Miguel Maldonado: Τὸ πιὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο…



Miguel Maldonado


Τὸ πιὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο…

(El cuento mas corto del mundo…)


Ο ΠΙΟ ΣΥΝΤΟΜΟ δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο τε­λει­ώ­νει πρὶν ἀ­πὸ τὸ «αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα». Τε­λει­ώ­νει λέ­γον­τας «καὶ ζή­σα­νε». Ἀρ­κεῖ· ἴ­σως μό­νον αὐ­τό ἀ­φο­ρᾶ τὴ ζω­ή.


* * *


Τὰ πιὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα στὸν κό­σμο δὲ μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν αἴ­σιο τέ­λος. Δὲ χω­ροῦν σὲ τό­ση εὐ­τυ­χί­α. Τὸ πο­λὺ-πο­λύ, μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν μι­κρὲς εὐ­δαι­μο­νί­ες.


* * *


Τὸ πιὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο χω­ρά­ει σὲ ἕ­να κα­ρύ­δι. Ὅ­μως λέ­ει τὰ πάν­τα: μιὰ στα­λιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα, ὁ πό­νος μὲ τὸ στα­γο­νό­με­τρο, ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α μὲ τὸ γραμ­μά­ριο.


* * *


Τὸ πιὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἐ­πε­κτά­θη­κε στὸ νὰ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι τὸ πιὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα στὸν κό­σμο.


* * *


Τὸ πιὸ σύν­το­μο ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἀ­νώ­νυ­μο: τὸ δεύ­τε­ρο πιὸ σύν­το­μο, φέ­ρει μό­νο τὰ ἀρ­χι­κὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ. Αὐ­τὰ μὲ ὄ­νο­μα καὶ ἐ­πώ­νυ­μο, τὸ γνω­ρί­ζου­με, ἀ­πο­τε­λοῦν ὑ­περ­βο­λή.


* * *


Γιὰ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ πιὸ σύν­το­μο ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα, δὲ θά ‘­πρε­πε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τί πρέ­πει νὰ κά­νει γιὰ νὰ εἶ­ναι, οὔ­τε νὰ ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι δὲν ὄ­φει­λε νὰ ἐ­ξη­γεῖ…


* * *


Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν κι ἕ­να δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νο μῆ­λο, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ νὰ τὸ δαγ­κώ­σεις: Κι ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει τὸ δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­νον­τάς μας μὲ τὴν ὄ­ρε­ξη.


* * *


Τὸ πιὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα φέ­ρει τὸ δι­ή­γη­μα στὸν τί­τλο· ὀ­νο­μά­ζε­ται: «Μὴ χά­νεις χρό­νο, φί­λη­σέ την καὶ τρέξ­ε πρὶν ἀρ­χί­σει τὸ δι­ή­γη­μα καὶ σᾶς χω­ρί­σει.»


* * *


Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ναί, ὑ­πάρ­χουν ἐ­κτε­νῆ φι­λιὰ στὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, δια­ρκοῦν πιὸ πο­λὺ ἂν ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦν χῶ­ρο: Μό­νο μιὰ γλώσ­σα μπαί­νει, ἕ­να δόν­τι δαγ­κώ­νει, τὰ χέ­ρια πα­ρα­μέ­νουν ἥ­συ­χα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὶς ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ποι­η­τῆ στὴν σε­λί­δα του @Migrerias στὸ twitter.

Miguel Maldonado (Μι­γὲλ Μαλ­νδο­νά­δο). (Puebla, Mexico, 1975) Κα­θη­γη­τὴς στὶς Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες σὲ δι­ά­φο­ρα Πα­νε­πι­στή­μια. Ἔ­χει λά­βει τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Νε­α­νι­κῆς Ποί­η­σης Gutierre de Cetina τὸ 2006 καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Ποί­η­σης Joaquin Xirau Icaza τὸ 2016. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζουν: Poesia Magia Corriente (2004),  La carne propia (2006),  Ciudadela (2008), Los buenos oficios (2010), 420 Golpes: Libro de Horas (2012), Octavio Paz. Hommage et profanation (2014), Bestiario (2015) καὶ El libro de los oficios tristes (2016). Πρό­σφα­τα ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἕνεκεν τὸ δί­γλωσ­σο (ἰ­σπα­νι­κὰ/ἑλ­λη­νι­κά) βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο: 420 x­τυ­πή­μα­τα: Τὸ Βι­βλί­ο τῶν ­ρῶ­ν, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Θανάση Ράπτη ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά. Ἐ­δῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μιὰ μι­κρὴ ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ποι­η­τῆ στὴν σε­λί­δα του @Migrerias στὸ twitter ὡς μέ­ρος τῆς ἑ­νό­τη­τας «Τὰ πιὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα στὸν κό­σμο». Δι­ά­σπαρ­τες σκέ­ψεις ποὺ ἀ­σφυ­κτιοῦν ἀλ­λὰ καὶ κα­τα­φέρ­νουν νὰ ἀν­θί­σουν στὸν «στε­νὸ κορ­σὲ» τῆς συγκεκριμένης ἐ­φαρ­μο­γῆς μὲ ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο τοὺς 140 χα­ρα­κτῆ­ρες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Θα­νά­σης Ρά­πτης. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (Πα­ρα­τη­ρη­τής, Ρεύ­μα­τα, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Intellectum) καὶ σὲ βι­βλί­α μὲ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ κα­τὰ και­ροὺς μὲ ἑ­βδο­μα­δια­ῖα καὶ μη­νια­ῖα πε­ρι­ο­δι­κά, γρά­φον­τας κεί­με­να σχε­τι­κὰ κυ­ρί­ως μὲ τὴν σύγ­χρο­νη τέ­χνη. Μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­σχο­λεῖ­ται τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια. Φω­το­γρα­φί­ες του ἔ­χουν ἐ­κτε­θεῖ σε πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις, στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ θε­μα­τι­κὲς ἐκ­θέ­σεις, ὅ­που συμ­με­τεῖ­χαν Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νοι φω­το­γρά­φοι. (Διαδικτυακὴ διεύθυνση: http://raptisthlit.blogspot.gr/ )


Διαφημίσεις

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.

Βασίλης Καραβίτης: Τὸ τρένο τῆς ζωῆς καὶ γιατὶ δὲν τὸ προλάβαμε


Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της


Τὸ τραῖ­νο τῆς ζω­ῆς

καὶ για­τί δὲν τὸ προ­λα­βαί­νου­με


Δο­σμέ­νος σὲ κα­τε­πεί­γουσες δου­λει­ὲς

Ξέ­χα­σα πὼς κά­πο­τε κα­νεὶς πε­θαί­νει.

Τ. Ρού­ζε­βιτς


ΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑ νὰ γεν­νη­θῶ (θρη­νών­τας γο­ε­ρὰ γιὰ τὸν κό­σμο ποὺ μὲ προ­ό­ρι­ζαν) καὶ μᾶς πρό­λα­βε ἡ Κα­το­χὴ στὸν Πει­ραι­ά. Ὡ­στό­σο πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω κά­τι πρω­ι­νὰ μὲ φρυ­γα­νι­ές, βού­τυ­ρο καὶ μέ­λι (ποὺ τώ­ρα τοὺς ἀν­τι­στέ­κο­μαι ἡ­ρω­ι­κὰ λό­γῳ χο­λη­στε­ρί­νης) κι ἔ­πει­τα πεί­να καὶ τῶν γο­νέ­ων. Στὸ τέ­λος, τί νὰ γί­νει, ἐ­πέ­ζη­σα ἀ­π’ τὸν κα­το­χι­κὸ ἐ­φιά­λτη ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί, πι­τσι­ρι­κὰς ὅ­μως δε­κά­χρο­νος, ἀ­νύ­πο­πτος κι ἀ­δε­νο­πα­θής, ἔ­τσι ποὺ δὲν δι­εκ­δι­κῶ σή­με­ρα νὰ ἱ­στο­ρή­σω τί­πο­τα γιὰ τὸ κα­κὸ παι­δι­κό μου ὄ­νει­ρο ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Γλί­τω­σα λοι­πὸν ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α, τὶς ἀ­δέ­σπο­τες, τὰ μπλό­κα (τὸ πῶς δὲν ἔ­χει κα­νέ­να ἡ­ρω­ι­κὸ στοι­χεῖ­ο) ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως μὲ πρό­λα­βε τὸ ὄ­ψι­μο μαρ­τύ­ριο τῆς σχο­λι­κῆς θη­τεί­ας μου στὸ Δη­μο­τι­κό τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Καὶ μά­λι­στα φορ­τω­μέ­νο τὸν ἀ­σή­κω­το ρό­λο τοῦ πρώ­του μα­θη­τῆ, σὲ μιὰ κρύ­α αἴ­θου­σα γε­μά­τη κου­ρε­μέ­νους μὲ τὴν ψι­λὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­μή­χα­νους συμ­μα­θη­τές μου. Μὴν ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τοῦ θαύ­μα­τος τῆς σω­τη­ρί­ας μου σχι­ζό­μου­να ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ προ­λά­βω τὸ ἄ­ρι­στα, ἐ­νῶ τὰ με­ση­μέ­ρια ἔ­τρε­χα νὰ προ­λά­βω καὶ τὸ πο­δό­σφαι­ρο τῆς γει­το­νιᾶς μὲ κά­τι τό­πια πά­νι­να τῆς συμ­φο­ρᾶς, ποὺ ὅ­ταν ἔ­βρε­χε βά­ραι­ναν μὲ τὶς ὀ­κά­δες (ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ πρό­λα­βε ἀ­νέ­τοι­μο μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα κι ἀ­κό­μα θρη­νῶ κά­ποι­ο ὡ­ραῖ­ο μου μπρο­στι­νὸ δόν­τι). Λα­χτα­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρι­θῶ στὴν ἐ­πί­θε­ση κι ὅλο βρι­σκό­μου­να στὴν ἄ­μυ­να ἢ «φυ­λα­ρού­χας», για­τί κι ἐ­δῶ τὶς ἐ­πι­λο­γὲς τὶς εἴ­χα­νε κά­τι δυ­να­τὰ μαγ­κά­κια ποὺ δὲν ση­κώ­να­νε κου­βέν­τα (ἀ­πὸ τέ­τοι­α καὶ κά­τι ἄλ­λα πε­ρισ­σεύ­ει ἔ­κτο­τε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη ἡ ἔμ­φυ­τη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτή­ρα μου καὶ δὲν γνω­ρί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα φρέ­νο). Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἄ­χα­ρο δι­ά­λειμ­μα ἐ­φη­βεί­ας (ποὺ κά­πο­τε πρέ­πει νὰ μι­λή­σω δι­ε­ξο­δι­κό­τε­ρα), ἰ­δοὺ σω­τή­ριον ἔ­τος 1952 κι ἐ­γὼ πρω­το­ε­τὴς στὴ Νο­μι­κὴ νὰ πα­ρι­στά­νω τὸν ἄν­τρα πρὶν τῆς ὥ­ρας μου.

         Μὲ τα­χύ­τη­τα σχε­δὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ εἶ­χαν πε­ρά­σει κι­ό­λας 18 χρό­νια. Δὲν εἶ­χα προ­λά­βει νὰ ζή­σω τί­πο­τε ἀ­κό­μα κι ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ σπου­δά­σω καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ προ­λά­βω νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὶς σπου­δές μου. Ταγ­μέ­νος μη­χα­νι­κὰ σ’ ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­πί­στω­σα τὴν τρα­γι­κὴ ἀ­πα­ξί­α του, βρέ­θη­κα γρή­γο­ρα πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να γρα­φεῖ­ο, γε­μά­τος ἀπ΄ τὸ φα­να­τι­σμὸ τοῦ νε­ο­σύλ­λε­κτου δι­κη­γό­ρου ποὺ προ­ο­ρί­ζε­ται λο­γι­κὰ νὰ πε­τύ­χει. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­σουν, φαί­νε­ται, τὴν τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀ­πο­στο­λῆς μου, ἦρ­θαν καὶ κά­τι γλυ­κὰ λε­φτὰ καὶ μά­λι­στα διὰ τι­μίας ἐρ­γα­σί­ας (ποὺ ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λὸς νὰ προ­λά­βω νὰ τὰ ἐ­πεν­δύ­σω πρὶν τὰ ξο­δέ­ψω ἀ­νό­η­τα καὶ μεί­νω στὸν ἄσ­σο). Δο­σμέ­νος σ’ ἀ­νά­λο­γους σχε­δια­σμοὺς καὶ προ­ο­πτι­κὲς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ φά­ω καὶ νὰ κοι­μη­θῶ κι ἔ­τσι μὲ πρό­λα­βε νω­ρὶς μιὰ σπα­στι­κὴ κο­λί­τι­δα ποὺ ἀ­κό­μα μὲ βα­σα­νί­ζει μὲ τα­κτι­κὲς δυ­σκοι­λι­ό­τη­τες. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ (πο­λὺ εἶ­χα τρα­βη­χτεῖ μὲ ἀλα­νιά­ρες τοῦ σω­ροῦ καὶ πή­γαι­να στρά­φι κι ἐ­γὼ καὶ τὸ σπέρ­μα μου). Γύ­ρω στὰ τριά­ντα δύ­ο μου, τό­τε, καὶ κά­τω ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση ἑ­νὸς γε­λοί­ου πα­νι­κοῦ, πρό­λα­βα κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κα μιὰ πλεγ­μα­τι­κὴ ξαν­θό­κω­λη ποὺ μοῦ ‘­κα­νε γιὰ κά­να χρό­νο τὴ ζω­ὴ πο­δή­λα­το. Ὅ­πως ὅ­μως εἶ­χα βγεῖ γιὰ κα­λὰ στὴν πιά­τσα τῶν ἀ­κρι­βῶν αἰ­σθη­μά­των πρό­λα­βε νὰ μ’ ἐ­ρω­τευ­τεῖ μιὰ ἀ­γα­θού­λα κα­στα­νὴ πού, μπλεγ­μέ­νος στὸν χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση ἐ­ρω­τά μου, δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὴν παρ­θε­νί­α της ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε. Τέ­λει­ω­σα γρή­γο­ρα μὲ τὸν ἐ­ρω­τὰ κι ὅ,τι πρό­λα­βα νὰ θη­σαυ­ρί­σω ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ἔλ­λει­ψης ὅ­πως τό­σες ἄλ­λες κι ἔ­πε­σα ξα­νὰ στὶς βο­λι­κὲς με­σημ­βρι­νὲς βί­ζι­τες, ποὺ καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα δὲν λέ­ω νὰ τὶς κό­ψω…

         Ὁ χρό­νος μὲ πί­ε­ζε ἀ­φό­ρη­τα, για­τί κον­τὰ στ’ ἄλ­λα ἔ­πρε­πε νὰ ξε­νυ­χτά­ω γιὰ νὰ προ­λά­βω τὰ δι­α­βά­σμα­τα ποὺ ἔ­χα­σα ἀ­π’ τὴν ἐ­ρω­το­μα­νία μου. Μὲ ἀ­νοι­χτὸ ἔ­κτο­τε (καὶ μέ­χρι σή­με­ρα) τὸ πρό­βλη­μα τῆς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης πνευ­μα­τι­κῆς μου ἀ­νά­πτυ­ξης, ἀ­να­κά­λυ­ψα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα μου πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ παν­τρευ­τῶ. Ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω καὶ τὸν γέ­ρο μου ποὺ γκρί­νια­ζε, πρό­ω­ρα καρ­δι­ο­πα­θής, γιὰ τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀ­γα­μί­α μου (ἐ­νῶ ἡ μά­να μου μυ­στι­κὰ χαι­ρό­τα­νε τὴν τό­ση ἀ­δρά­νειά μου). Μὲ τὸ σκο­πὸ ν’ ἁ­γιά­ζει τὰ μέ­σα πρό­λα­βα νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ γλυ­κού­τσι­κα σο­βα­ρὸς μὲς στὰ ἀμ­πι­γὲ κο­στού­μια μου σ’ ἀ­πα­νω­τὰ προ­ξε­νιά, ὀρ­γα­νω­μέ­να ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους, ὅ­που ἡ γνω­στὴ πα­ρέ­λα­ση τῶν σι­τε­μέ­νων κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ εἶ­χαν μεί­νει στὸ ρά­φι ἔ­γι­νε μιὰ κρυ­φὴ σα­δι­στι­κή μου δι­α­σκέ­δα­ση. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἀ­κό­μα μὲ θυ­μᾶ­ται μὲ τὴ γνω­στὴ ὑ­πε­ρο­χὴ τοῦ δῆ­θεν πε­πει­σμέ­νου ἐρ­γέ­νη στὸ μοι­ραῖ­ο προ­ξε­νιό, ποὺ κι ἐ­κεί­νη ἀ­φέ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νί­α καὶ πα­ρό­μοι­ες νο­ση­ρὲς δι­ερ­γα­σί­ες. Ξε­πε­ρά­σα­με ἀ­να­πάν­τε­χα τὸ κω­μι­κὸ σκη­νι­κό τῆς γνω­ρι­μί­ας μας γιὰ νὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦ­με συ­νέ­χεια σὲ βα­θυ­στό­χα­στες ἀ­να­λύ­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καὶ νὰ κα­τα­λή­ξου­με στὸ ἐ­πί­σης βα­θυ­στό­χα­στο συμ­πέ­ρα­σμα πὼς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πα­φὴ εἶ­ναι κά­τι σὰν χα­μέ­νο ἀρ­χέ­τυ­πο. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ ἐλ­πί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα κι ἀν­τί­στρο­φα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­μοι­βαῖ­ο αἴ­σθη­μα ἀ­νο­χῆς, ἀρ­κε­τὸ ὡ­στό­σο γιὰ νὰ συν­τη­ρή­σει καὶ τὴ γα­μή­λια συμ­βί­ω­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας νι­ώ­σα­με ξαφ­νι­κὰ μο­να­δι­κὰ ὥ­ρι­μοι γιὰ ἕ­να γά­μο ποι­ό­τη­τας, ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή μας. Ἡ φυ­σι­κὴ ἕλ­ξη κι ὁ φό­βος τῆς μο­να­ξιᾶς κα­θὼς μᾶς παίρ­να­νε τὰ χρό­νια δού­λε­ψαν κρυ­φὰ σὰν συγ­κολ­λη­τι­κὲς οὐ­σί­ες, ἐ­νῶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἐ­κλο­γι­κεύ­σεις μας ἦ­ταν ἡ σάλ­τσα ποὺ γαρ­νί­ρα­με τὸ ἄ­νο­στο φα­γη­τὸ τῆς συ­νύ­παρ­ξης.

         Πο­λύ τὸ τρά­βη­ξα ὅ­μως πά­λι σὲ προ­σω­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, σὰν νὰ ἔ­χουν κά­ποι­α ἀ­ξί­α γιὰ τὴν ἄν­θρω­πο­τη­τα ποὺ κοι­μᾶ­ται πάν­το­τε μα­κά­ρια (καὶ κα­λὰ κά­νει). Κι αὐ­τὰ πα­θαί­νω ἐ­νῶ μέ­σα μου ἔ­χω πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ τ’ ὄ­νει­ρο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ποὺ βέ­βαι­α δὲν προ­σφέ­ρε­ται, γιὰ δῶ­ρο ἐ­πει­δὴ καί­γε­σαι, νὰ γρά­ψεις κά­τι, γιὰ τὴν ἀ­το­μι­κή σου πε­ρι­πέ­τεια στὸν κό­σμο. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως τώ­ρα, κα­θὼς χώ­νο­μαι γιὰ κα­λὰ στὴν κλι­μα­κτή­ριο, τὸ ἄλ­λο γνω­στὸ πρό­βλη­μα: Μέ­σα ἀ­πὸ τό­σες ἐμ­πει­ρί­ες καὶ βι­ώ­μα­τα θὰ προ­λά­βω νὰ ἐν­το­πί­σω κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή μου; Θὰ προ­λά­βω, ἔ­στω, νὰ δι­α­σώ­σω κά­ποι­ες ἀ­ξί­ες ἀ­π’ τὸ χρό­νο ὥ­στε νὰ χτί­σω πά­νω τους τὴν προ­σω­πι­κή μου, ποὺ λέ­νε, φι­λο­σο­φί­α; Παι­δι­ά­στι­κες ἀ­πο­ρί­ες. Μό­λις σκε­φτῶ σο­βα­ρά τὸ σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας, τὴν οὐ­σί­α τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ τέ­τοι­α μὲ προ­λα­βαί­νει σύν­νε­φο ἡ σύγ­χυ­ση κι ἀρ­χί­ζω νὰ νυ­στά­ζω. Καὶ τὸ μό­νο ποὺ προ­λα­βαί­νω νὰ κα­τα­λά­βω πρὶν πά­ω γιὰ ὕ­πνο εἶ­ναι πῶς ὅ­λη ἡ προ­σω­πι­κή μας ἱ­στο­ρί­α μέ­νει στὸ τέ­λος τὸ λει­ψὸ σε­νά­ριο τῆς ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς μπερ­δε­μέ­νης ζω­ῆς πού, γρά­φον­τας ἢ ὄ­χι, δὲν γί­νε­ται οὔ­τε τὸν ἴ­σκιο της νὰ προ­λά­βου­με.


 

Πη­γή: Ὀ­κνη­ρί­ας ἐγ­κώ­μιον (ἐκδ. Στιγ­μή, 1985)

Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της (Νέ­α Ὀ­ρε­στιά­δα, 1934 – Ἀ­θή­να, 2016). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καὶ δι­κη­γο­ροῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια. Ἐ­ξέ­δω­σε ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, δύ­ο πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ εἶ­χε με­τα­φρά­σει ξέ­νη με­τα­πο­λε­μι­κὴ ποί­η­ση καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὁ­ρι­σμέ­νους και­νο­τό­μους καὶ ἄ­γνω­στους τό­τε στὴν Ἑλ­λά­δα Πο­λω­νοὺς ποι­η­τές (Χέρ­μπετ, Μι­λότς, Ρου­ζέ­βιτς, Σιμ­πόρ­σκα, κ.ἄ.). Ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Δι­α­γώ­νιος στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ὁ Θράσος



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ὁ Θράσος


ΙΚΡΟΣ ὁ Θρά­σος κυ­νη­γοῦ­σε τὰ σκου­λή­κια. Τά­ι­ζε τὶς κό­τες του γιὰ κα­νέ­να αὐ­γό. Τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τάν­τη­σε λια­νὸς κι ἁ­γνό­φα­ος. Ἔ­χει σι­τέ­ψει. Θυ­μᾶ­ται τὰ σκου­λή­κια καὶ τρο­μά­ζει. Πα­σχί­ζει νὰ μὴ μεί­νει ξίγ­κι πά­νω του. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν ἀ­γνάν­τευ­ες στὶς ξό­βερ­γες ἀ­πὸ ρά­χη σὲ κλα­δὶ κι ἀ­πὸ κλα­δὶ σὲ ρά­χη, σέρ­νε­ται σκα­λὶ-σκα­λὶ στὸ φτω­χι­κό του, ἀ­πὸ τὴν ξό­βερ­γα τοῦ χά­ρου νὰ γλι­τώ­σει.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἰδανικὴ αυτόχειρας


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἰ­δα­νι­κὴ αὐ­τό­χει­ρας


στὴ μνή­μη τῆς Σο­φού­λας

 

ἄλ­λό­θι που

 

n’importe où… hors de ce monde

Baudelaire


ΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ, μιὰ συ­νά­δελ­φός μου στὸ τμῆ­μα Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Ξέ­νων Γλωσ­σῶν ἔ­δω­σε τὸ ἑ­ξῆς θέ­μα ἔκ­θε­σης σὲ πρω­το­ε­τεῖς, Αὐ­το­χει­ρί­α: θάρ­ρος ἤ δει­λί­α; Δὲν τὸ θέ­τεις σὲ σω­στοὺς ὅ­ρους τὸ θέ­μα, τῆς εἶ­πα. Σὲ τί ὅ­ρους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ θέ­σω, μὲ ρώ­τη­σε. Δὲν εἴ­χα­με χρό­νο γιὰ φι­λο­σο­φι­κὴ συ­ζή­τη­ση, ὁ­πό­τε δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σα. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­χα­σα τὴν Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ὁ­πό­τε δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σω.

        Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη τὰ πρό­βλε­ψε ὅ­λα στὴν ἐν­τέ­λεια. Ἀ­νε­λέ­η­τη ἐν­τέ­λεια. Δὲν εἶ­χε πιὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ λά­θος. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν βγά­λει ἀ­πὸ τὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ὅ­που στὰ σί­γου­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­ναν, ἂν καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πῆ­γε ἀ­πὸ μό­νη της γιὰ νὰ ἔ­χει πα­ρέ­α.

        Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ποὺ κά­πο­τε εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει μα­ζὶ βρῆ­καν καμ­μιὰ δω­δε­κά­δα κου­τιὰ ζά­ναξ, ἕ­να σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα καὶ τὰ ροῦ­χα γιὰ τὴν κη­δεί­α κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να (πρέ­πει νὰ τὰ εἶ­χε δώ­σει στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο για­τὶ εἶ­χε στα­μα­τή­σει πιὰ νὰ σι­δε­ρώ­νει). Δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κο­κέ­τα, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει κα­λον­τυ­μέ­νη. Πε­ρί­ερ­γο για­τὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη εἶ­χε μό­νο μί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει. Πρέ­πει νά ‘­ταν τὸ ἄ­με­σο ἀγ­κά­λια­σμα τοῦ θα­νά­του. Τὸ κά­λε­σμα τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας. Τὸ ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­σμα­ὴλ στὸ Μόμ­πι Ντίκ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὸ πιὸ ψη­λὸ κα­τάρ­τι σὰν που­λὶ στὴν κούρ­νια του, ἀλ­λὰ ἀν­τι­στά­θη­κε. Τὸ ἄ­κου­σα κι ἐ­γώ, δε­μέ­νη ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α. Τὸ ἀ­κοῦ­νε καὶ ἄλ­λοι. Στα­τι­στι­κά εἶναι τὸ εἴκοσι δύο τοῖς ἑ­κα­τὸ τῶν δι­πο­λι­κῶν ποὺ κα­τα­φέρ­νουν καὶ φεύ­γουν. Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη ἐμ­πλου­τί­ζει τὶς στα­τι­στι­κές. Εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται. Τῆς πῆ­ραν καὶ τὴ μα­νί­α. Μὲ τὴν κρί­ση ἔ­χα­σε τὴν δου­λειά της. Τὸ δι­α­μέρι­σμά της τὸ πε­ρί­με­ναν οἱ τρά­πε­ζες. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψε. Ὅ­σο γιὰ συν­τρό­φους, προ­σω­ρι­νοὺς ἤ μό­νι­μους, τὸ εἶ­χε πά­ρει πιὰ ἀ­πό­φα­ση. Ἦ­ταν καὶ θά ‘με­νε μό­νη.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια, συ­χνὰ ἔ­πι­α­να τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ μὴν τὴν σκέ­φτε­ται. Με­τροῦ­σα τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α της, ἀ­πύθ­με­νη, καὶ αὐ­τὸ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς ἀν­το­χές μου. Ὄ­χι πὼς ἤ­μουν ἡ κα­λύ­τε­ρη γε­ω­μέ­τρης τοῦ μυα­λοῦ ἤ μᾶλ­λον τῆς ψυ­χῆς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης (τὸ μυα­λὸ τὸ κα­τά­στρε­ψαν τὰ ψυ­χο­φάρ­μα­κα), ἀλ­λὰ ποι­ὸς ἄλ­λος τὴν ἤ­ξε­ρε κα­λύ­τε­ρα;

        Τὴν Δευ­τέ­ρα ἔ­θα­ψε τὴ μα­μά της. Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη κό­ρη. Τὴν εἶ­χε φρον­τί­σει ὅ­σο τὸ ἐ­πέ­τρε­παν οἱ δυ­νά­μεις ποὺ δὲν εἶ­χε. Ἡ μα­μὰ ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λὰ δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Κόν­τευ­ε τὰ ἑ­κα­τὸ ἡ γυ­ναί­κα. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα κά­τι ἐ­κρεμ­μό­τη­τες. Ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς ζω­ῆς της τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει. Ἀ­νῆ­κε στοὺς ἀ­τά­λαν­τους. Δὲν συμ­φω­νῶ. Ἡ μα­μὰ της ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τυ­χους. Δὲν πί­στευ­α πο­τὲ στὴν τύ­χη, ἀλ­λὰ ἀ­να­θε­ω­ρῶ. Πα­ρά­τη­σα καὶ τὸν Κα­μὺ καὶ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς τους. Εἶ­χα κά­που μιὰ δε­κα­ε­τί­α νὰ τὴν δῶ νὰ γε­λά­ει καὶ τῆς τό­ ‘πα καὶ μα­ζὶ ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με ἂν θὰ ξα­να­γε­λοῦ­σε πο­τέ. Ἡ ἀ­κο­ή μου ἔ­χει κά­πως πέ­σει ἀλ­λὰ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δὲν θὰ στα­μα­τή­σω πο­τὲ ν’ ἀ­κού­ω τὶς σι­ω­πη­λὲς κραυ­γὲς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης γιὰ βο­ή­θεια. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ πρό­βλε­ψε. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως ἰ­δα­νι­κή. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ ἔ­θε­τα τὸ θέ­μα, Αὐ­το­χει­ρί­α: ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ δυ­στυ­χί­α;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια


ΧΡΗΣΤΟΣ δὲν χό­ρευ­ε πο­τὲ αὐ­το­βού­λως. Δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι ἔ­νι­ω­θε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἄ­βο­λα νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Στὰ τέσ­σε­ρα χρό­νια τοῦ δε­σμοῦ, εἶ­χα δο­κι­μά­σει κά­θε εἴ­δους τερ­τί­πι γιὰ νὰ τὸν δε­λε­ά­σω, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Στὰ πάρ­τυ μό­νο κι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα εἶ­χε κα­τα­να­λώ­σει ἀ­ξι­ό­λο­γη πο­σό­τη­τα ἀλ­κο­όλ, δε­χό­ταν νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρω ὣς τὴν πί­στα. Ἐ­κεῖ δι­ά­λε­γε ἕ­να μέ­ρος ἡ­μι­σκό­τει­νο, μοῦ πα­ρέ­δι­δε τὰ χέ­ρια του νε­κρὰ καὶ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὰ ὁ­δη­γῶ σὰν μα­ρι­ο­νε­τί­στας.

       Τὰ βρά­δια ποὺ ἔ­με­νε σὲ μέ­να, ὁ ὕ­πνος συ­νή­θως τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν πρῶ­τος. Δὲν περ­να­γαν κάμ­πο­σα λε­πτὰ κι οἱ πα­τοῦ­σες του ζων­τά­νευ­αν. Τὴ μιά, κι­νοῦν­ταν ἀ­ρι­στε­ρά, τὴν ἄλ­λη δε­ξιά, τὴ μιὰ μα­ζί, τὴν ἄλ­λη ἀ­συγ­χρό­νι­στα. Πά­σχει ἀ­πὸ τὸ σύν­δρο­μο ἀ­νή­συ­χων πο­δι­ῶν μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, μὰ ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγά­ζει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πὼς στὸν ὕ­πνο του μὲ κά­ποι­α ἄλ­λη­νε, πιὸ πει­στι­κή, χο­ρεύ­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Μαρία Λαγγουρέλη: Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη


Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τὸ βρά­δυ, τὸ πρω­ὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Τε­λεί­ω­σαν οἱ μπα­τα­ρί­ες τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἀ­πὸ παν­τοῦ ἄ­σπρο καὶ κί­τρι­νο, ἄ­φαν­τες οἱ σκι­ὲς καὶ ὁ ὕ­πνος που­θε­νά. Εἶ­μαι ἡ κόκ­κι­νη κη­λί­δα στὰ σπλά­χνα ἑ­νὸς αὐ­γοῦ ποὺ τὸ τσό­φλι του εἶ­ναι ἄ­τρω­το στὸ γα­λά­ζιο, στὸ μπλέ, στὸ βα­θὺ μπλέ τοῦ ὕ­πνου. Κουρ­νι­α­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τοῦ Και­ροῦ ποὺ μὲ κλωσ­σά­ει νοι­ώ­θω μό­νο κρα­δα­σμοὺς ἀ­πὸ τὴν βο­ὴ ποὺ μὲ να­νου­ρί­ζει ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἔ­τη φω­τὸς ἀ­πὸ τὸ τό­τε, τὸ τό­τε ποὺ ὑ­πῆρ­χε τὸ με­ση­μέ­ρι τὸ βρά­δυ τὸ πρω­ί, τό­τε ποὺ τὸ μι­κρὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ ποὺ σφίγ­γουν τὰ γι­γάν­τια δά­χτυ­λά μου ἦ­ταν ἡ σκα­λι­στὴ κα­ρυ­δέ­νια ντου­λά­πα τῆς μη­τέ­ρας μὲ τὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο. Τώ­ρα μέ­σα στὴ χού­φτα μου τὸ ζου­λά­ω τὸ τρί­βω σὰν λυ­χνά­ρι τοῦ Ἀ­λαν­τὶν καὶ πε­ρι­μέ­νω τοὺς τριγ­μοὺς σὰν θη­σαυ­ροὺς νὰ στο­λί­σουν τὴν ἁ­φή μου ποὺ πιὰ συ­στέλ­λε­ται καὶ δι­α­στέλ­λε­ται μό­νο ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες ἀ­πὸ μα­κρὰ μή­κη κύ­μα­τος… Ώ ἡ ἁ­φή μου. Φλοι­ὸς ποὺ ρά­γι­ζε καὶ δά­κρυ­ζε ρε­τσί­νι… Ώ οἱ ξυ­λο­κό­ποι μου μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους τσε­κού­ρια καὶ τὴ μυ­ρω­δά­τη ἄ­γρια ἀ­να­πνο­ή. Μύ­ρι­ζαν σπά­νιο κα­πνὸ τὰ πυ­κνά τους γέ­νεια καὶ ἡ γυ­α­λά­δα στὰ μά­τια τους τὴ στιγ­μὴ ποὺ μα­κέ­λευ­αν τὸν κορ­μό μου γλυ­στροῦ­σε ἴ­σα μὲ τὴ ρί­ζα καὶ τὴν ἔ­τρε­φε, κι ἄλ­λο δέν­τρο ξε­πέ­τα­γε. Τὴν κα­ρυ­διὰ πε­λε­κη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη σὲ σκα­λι­στὴ ντου­λά­πα, τώ­ρα στὴ δι­κή μου διά­ρκεια καὶ δι­ά­στα­ση ὑ­πο­ταγ­μέ­νη στὶς δι­α­στά­σεις ποὺ θέ­λω ἐ­γὼ μου­σι­κὸ κου­τὶ ποὺ τρί­ζει καὶ να­νου­ρί­ζει τὶς ἀ­γρυ­πνί­ες μου…

        Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ κρό­κος γύ­ρω μου ἀν­τη­χεῖ τοὺς γνώ­ρι­μους ἀ­γα­πη­μέ­νους ἀλ­λο­τι­νοὺς ἤ­χους τὸ μι­κρὸ παι­δὶ ποὺ σκιρ­τοῦ­σε ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε τρέ­χει λευ­τε­ρω­μέ­νο στὸ μαῦ­ρο τοῦ­νελ τοῦ ὕ­πνου, βγαί­νει στὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἡ μνή­μη ἡ παι­δι­κὴ ἀ­νά­βει τὸ ἐ­ξαί­σιό της «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται» καὶ πη­δά­ει σὰν ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο ἀ­νά­με­σα στοὺς πλα­νῆ­τες τῶν λου­λου­δι­ῶν τῶν δέν­τρων, τῶν καρ­πῶν.

        Με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ, ἢ πρω­ὶ ποὺ πάν­τα κοι­μοῦν­ται οἱ με­γά­λοι ὁ πάν­τα πι­ω­μέ­νος πε­ρι­βο­λά­ρης ποὺ πάν­τα γνέ­φει συ­νο­μω­τι­κὰ στὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὸ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸ ὁ­δη­γεῖ στὸ κα­λύ­βι του. Ἡ πε­ρι­βο­λά­ρισ­σα λα­γο­κοι­μᾶ­ται στη­ρί­ζον­τας τὸ σα­γό­νι της πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ εἶ­ναι γε­μά­το ψί­χου­λα ἀ­πὸ κα­ρυ­δό­πι­τα καὶ μερ­μύγ­κια ποὺ σα­λεύ­ουν τὶς κε­ραῖ­ες τους γὺρω ἀ­πὸ τὰ φου­σκω­τά της στή­θεια ξε­τρ­ε­λα­μέ­να ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ γά­λα­κτος.

        Μὲ τὸν δεί­κτη πά­νω στὸ πο­νη­ρό του χα­μό­γε­λο, τὸν βλέ­πω νὰ μοῦ γνέ­φει σι­ω­πή, νὰ κα­τε­βά­ζει ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ γυ­ά­λι­νο βά­ζο, τὸ κου­τά­λι. Μὲ βγά­ζει στὸ πε­ρι­βό­λι μὲ κα­θί­ζει πά­νω σε ἕ­να μι­κρὸ καρ­πού­ζι μὲ τα­ΐ­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. «Φά­ε νὰ γλυ­κα­θεῖς για­τί τὰ καρ­πού­ζια δὲν ὡ­ρί­μα­σαν ἀ­κό­μα νὰ σὲ γλυ­κά­νουν». Κι ἐ­γὼ τρέ­μον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα νι­ώ­θω τὴ γλυ­κεί­α χαύ­νω­ση νὰ μου­διά­ζει τὴ γλώσ­σα, τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τὴν κοι­λιά, νὰ μὲ ὠ­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ ση­κώ­νο­μαι στοὺς οὐ­ρα­νούς.

        «Εἶ­ναι μι­κρὸ ἀ­κό­μα» μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, ἄ­κου­σε πὼς τρί­ζει κα­θὼς με­γα­λώ­νει… Ἔ­τσι κά­νουν καὶ τὰ πε­πό­νια καὶ τὰ φα­σό­λια τὰ μπουμ­πού­κια νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν ἀ­κοῦς αὐ­τοὺς τοὺς πα­ρά­ξε­νους τριγ­μοὺς τῆς σάρ­κας τους, τρί­ζουν τὰ κορ­μά­κια τοὺς κα­θὼς με­γα­λώ­νουν» μὲ κα­θη­συ­χά­ζει. «Ἔ­τσι τρί­ζει καὶ τὸ δι­κό σου κορ­μά­κι ποὺ με­γα­λώ­νεις, νὰ ἄ­κου…» κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ ἀ­φτὶ στὸ μι­κρό μου στέρ­νο πο­τί­ζον­τας μὲ ἡ­δο­νι­κὴ φρί­κη μὲ τὴν με­θυ­σμέ­νη του ἀ­νά­σα.

        Ἀ­νέ­με­λη μέ­λισ­σα ἔρ­χε­ται νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει πά­νω στὰ με­λω­μέ­να χεί­λια μου μαν­τεύ­ον­τας τὶς φο­βε­ρές μου σκέ­ψεις: Τώ­ρα ποὺ ξέ­ρω για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ τριγ­μοὶ δὲν θὰ ξα­να­φο­βη­θῶ. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὅ­λοι θὰ κοι­μοῦν­ται θὰ τὸ ξα­να­σκά­σω θὰ ρί­ξω τὸν με­θυ­σμέ­νο πε­ρι­βο­λά­ρη στὸ πη­γά­δι νὰ ἐ­ξου­σιά­ζω ἐ­γὼ τὸ βα­σί­λει­ό του. Κυ­ρὰ τῶν καρ­πῶν καὶ τῶν λου­λου­δι­ῶν θὰ ζή­σω ἀ­νά­με­σά τους μὲ τὰ ξόρ­κια μου ὅ­πο­τε θέ­λω θὰ τὰ κά­νω νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ γί­νουν στὸ δι­κό μου μέ­γε­θος καὶ τό­τε τὰκ τάκ, θὰ χτυ­πή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φλού­δα. Σπό­ρια με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ ἀν­θρω­πά­κια θὰ μ’ ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα καὶ βζζτ θὰ θρο­νιστῶ μέ­σα στοὺς χυ­μοὺς πό­τε στὸ κόκ­κι­νο πό­τε στὸ κί­τρι­νο πό­τε στὸ πρά­σι­νο σα­λό­νι καὶ θὰ μεί­νω γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ νὰ ρου­φά­ω νὰ τρέ­φο­μαι νὰ γεύ­ο­μαι μέ­σα τους κρυμ­μέ­νη, κου­κού­τσι ἔμ­βρυ­ο δι­κό τους γιὰ πάν­τα γλυ­κα­μέ­νη καὶ ὅ­λοι θὰ μὲ ἔ­χουν γιὰ χα­μέ­νη θὰ ψά­χνουν παν­τοῦ νὰ μὲ βροῦν ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι καὶ ἔ­νο­χοι ποὺ τό­σο μὲ πί­κρα­ναν κλει­δώ­νον­τας μὲ πάν­τα ἔ­ξω, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι μὲ τὸ γλυ­κὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κα­λο­συ­γυ­ρι­σμέ­νο σα­λό­νι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν τριγ­μῶν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ντου­λά­πας, κι ἡ πλά­ση ποὺ θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­βρο­χθί­σει θὰ ρεύ­ε­ται μὲ ἀ­πό­λαυ­ση.

        Ἔ­πει­τα μ΄ ἅρ­πα­ξε ἡ θλί­ψη καὶ μὲ βού­τα­γε στὶς τύ­ψεις. Λυ­πό­μου­να τὸν πε­ρι­βο­λά­ρη με­τάνοι­ω­να ἄλ­λα­ζα σχέ­δια δὲν θὰ τὸν ἔ­ρι­χνα στὸ πη­γά­δι. Γύ­ρι­ζα στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ ντου­λά­πα νὰ συ­νε­χί­σω τὸ ὄ­νει­ρο. Πάν­τα κλει­δω­μέ­νη ἔ­τρι­ζε. Ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη λέ­γα­νε τὸ κα­λο­καί­ρι, καὶ τὸν χει­μώ­να τὸ κρύ­ο. Μιὰ νύ­χτα ἐ­πι­τέ­λους ἔ­ψα­ξα βρῆ­κα τὸ κλει­δί, τό­σφι­ξα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη μου τρί­φτη­κα πά­νω μου τὸ ἄ­λει­ψα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα μου νὰ γλυ­στρά­ει στὴν κλει­δα­ριὰ ἄ­νοι­ξα τὴν ντου­λά­πα καὶ σύλ­λη­σα τὸ μυ­στή­ριο. Κυ­λί­στη­κα καὶ χα­ϊ­δεύ­τη­κα πά­νω στὶς μάλ­λι­νες βε­λού­δι­νες βαμ­βα­κε­ρὲς δαν­τε­λέ­νι­ες φλοῦ­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὴ σάρ­κα καὶ τοὺς χυ­μοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νων σω­μά­των ποὺ πο­τὲ τους δὲν μὲ ἄγ­γι­ξαν.

        Στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο τῆς ντου­λά­πας ἐ­κεῖ, στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ τὸ γυα­λὶ θαμ­πώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­σα του, τὸ παι­δὶ φι­λά­ει τὸ εἴ­δω­λο τῶν χει­λι­ῶν του. Πρω­το­μα­θαί­νει τὸ φι­λί, μα­θαί­νει ἐ­κεῖ το στό­μα κά­τι ἀλ­λό­κο­το ἀ­πὸ τὸν θη­λα­σμὸ τὸ φα­γὶ τὴν μι­λιὰ τὸ τρα­γού­δι. Ἐ­κεῖ μό­νο του. Ἀ­φοῦ κα­νεὶς στὸ σπί­τι στὸ σχο­λεῖ­ο στὸ δρό­μο στὴ γει­το­νιὰ στὴν ἐ­πο­χή του στὸν πλα­νή­τη του δὲν πρό­κει­ται νὰ τοῦ τὸ μά­θει. Δὲν πε­ρισ­σεύ­ει στορ­γὴ γιὰ τέ­τοι­ο μά­θη­μα. Μό­νο ὁ κα­θρέ­φτης μὲ τὸ εἴ­δω­λο τοῦ δεί­χνει πὼς νὰ φι­λά­ει, νὰ φυ­λά­ει, νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει… Ὄ­χι μό­νο τὸ στό­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ σῶ­μα.

        Οἱ πό­ροι, τὰ στό­μα­τα τῆς ἁ­φῆς μου ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ κα­τα­βρο­χθί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ ὅ­ποι­α οὐ­σί­α ποὺ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς χυ­μοὺς της χώ­ρε­σε στὶς τό­σες φλοῦ­δες τῆς φύ­σης ἢ στὰ τό­σα φο­ρέ­μα­τα καὶ κο­στού­μια ποὺ κα­θρε­φτί­στη­καν στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ντου­λά­πας, τὰ χι­λιά­δες αὐ­τὰ στό­μα­τα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψα νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ χέ­ρια στοὺς ὤ­μους στὸ στῆ­θος πά­νω στὰ πρά­σι­να καρ­πού­ζια στὰ κί­τρι­να πε­πό­νια στὰ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­πιοῦν τοὺς χυ­μοὺς χω­ρὶς νὰ κα­τα­πον­τι­στοῦν μέ­σα τους. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν πι­πί­λι­ζα κρυ­φὰ νὰ λε­ρω­θεῖ νὰ πα­λι­ώ­σει τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φου­στα­νά­κι νὰ μὴ μοῦ τὸ βγά­ζουν κά­θε Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν και­νού­ριο κι ἔ­νι­ω­θα μύ­στης στὸ μὼβ μυ­στή­ριο τῶν ἀ­νε­μώ­νων. Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ μὲ τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου στὸ πέ­λος τοῦ βε­λού­δου, μέ­σα στὴ ντου­λά­πα τὴν κλει­δω­μέ­νη ἡ τσα­λα­κω­μέ­νη μου ἀ­νε­μώ­να ποὺ ὁ στη­τός της στή­μο­νας αὐ­θα­δί­α­ζε σὰν σγου­ρό­μαλ­λο ἀ­γο­ρί­στι­κο κε­φα­λά­κι στὴ μέ­ση τοῦ ὕ­πε­ρου ὅ­ταν τὸν ἔ­γλει­φαν τὰ χεί­λη μου.

        Ὑ­πάρ­χω σ’ ἕ­να ἔ­τος φω­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σβύ­σει, κόκ­κι­νη κη­λί­δα μέ­σα στὸ αὐ­γὸ ποὺ ζε­σταί­νει ὁ Και­ρὸς μὲ κά­ποι­ο ἐ­ρη­μο­σύν­νε­φο. Ὁ ἐ­αυ­τὸς εἶ­ναι πιὰ τὸ μέλ­λον ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ πα­ρελ­θὸν κι ἐ­λέγ­χει τὸ ἐ­γώ, ἐ­λέγ­χει τὸ σύ­στη­μα ἐ­πα­να­φο­ρᾶς τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας τῶν αἰ­σθή­σε­ών του. Τὸ ἐ­γώ μου ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε γι­γαν­τώ­θη­κα πό­τε μὲ κα­τά­πιαν οἱ τριγ­μοὶ τῶν καρ­πῶν ἢ οἱ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νοι θη­σαυ­ροὶ τῆς ντου­λά­πας ποὺ τὴν ἔ­χω στὴν χού­φτα μου τό­σο σμι­κραί­νει, τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρί­νει πό­σο ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τα μα­γι­κὰ εἶ­ναι ὁ χρό­νος, ὁ χῶ­ρος, ἡ μνή­μη ἀ­κού­ει μιὰ παρ­τι­τού­ρα, τοὺς τριγ­μοὺς τῆς αἰ­ώ­νιας σύν­θε­σης καὶ σι­γὰ σι­γὰ σβύ­νει.

Στὸ κον­σέρ­το γιὰ τὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ

παί­ζουν

τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα

ἡ βε­νε­τσι­ά­νι­κη δαν­τέ­λα τῆς για­γιᾶς

ἡ κόκ­κι­νη μου­σε­λί­να τῆς με­γά­λης μου ἀ­δελ­φῆς

ἡ ψά­θι­νη κα­πε­λί­να μὲ τὰ κόκ­κι­να κε­ρά­σια

τὸ μπα­στού­νι τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια λα­βὴ

ἕ­να πορ­το­κά­λι πα­ρα­σό­λι

ἡ ἀ­πο­κρι­ά­τι­κη στο­λὴ τῆς βα­σί­λισ­σας τοῦ Σαβ­βὰ

ἕ­να σα­κά­κι μὲ πα­ρά­ση­μα τοῦ πα­τέ­ρα

ἡ πλε­ρέ­ζα τῆς μη­τέ­ρας

τὰ φθαρ­μέ­να μπλοὺ τζὴν ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ρὸκ πάρ­τι καὶ ὅ­τι ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὸ καμ­μέ­νο πε­ρι­βό­λι τῶν φυ­τῶν καὶ τῶν καρ­πῶν ποὺ ἄ­φη­σε τὸ νη­στι­κὸ σαρ­κο­βό­ρο θη­ρί­ο τῶν αἰ­σθή­σε­ων γιὰ νὰ να­νου­ρί­ζε­ται στὴν πί­σω με­ριὰ τῆς ἔλ­λει­ψης χορ­τα­σμέ­νο καὶ λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση.


 

Πηγή: περ. Νέες Τομές, ἀρ. 2 (94), Καλοκαίρι 1985.

Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια γιὰ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ σε­νά­ριο στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Columbia of Illinois State of USA. Ἔ­λα­βε μέ­ρος σὲ workshop στὴν Ελ­λα­δα ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο Grotofski μὲ τὸν δι­ά­ση­μο σκη­νο­θέ­τη Sislack. Ἔ­χει δου­λέ­ψει σὰν ρε­πόρ­τερ καὶ στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις τῆς Ὀ­λυμ­πια­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὰ ἄ­λο­γα (πε­ζο­γρα­φί­α, Αἰ­γό­κε­ρος, 1980), τε­λευ­ταῖ­ο της Σκό­νη πε­τα­λού­δας (ποί­η­ση, Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).