Νότα Σεφερλῆ: Friend-ship



Νό­τα Σε­φερ­λῆ

Friend-ship


Α ΒΡΑΔΙΑ τὸ λι­μά­νι θυ­μί­ζει ται­νί­α τε­χνι­κο­λόρ. Στὸ βά­θος τὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὅ­λο καὶ σκο­τει­νιά­ζει ἀλ­λὰ πο­τὲ ἐν­τε­λῶς. Σὲ πρῶ­το πλά­νο τὰ φω­τα­γω­γη­μέ­να πλοῖ­α ἐν πα­ρα­τά­ξει, ἕ­τοι­μα πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση. Πρῶ­το σαλ­πά­ρει τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λα­τώ, μιὰ ἀρ­χόν­τισ­σα στὰ λευ­κὰ μὲ γε­ρὸ σκα­ρὶ πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρο­νά­κια της καὶ τὶς συ­χνὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ χέ­ρια τῶν εἰ­δι­κῶν.

       Ἐ­δῶ καὶ τό­σα βρά­δια ἡ ἴ­δια ται­νί­α. Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι περ­νᾶ τὴν πύ­λη Ε2 τοῦ λι­μα­νιοῦ, πάν­τα τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, λί­γο πρὶν τὶς ἐν­νιά. Ὁ ὁ­δη­γός του, μιὰ σκο­τει­νὴ ἀ­ξύ­ρι­στη φι­γού­ρα, παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι στὴν ἄ­κρη τοῦ μό­λου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸν φα­νὸ τῆς εἰ­σό­δου. Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­κού­γε­ται πά­λι ἡ ἴ­δια κα­σέ­τα· o κα­η­μὸς μιᾶς κρη­τι­κῆς λύ­ρας καὶ ἡ ἔν­ρι­νη φω­νὴ τοῦ τρα­γου­δι­στῆ. Ὁ ὁ­δη­γός, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ τι­μό­νι, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ νη­ο­πομ­πή. Πρῶ­το ἀ­να­χω­ρεῖ τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα Λα­τώ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ λι­μά­νι, ὁ ὁ­δη­γὸς βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει, κά­νει ἐ­πὶ τό­που στρο­φή, περ­νᾶ ξα­νὰ τὴν πύ­λη Ε2 καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο κα­φε­νεῖ­ο. Πα­ραγ­γέλ­νει ρα­κὶ ποὺ τὸ πί­νει ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­μί­λη­τος βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ πε­ρί­που μιὰ ὥ­ρα με­τά. Μπαί­νει στὸ σα­ρα­βα­λά­κι, βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει καὶ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι.

       Ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο βρά­δυ τὸ σε­νά­ριο τρο­πο­ποι­ή­θη­κε. Ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα ἔ­λει­πε – βρι­σκό­ταν, εἶ­παν, πα­ρο­πλι­σμέ­νη στὸ λι­μά­νι τῆς Σού­δας. Πολ­λὰ ἀ­κού­στη­καν: ὅ­τι ἀλ­λά­ζει γραμ­μή, ὅ­τι πά­ει γιὰ νέ­α ἐ­πι­σκευ­ή, μπο­ρεῖ καὶ γιὰ σκρὰπ – δὲ γλι­τώ­νει, εἶ­παν, τὸ δι­α­λυ­τή­ριο. Μό­νο ἐ­κεῖ­νος δὲ μί­λη­σε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο κι ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει βόλ­τες ἐ­κεῖ ποὺ ἄλ­λο­τε ἔ­δε­ναν καὶ ξέ­δε­ναν τὴν ἀρ­χόν­τισ­σα. Ἂν κά­ποι­ος πλη­σί­α­ζε θὰ τὸν ἄ­κου­γε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ναυ­τι­κὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα.

       «Πρό­σω δε­ξιά. Ἀ­ρι­στε­ρὰ μι­σὴ πλώ­ρη. Πα­ρα­πά­νω πλώ­ρη. Κρά­τει πλώ­ρη. Κρά­τει πρύ­μη. Μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριὸ – μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριό…»


       Ἦ­ταν, βλέ­πεις, δύ­σκο­λη στὶς μα­νοῦ­βρες. Μο­νο­τί­μο­νη μὲ μπα­τα­ρι­στὲς μη­χα­νές, ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε και­ρό, ζο­ρι­ζό­ταν νὰ πιά­σει ντό­κο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.


		
Advertisements

Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.


Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Νόρα Νατζαριάν: Ὁ ταχυδακτυλουργός


Νό­ρα Να­τζα­ριάν


Ὁ Τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ τὸν εἶ­δα στὸν κῆ­πο του, ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες καὶ ἔ­σκα­βε μὲ τὰ χέ­ρια του τὸ χῶ­μα, τὴν πη­χτὴ λά­σπη. Λὲς καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο ποὺ εἶ­χε χά­σει.

        Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός μου, σκέ­φτη­κα, κι ἂν ὁ κό­σμος ἦ­ταν τε­λι­κὰ δί­και­ος, ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ τρα­βοῦ­σε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα τὴν ἴ­δια του τὴ ζω­ὴ σὲ σχῆ­μα ἑ­νὸς κα­τά­λευ­κου λα­γοῦ. Τὸ δῶ­ρο ἑ­νὸς γεν­ναι­ό­δω­ρου Θε­οῦ, μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α, μιὰ πα­ρά­τα­ση. Καὶ θὰ τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα, ὅ­πως τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα μι­κρού­λα, ὅ­ταν στὰ γε­νέ­θλια μου ἔ­βγα­ζε κέρ­μα­τα ἀ­π’ τὴ μύ­τη του, λου­λού­δια πλα­στι­κὰ ἀ­π’ τὶς τσέ­πες του καὶ γέ­λια τραν­τα­χτὰ ἀ­π’­τὸ που­θε­νά.

        Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μιὰ φο­ρὰ μό­νο πα­ρα­μί­λη­σε στὸν ὕ­πνο του καὶ προ­σπά­θη­σε ν’ ­ἀ­να­ση­κω­θεῖ. «Ὁ κῆ­πος», μουρ­μού­ρι­σε σὰν στρι­φο­γύ­ρι­ζε. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά. «Ὁ κῆ­πος. Ρέ­να, φτιά­ξε τὴ βα­λί­τσα μου. Θὰ φύ­γω σύν­το­μα γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου».

***

Ὁ ἄν­τρας δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο καὶ περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα γορ­γὸ κα­τὰ τὸ μῆ­κος τῆς λί­μνης Κό­μο. Ἐ­δῶ στὸ μι­κρὸ Μπε­λά­τζιο, ὅ­που ἔ­φθα­σε μό­λις ψὲς τὸ βρά­δυ, ρου­φά­ει ἀ­χόρ­τα­γα τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διὰ τῆς ἄ­νοι­ξης, τὸ ἄ­ρω­μα τῆς φρέ­σκιας ζω­ῆς. Αὐ­τὲς οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τοῦ φέρ­νουν στὸ νοῦ κά­ποι­ες ἄλ­λες ἐ­πο­χές, μιὰ ἄλ­λη ὕ­παρ­ξη. Ἀ­γναν­τεύ­ει τὴ μα­γευ­τι­κή, γα­λή­νια λί­μνη καὶ τὸ βλέμ­μα του πέ­φτει στὸ βά­θος τοῦ ὑ­πέ­ρο­χου αὐ­τοῦ το­πί­ου, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­ψώ­νον­ται οἱ Ἄλ­πεις. Ὑ­πάρ­χω, σκέ­φτε­ται, καὶ ὑ­πῆρ­χα, κά­πο­τε, κά­που ἀλ­λοῦ. Αὐ­τὸς εἶ­ναι τώ­ρα ὁ κό­σμος μου κι ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὸς ὁ κό­σμος. Παν­τοῦ ὁ­λό­γυ­ρα, ἡ λί­μνη ἀν­τα­να­κλᾶ τὰ βου­νά. Εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε μέ­χρι στιγ­μῆς σ’­αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι. Ὄ­χι, ὄ­χι…, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε πο­τὲ στὴ ζω­ή του, μιὰ λί­μνη ὅ­πως λέ­με «ὄ­νει­ρο». «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;­» Χα­μο­γε­λά­ει. Ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τοῦ ὁ­λο­γά­λα­νου οὐ­ρα­νοῦ τοῦ δί­νει πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν αἴ­σθη­ση.

        Σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ ἔ­παυ­λη κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ ψη­λό­λι­γνα κυ­πα­ρίσ­σια, ἀ­πό­ψε, μπρο­στὰ σ’ ἕ­να με­γά­λο κοι­νό, ὁ ἄν­τρας θὰ κά­νει ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο θέ­α­μα τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας. Μέ­σα ἀ­πὸ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις ὁ ἄν­τρας θὰ ὁ­δη­γή­σει τὸ κοι­νό του στὸν κό­σμο τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων. Αἰ­ω­ρή­σεις, ἐμ­φα­νί­σεις, ἐ­ξα­φα­νί­σεις, ἀ­πί­στευ­τες ὀ­φθαλ­μα­πά­τες θὰ τοὺς μα­γέ­ψουν καὶ θὰ τοὺς ἐν­θου­σιά­σουν ὅ­λους. Δυ­να­τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα θὰ ἀ­πο­θε­ώ­σουν τὸν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γὸ μέ­χρι ποὺ θὰ φτά­σει ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­λή­θειας.

        Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ κα­θα­ρί­σει τὸ λα­ρύγ­γι του καὶ θὰ πεῖ: «Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ­ ’­θε­λα μο­νά­χα νὰ προ­σθέ­σω κά­τι. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος μί­α ὀ­φθαλ­μα­πά­τη. Αὐ­τὸς ποὺ βλέ­πε­τε δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ποὺ νο­μί­ζε­τε. Ἡ ζω­ή μας, φί­λοι καὶ φί­λες, εἶ­ναι ἕ­να με­γά­λο ψέ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν ὅ­λοι θὰ σᾶς κλαῖ­νε στὴν κη­δεί­α σας, σκυ­φτοί, χλω­μοὶ καὶ μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι, ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη πε­ρά­σει σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση, σὲ μιὰ ἄλ­λη, θαυ­μά­σια ὕ­παρ­ξη, ὅ­που δὲ θὰ σᾶς ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς πιά. Αὐ­τοὶ ποὺ σᾶς ἔ­χα­σαν θὰ σᾶς ψά­χνουν ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μά­ται­α, ἐ­νῶ ἐ­σεῖς θὰ ζεῖ­τε εὐ­τυ­χι­σμέ­να κά­που ἀλ­λοῦ. Μέ­χρι τό­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, θὰ ἔ­χε­τε πιὰ κα­τα­λά­βει τὸ κόλ­πο μὲ τὸν τε­μα­χι­σμὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς.»

***

— Ρέ­να, φτιά­ξε μου τὴ βα­λί­τσα. Θὰ φύ­γω γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου. Ἀ­πό­ψε θὰ πι­ῶ κρα­σὶ κόκ­κι­νο μέ­χρι νὰ με­θύ­σω.

        — Μὰ τί λὲς τώ­ρα πα­τέ­ρα; Ποι­ά βα­λί­τσα; Ποι­ό σμό­κιν;

        — Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί λέ­ω. Εἶ­σαι ἡ μό­νη ἐ­δῶ μέ­σα ποὺ μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ μὲ πεν­θοῦν αὔ­ριο, με­θαύ­ριο, τοῦ χρό­νου καὶ γιὰ πάν­τα. Ἐ­σὺ κο­ρί­τσι μου θὰ ξέ­ρεις, ἔ; Ἔ­τσι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος ὁ κό­σμος. Εἶ­ναι τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το τῆς ζω­ῆς ποὺ τὴν κά­νει τό­σο ὄ­μορ­φη, τό­σο μα­γι­κή… Χά­νεις, κερ­δί­ζεις, ζεῖς, πε­θαί­νεις …

        — Ὁ για­τρὸς εἶ­πε νὰ μήν…

        — Ὁ για­τρὸς νὰ πά­ει στὸν δι­ά­βο­λο… Καὶ δὲς τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ κόλ­πο μὲ τὸ κρα­σὶ ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται… Ἕ­να πο­τή­ρι με­τὰ ἀ­π’ τὸ ἄλ­λο, καὶ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα δι­α­φο­ρε­τι­κά. Τὴ νύ­χτα ὅ­λα γί­νον­ται ἕ­να, ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ δὲν ξε­χω­ρί­ζουν πιά.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο. Πα­ρό­λο ποὺ δὲ βλέ­πει τί­πο­τα, μὰ ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, μέ­σα στὸ ἀ­πέ­ραν­το σκο­τά­δι, περ­πα­τά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ σὰν τυ­φλός, κρα­τών­τας σφι­χτὰ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τὴν μι­κρή του βα­λί­τσα. Δὲ σκον­τά­φτει οὔ­τε μί­α φο­ρά. Καὶ μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τὴ ἡ­συ­χί­α, μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη μα­γεί­α τῆς νύ­χτας, κά­θε­ται γιὰ λί­γο κά­τω στὸ χῶ­μα. Τό­τε τὸν κυ­ρι­εύ­ει ξαφ­νι­κά τὸ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο συ­ναί­σθη­μα ὅ­τι τὸ σῶ­μα του ἀ­δειά­ζει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­πὸ αἷ­μα. Ὅ­τι τὸ αἷ­μα ποὺ κυ­λά­ει στὶς φλέ­βες του τὸ ρου­φᾶ­νε οἱ ρί­ζες τῶν δέν­τρων ποὺ φύ­τε­ψε πρὶν χρό­νια. Κι ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νό­ρα Να­τζα­ριά­ν (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε ξένες γλῶσσες καὶ γλωσσολογία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μάντζεστερ στὴν Ἀγ­γλί­α. Στὰ ἔρ­γα της δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ Κυ­πρια­κὸ πρό­βλη­μα καὶ τὴν ἀρ­μέ­νι­κη κα­τα­γω­γή της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κο­ρί­τσι, Λύ­κος, Ὀ­στά (διηγήματα, 2011). Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.


Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Ἰάσονας Μικρώνης: Τρομπόνι a tiro


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Τρομπόνι a tiro


Α ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΛΕΦΤΑ τὰ ἔ­βγα­λα ὡς τρομ­πο­νί­στας τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς τοῦ νη­σιοῦ στὶς κη­δεῖ­ες. Στὴ Φι­λαρ­μο­νι­κὴ βρέ­θη­κα μι­κρὸ κι ἀ­μού­στα­κο παι­δί, σχε­δὸν ἀ­κου­σί­ως, με­τὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τρο­πὲς τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά μοῦ τὴν πα­ρου­σί­α­σε ὡς μί­α κα­λὴ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ λύ­ση ἔ­ναν­τι τῶν σχο­λι­κῶν πα­ρε­λά­σε­ων. Κα­θό­τι οἱ ἐ­τή­σι­ες πα­ρε­λά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ἦ­ταν μό­λις δύ­ο, δὲν ὑ­πῆρ­χε πραγ­μα­τι­κὴ χρεί­α νὰ μά­θω ὁ­λό­κλη­ρο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ τὶς ἀ­πο­φεύ­γω. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸν και­ρὸ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­βρι­σκε κι ἄλ­λα και­νού­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἂν σή­με­ρα ἀ­κού­γον­ται φαι­δρά, τό­τε ἠ­χοῦ­σαν ἀρ­κούν­τως δε­λε­α­στι­κά: ἡ Φι­λαρ­μο­νι­κή, μοῦ ἔ­λε­γε, συ­νε­πά­γε­ται ἐκ­δρο­μὲς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἄ­φθο­νο πι­λά­φι καὶ ἐ­ξω­τι­κὰ οὐ­ρί. Οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μας ἔ­μελ­λε νὰ δι­αρ­κέ­σουν ἕ­να χρό­νο. Ἔ­πει­τα, μέ­χρι νὰ μοῦ φυ­τρώ­σει καὶ τὸ μου­στά­κι, φό­ρε­σα τὸ πη­λή­κιο τῆς μπαν­τί­νας.

        Τὸ χαρ­τζι­λί­κι πάν­τως στὶς κη­δεῖ­ες ἤ­τα­νε γε­ρό· ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ δέ­κα εὐ­ρὼ καὶ (ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­κά­στο­τε ἄ­τυ­χου πρω­τα­γω­νι­στῆ) μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε. Οἱ μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις δὲν πα­ρου­σί­α­ζαν ἰ­δι­αί­τε­ρη τε­χνι­κὴ δυ­σκο­λί­α, ἐ­μεῖς οἱ βα­ρύ­το­νοι του­λά­χι­στον παί­ζα­με κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν συ­νο­δευ­τι­κὸ ρό­λο. Τὰ τρομ­πό­νια ἔρ­χον­ταν στοὺς πί­σω ζυ­γούς, λί­γο μπρο­στύ­τε­ρα ἀ­π’ τὰ ταμ­ποῦ­ρα καὶ τὴ γκραν­κά­σα, καὶ ἡ χρή­ση τους πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς κι ἀρ­γοὺς ἀν­τι­χρο­νι­σμούς. Ἂν ὁ βη­μα­τι­σμός μας ἤ­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­χύς, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲ θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα, κι ἔ­τσι θὰ γλι­τώ­να­με καὶ τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη βρο­χὴ (κα­ται­γί­δα, ἐ­νί­ο­τε) ποὺ μᾶς ἔ­ραι­νε πα­τό­κορ­φα. Οἱ και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δυ­σχέ­ρα­ναν οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς τὴν ἄρ­τια ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων συν­θέ­σε­ων – οἱ βρο­χὲς μᾶς μου­λι­ά­ζα­νε τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες κι ὕ­στε­ρα οἱ ἀ­έ­ρη­δες μᾶς τὶς φυ­σοῦ­σαν μα­κριά. Ἐν τού­τοις, τὰ με­λω­δι­κό­τε­ρα πνευ­στά, ὅ­σοι δη­λα­δὴ ὁ­δη­γοῦ­σαν τὴν πομ­πή, εἶ­χαν καὶ μί­α ἐ­πι­πρό­σθε­τη ἔ­γνοι­α: τὶς θρη­νω­δί­ες τῶν κον­τι­νό­τε­ρων συγ­γε­νῶν. Οἱ φω­νὲς αὐ­τὲς ἤ­τα­νε τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κές, ἔ­λε­γαν, ποὺ κα­νο­νι­κὰ ὣς καὶ ἐ­πι­μί­σθιο βα­ρέ­ων καὶ ἀν­θυ­γι­ει­νῶν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­και­οῦν­ται. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε κη­δεί­α, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κτί­ριο τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­φή­σου­με τὰ ὄρ­γα­να, οἱ τρομ­πε­τί­στες, οἱ κλα­ρι­νε­τί­στες, οἱ ὀμ­πο­ΐ­στες κι οἱ λοι­ποὶ πνευ­στοὶ ποὺ ἐ­πω­μί­ζον­ταν τὴ με­λω­δί­α, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πάν­το­τε βου­βοὶ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νοι, καί, ἅ­μα μᾶς πε­τύ­χαι­ναν σὲ κα­νέ­να δι­ά­δρο­μο, μᾶς ἔ­ρι­χναν κά­τι πο­λὺ ἐ­πι­τι­μη­τι­κὲς μα­τι­ές. Δὲν ἤ­τα­νε καὶ λί­γοι πάν­τως αὐ­τοὶ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἂν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πλή­ρως ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸ γεν­ναῖ­ο μπο­να­μά, ἁ­πλού­στα­τα ἀ­πέ­φευ­γαν τὶς ἐν λό­γῳ ἐ­ξό­δους κι ὅ­λο κά­τι οἰ­κο­γε­νεια­κὸ προ­φα­σί­ζον­ταν.

        Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα ποὺ λί­γο-πο­λὺ ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­χου­νε πα­ρέλ­θει κι ἐ­γὼ βρέ­θη­κα καὶ πά­λι στὸ νη­σί, λέ­ω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου στὸ τρομ­πό­νι. Ὅ­σο φορ­τω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κι ἂν ἔ­χω, ὁ χρό­νος στὴν ἐ­παρ­χί­α κυ­λᾶ ἀλ­λι­ῶς, καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ μοῦ τυ­χαί­νουν κά­τι ἀ­πο­γεύ­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­χω τί νὰ τὰ κά­νω. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα αὐ­τὰ ρί­χνο­μαι πί­στο­μα στὸ κρε­βά­τι, σφη­νώ­νω τὸ ἐ­πι­στό­μιο στὸ στό­μα, καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ μέλ­λον μου στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πνευ­στό: ἴ­σως ἐ­πι­τέ­λους με­τα­πη­δή­σω ἀ­π’ τὸ τρομ­πό­νι μὲ κλει­διὰ στὸ τρομ­πό­νι a tiro, κά­τι ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ κά­νω ὡς ἔ­φη­βος, σκέ­φτο­μαι. Ἔ­τσι φεύ­γουν πολ­λὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα· σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἄ­κρα μου μου­διά­ζουν, νε­κρώ­νουν ἐν­τε­λῶς, οἱ ἀ­να­πνο­ὲς ἀ­ραι­ώ­νουν, τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σφυ­κτιᾶ κα­πα­κω­μέ­νο, θαρ­ρεῖς, κά­που μέ­σα. Προ­σπα­θῶ τό­τε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ξε­χα­στῶ, ν’ ἀ­να­κα­λέ­σω τὶς ζω­η­ρὲς με­λω­δί­ες τῶν ἐμ­βα­τη­ρί­ων τῶν ἐ­θνι­κῶν ἐ­πε­τεί­ων ἤ, του­λά­χι­στον, ἐ­κεί­νη τὴν νω­χε­λι­κὴ με­λω­δί­α τῶν λι­τα­νει­ῶν τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Ὡ­στό­σο, ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως, μο­νά­χα τὶς ἁ­πλὲς συν­θέ­σεις τῶν κη­δει­ῶν θυ­μᾶ­μαι, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὲς δὲν ἠ­χοῦν στ’ αὐ­τιά μου εὐ­κρι­νῶς, μᾶλ­λον ὑ­πό­κω­φα τὶς ἀ­κού­ω, μπερ­δε­μέ­νες μ’ οἰ­μω­γὲς οἰ­κεί­ων φω­νῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.



		

	

Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert): Ὁ Μαρξ καὶ ὁ Φρόυντ


Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert)

 

Ὁ Μὰρξ καὶ ὁ Φρό­υντ

(M­a­rx u­nd F­r­e­ud)


ΟΝΟΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, τοὐ­τέ­στιν Ἑ­βραί­ων, καὶ λι­γό­τε­ρο ἀν­τί­θε­τοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λον ἀ­π’ ὅ τι θέ­λου­με νὰ πι­στεύ­ου­με. Ἐ­κεῖ ποὺ σχε­δὸν ταυ­τί­ζον­ται οἱ δύ­ο δη­μι­ουρ­γοὶ θε­ω­ρι­ῶν κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση ἀλ­λη­λο­α­ναι­ρού­με­νων, εἶ­ναι ἡ ψυ­χι­κή τους ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα ποὺ πη­γά­ζει ἀ­π’ τὴν κα­τα­γω­γή τους: κοι­νω­νι­κὰ καὶ ψυ­χι­κὰ εὐ­αί­σθη­τοι, γεν­νη­μέ­νοι σὲ μιὰ μει­ο­νό­τη­τα αἰ­ω­νί­ως κα­τα­δι­ωγ­μέ­νων, ἀ­δι­κη­μέ­νων, ἀ­πο­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­χον­τας πλή­ρη συ­νεί­δη­ση αὐ­τῆς τῆς κα­τά­στα­σης, ἔ­γι­ναν ἰ­δι­αι­τέ­ρως εὐ­αί­σθη­τοι ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε εἴ­δους κα­τα­πί­ε­ση καὶ κα­κό­τη­τα. Ἦ­ταν ἐ­παρ­κῶς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νοι, ὥ­στε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σουν ἀ­να­λυ­τι­κὰ καὶ νὰ συλ­λά­βουν τὶς αἰ­τί­ες γι’ αὐ­τά. Μιὰ συγ­κυ­ρί­α μο­να­δι­κὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πο­τὲ ν’ ἀ­να­δυ­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀπ’ τοὺς σω­ροὺς τῶν πτω­μά­των τῆς «τε­λι­κῆς λύ­σης».

         Ἂν δε­χτοῦ­με τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι χω­ρὶς τέ­τοι­α ἄ­κρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­να καὶ δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­να ἄ­το­μα κα­μιὰ αὐ­θεν­τι­κὴ δρο­μο­λό­γη­ση γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ἴ­διους δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει, τό­τε δὲν μᾶς ἀ­πο­μέ­νει πα­ρὰ μιὰ ἀ­να­λαμ­πὴ ἐλ­πί­δας ὅ­τι στὸν κύ­κλο τῆς κα­τα­πι­ε­σμέ­νης εὐ­φυ­ΐ­ας σή­με­ρα ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κή μας ὑ­γεί­α θὰ με­λε­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου.

         Ὅ­μως, τὸ ἔρ­γο τῶν δύ­ο κλα­σι­κῶν, θῦ­μα κα­τα­χρα­στῶν, ἐ­πι­τη­δεί­ων ἐ­ξου­σια­στῶν καὶ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν τοῦ κα­κοῦ, ἔ­χει στρα­φεῖ ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νων, γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ὁ­ποί­ων σχε­δι­ά­στη­κε.



Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη περιγραφὴ μιᾶς στιγμῆς τῆς αἰωνιότητας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert) (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ). Βλ. καὶ τὸ ἀφιέρωμα τοῦ ἱστολογίου μας στὸν G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).