μὲ τί­τλο Story 2018 στὶς 20-21 Σε­πτεμ­βρί­ου 2018, στὸ Nashville, Η.Π.Α.

.


 

 

Flash Fiction 400 – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς ἀ­πὸ τὸ TSS, τὸν ἱ­στό­το­πο τοῦ Cambridge Short Story Prize.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 15.9.2018.

Συμ­με­το­χή: £5

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 400


Flash Fiction Award – Δι­ε­θνὴς δι­α­γω­νι­σμὸς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πὸ τὸ Bath Flash Fiction Award.

Γλώσ­σα: Ἀγ­γλι­κή.

Προ­θε­σμί­α ὑ­πο­βο­λῆς: 14.10.2018

Συμ­με­το­χή: £9 (- 18£)

Ὅ­ριο λέ­ξε­ων: 300

Σε­πτέμ­βριος, 2018

(*) Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν Dr. Lauro Zavala γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συμ­βο­λή του καὶ τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ μᾶς ἔ­στει­λε ἀ­πὸ τὸ 10ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ St. Gallen.


Ση­μει­ώ­σεις
            (1) Δι­α­τη­ρῶ παν­τοῦ το γε­νι­κὸ ὅ­ρο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς συ­νώ­νυ­μο τῶν ὅ­ρων microfiction, flash fiction, minificción λό­γῳ τῆς ἐκ­κρε­μό­τη­τας ποὺ συ­νε­χί­ζει νὰ ὑ­φί­στα­ται δι­ε­θνῶς ὡς πρὸς ἕ­ναν κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὅ­ρο καὶ ὁ­ρι­σμὸ γιὰ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να.
            (2) Οἱ ὅ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς: microrrelato, microcuento, microfiction, minificción, narrativa hiperbreve, microconto, microficçao (μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­τί­στοι­χα στὰ πορ­το­γα­λι­κά), short fiction, micronarrativas. Πα­ρό­μοι­α πο­λυ­φω­νί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καὶ στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἐλ­βε­τί­α.
            (3) Ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα ἐδῶ καὶ στὴ με­λέ­τη τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς Miriam N. Di Gerónimo, κα­θη­γή­τριας στὸ Universidad Nacional de Cuyo.
            (4) Με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α: Ὅ­ρος ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς W. Gass τὸ 1970. Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὶς και­νο­το­μί­ες στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Κύ­ριος πρό­γο­νος θε­ω­ρεῖ­ται ὁ Tristram Shandy καὶ σύγ­χρο­νοι ἐκ­πρό­σω­ποι οἱ Donald Barthelme, Christine Brooke-Rose, Antonia Byatt, John Fowels, Doris Lessing, Thomas Pynchon, κ.ἄ., ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος δι­ευ­ρύν­θη­κε γιὰ νὰ πε­ρι­λά­βει καὶ ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως οἱ Italo Calvino, Jorge L. Borges καὶ Julio Cortázar. Ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε ὅ­πως τὸ γαλ­λι­κὸ nouveu roman (νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα) καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ ἀν­τί­στοι­χη πα­ρά­δο­ση στὴν ἀ­φή­γη­ση στὸ ἀγ­γλο-α­με­ρι­κα­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς τρό­πους ἔκ­θε­σης τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, τῆς ἀ­λη­θο­φά­νειας καὶ τῆς κει­με­νι­κο­ποί­η­σης τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βά­σεις τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, τὶς ἐκ­φάν­σεις τοῦ με­τα­μον­τερ­νι­σμοῦ καὶ τῆς αὐ­το­συ­νεί­δη­σης τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν αὐ­στη­ρὴ δι­ά­κρι­ση μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἱ­στο­ρί­ας κι ἐ­πι­τί­θε­ται στὴ γλώσ­σα καὶ τὶς συμ­βά­σεις τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Ἡ με­τα­μον­τερ­νι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴ μορ­φι­κὴ ἐ­πι­τή­δευ­ση, ἀλ­λὰ τὴ σύν­θε­ση μι­κρῶν ἑ­νο­τή­των μὲ τὸ μέ­γε­θος μιᾶς ἢ δύ­ο πα­ρα­γρά­φων ἀ­πο­δο­μών­τας τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς καὶ χρο­νι­κῆς συ­νέ­χειας. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α κα­τα­φεύ­γει σὲ μορ­φι­κὲς ἐ­πι­νο­ή­σεις, εὐ­φυ­εῖς τε­χνι­κές, ἀ­κό­μα καὶ τυ­πο­γρα­φι­κὰ τε­χνά­σμα­τα, γιὰ νὰ ἐ­πι­τεί­νει τὴ γο­η­τεί­α τοῦ κει­μέ­νου. Δι­α­τα­ράσ­σει τὴν αἰ­τια­κὴ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α τῶν γε­γο­νό­των, ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­φή­γη­σης κι ἐν­τεί­νει τὴν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα μὲ τὴν ἄ­με­ση ἔκ­θε­ση τῆς συγ­γρα­φι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, τὴ χρή­ση τῆς πα­ρω­δί­ας, τῆς πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ας καὶ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ παι­χνι­διοῦ τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ πα­θη­τι­κὸς δέ­κτης γί­νε­ται συ­νερ­γὸς στὸ παι­χνί­δι τῆς ἀ­φή­γη­σης καὶ ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­έ­να­η δι­α­δι­κα­σί­α ἀ­πο­δό­μη­σης κι ἐ­πα­να­σύν­δε­σης, ἀ­φε­νὸς συν­τε­λεῖ στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση πὼς τό­σο ὁ ρό­λος καὶ ἡ λο­γι­κή τῆς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ τέρ­ψη με­τα­βάλ­λον­ται δια­ρκῶς καὶ κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ κεί­με­να καὶ ἀ­φε­τέ­ρου στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ πὼς ἡ μυ­θο­πλα­στι­κὴ σύν­θε­ση καὶ ἡ πρόσ­λη­ψή της εἶ­ναι πο­λι­τι­σμι­κὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. (Τζι­ό­βας Δη­μή­τρης, Ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς καὶ ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, στὸ Με­τὰ τὴν αἰ­σθη­τι­κή, Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 2003, σ.σ. 285-300.) Ἂν καὶ ἐν­το­πί­ζε­ται σὲ πολ­λὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ κα­θο­ρι­στι­κὸ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της.
            (5) Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ Να­νο­φι­λο­λο­γί­α ἐδῶ κι ἐδῶ, ὅ­που συγ­κε­κρι­με­νο­ποι­εῖ­ται ἡ προ­γραμ­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση τοῦ ἱ­δρυ­τῆ της, Ottmar Ette, νὰ συμ­πρά­ξουν ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τὶς θε­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, προ­κει­μέ­νου ἡ ἐ­πι­στή­μη τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ἀ­να­λά­βει τὸ ρό­λο μιᾶς ἐ­πι­στή­μης τῆς ζω­ῆς (la ciencia de la literatura como ciencia de la vida).
            (6) Ἡ Χα­ρί­κλεια Ζήν­γκου, κα­θη­γή­τρια στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο, ἦ­ταν ἡ μό­νη Ἑλ­λη­νί­δα ποὺ συμ­με­τεῖ­χε. Πα­ρου­σί­α­σε τὶς θε­ω­ρη­τι­κὲς ἐν­στά­σεις της ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ τοῦ Peter Lecouras στὸ ἄρ­θρο του “Hemingway in Constantinople” ὅ­τι ὁ Hemingway δι­α­τή­ρη­σε σω­βι­νι­στι­κὴ καὶ με­ρο­λη­πτι­κὴ στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Ἕλ­λη­νες στὸ δι­ή­γη­μά του «Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης» (1η ἔκ­δο­ση τὸ 1925 μὲ τί­τλο «On the Quai at Smyrna»), ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τὸ γε­νι­κὸ τί­τλο Στὴν ἐ­πο­χή μας (In Our Times, 1930). Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα βα­σί­ζε­ται στὴ βι­ω­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Hemingway ὡς πο­λε­μι­κοῦ ἀν­τα­πο­κρι­τῆ τῆς κα­να­δι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Toronto Star κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κοῦ πο­λέ­μου (1919 -1922) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ὁ­μό­τι­τλη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του: Στὴν προ­κυ­μαί­α τῆς Σμύρ­νης (μτφ. Σύρ­μου-Βε­κρῆ Βά­νια, Ἐκ­δό­σεις Μπι­λιέ­το, Ἀ­θή­να, 2016).
            (7) Οἱ ὄ­ροι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ἦ­ταν μὲ αὔ­ξου­σα σει­ρὰ οἱ ἑ­ξῆς: flash fiction, microfiction, short-short story, τοὺς ὁ­ποί­ους θε­ω­ρῶ ὡς συ­νώ­νυ­μούς της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.
            (8) Ὁ G. Genette γιὰ τὴ με­λέ­τη τοῦ χρό­νου στὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο δι­α­κρί­νει τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ὀρ­γά­νω­σής του: τὴν τά­ξη ἢ σει­ρά, τὴ διά­ρκεια καὶ τὴ συ­χνό­τη­τα. Διά­ρκεια εἶ­ναι ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὴ χρο­νι­κὴ διά­ρκεια τῶν γε­γο­νό­των στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ στὴν ἔ­κτα­ση ποὺ κα­τα­λαμ­βά­νει ἡ ἀ­φή­γη­σή τους μέ­σα στὸ κεί­με­νο. Ἡ ἔ­κτα­ση κά­θε γε­γο­νό­τος μέ­σα στὸ κεί­με­νο κα­θο­ρί­ζει τὸν ρυθ­μὸ ἢ τὴν τα­χύ­τη­τα τῆς ἀ­φή­γη­σης. Ἔλ­λει­ψη: μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ρυθ­μοῦ ἢ τα­χύ­τη­τας (σκη­νή, ἔλ­λει­ψη, πε­ρί­λη­ψη ἢ σύ­νο­ψη καὶ παύ­ση). Λει­τουρ­γεῖ στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ ἱ­στο­ρί­ας καὶ ἀ­φη­γή­μα­τος. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἐ­πι­τα­χύ­νει τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἀ­φή­γη­σης, μὲ τὸ νὰ πραγ­μα­το­ποι­εῖ χρο­νι­κὰ ἅλ­μα­τα, ἀ­πο­σι­ω­πών­τας ἐ­πι­λε­κτι­κὰ τμή­μα­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση τῆς ὁ­λο­κλή­ρω­σης τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς πρά­ξης σὲ ἕ­να ἀ­στρα­πια­ῖο ἄ­νοιγ­μα καὶ κλεί­σι­μο στὸ χρό­νο.
            (9) Ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ χρό­νο τοῦ κει­μέ­νου θε­ω­ρεῖ­ται εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­ση­μά­νει ἤ­δη ὁ William Nelles.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.


Προηγήθηκαν:
Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)
καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).
Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα.
καὶ
Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.