Ἀντώνης Παπαβασιλείου: Τὸ ξυπνητήρι


Ἀν­τώ­νης N. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι


ΗΣ ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΓΙΑΣΕΙ τὰ δά­κτυ­λα. Τὸ νε­ρό, πα­γω­μέ­νο, ἔ­κα­με χω­ρά­φι στὰ χέ­ρια της. Ξη­μέ­ρω­νε Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­τοί­μα­σε τὰ φύλ­λα τῆς πί­τας. Ἀ­λευ­ρω­μέ­νος ὁ κλώστης, τὴν κοίταγε μὲ ὑ­πο­μο­νή. Πι­στός.

         Με­τά, κα­λαμ­πό­κι στὶς κό­τες, ξύ­λα γιὰ τὴ φω­τιά. Ν’ ἀλ­λά­ξει μπο­τί­λια στὸ γκά­ζι.

         Θυ­μή­θη­κε, ἀ­νά­βον­τας τὸ φυ­τί­λι τῆς Πα­να­γιᾶς, τὴν ἀ­δελ­φή της. Χα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ ‘47. Μνήσθη­τι Κύ­ρι­ε. Κά­τω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι νὰ χα­θοῦν οἱ κα­κί­ες μας.

         Τὰ τσίγ­κια στὸ κα­τώ­γι πά­λι στά­ζαν. Ποι­ὸς νὰ τ’ ἀλ­λά­ξει; Ἔ­σφι­ξε τὴν μαν­τή­λα κι ἄρ­χι­σε νὰ φου­καλ­νάει. Τὸ δα­δὶ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ «Ἑλ­λη­νι­κὸ Βορ­ρᾶ». Εἶ­χε τὴ σει­ρά της, τὰ ἤ­θε­λε ὅ­λα στὴν ἀ­ρά­δα.

         Στὴν κά­μα­ρα κοι­μό­ταν ὁ ἐγ­γο­νός. Τὴν εἶ­χε βά­λει νὰ κλει­δώ­σει τὸ ρο­λό­ι μέ­σα στὰ σα­ΐσμα­τα, στὴν με­σάν­τρα. «Τ’ ἄ­τι­μο τὸ ξυ­πνη­τή­ρι» ἔ­λε­γε γε­λα­στός.

         Νὰ μπό­ρα­γε ἔ­τσι νὰ κλεί­δω­νε τὸν χρό­νο, νὰ τὸν κου­κού­λω­νε γιὰ τὰ κα­λά, νὰ τὸν σώ­παι­νε.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 709, 30-12-2016.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδο­νίας καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ.


Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: