Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ

 



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ φι­λο­λο­γί­ας, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δό­σεις τῆς γε­νι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας, ἕ­να μά­θη­μα ὄ­α­ση ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ δαγ­κω­τὸ ποὺ ἔ­ρι­ξα ἔ­πει­τα στὴ γλωσ­σο­λο­γί­α, δι­δα­χτή­κα­με τὴν ἀρ­χὴ αὐ­θαι­ρε­σί­ας τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ση­μεί­ου τοῦ Φερ­ντι­νὰντ ντὲ Σωσ­σύρ. Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τή, ἡ σχέ­ση με­τα­ξὺ ση­μαί­νον­τος καὶ ση­μαι­νο­μέ­νου, με­τα­ξὺ δη­λα­δὴ τῆς ἠ­χη­τι­κῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μιᾶς λέ­ξης καὶ τῆς ἔν­νοι­άς της, δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ αὐ­θαι­ρε­σί­α. Μ’ ἄλ­λα λό­για, ἡ ἔν­νοι­α μῆ­λο δὲν σχε­τί­ζε­ται αἰ­τια­κὰ μὲ τὴν ἀ­κου­στι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μου-ι-λοῦ-ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­νὰ γλῶσ­σες. Ἡ γνώ­ση αὐ­τὴ θὰ μὲ εἶ­χε γλι­τώ­σει ἀ­πὸ ἕ­να τραυ­μα­τι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ἂν εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὶς γνω­στι­κές μου ἀ­πο­θῆ­κες κάμ­πο­σα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Καὶ νά για­τὶ.

       Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ ’95, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Ἰ­τα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ταν κά­θε κα­λο­καί­ρι στὴ γει­το­νιά, ἦρ­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ὁ Στέ­φα­νο, ἕ­να μαυ­ρο­τσού­κα­λο μὲ μά­τια κα­τα­γά­λα­να ποὺ δὲν σκάμ­πα­ζε γρὺ ἑλ­λη­νι­κά. Στὸ παι­χνί­δι, ὅ­μως, συ­νεν­νο­ού­μα­σταν ἄ­ψο­γα, ἔ­δι­ναν κι ἔ­παιρ­ναν τὰ νο­ή­μα­τα κι ἡ παν­το­μί­μα. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ παί­ζα­με κρυ­φτό, μό­λις ξε­κί­νη­σε τὸ πέν­τε-δέ­κα-δε­κα­πέν­τε, ὁ Στέ­φα­νο κι ἐ­γὼ τρέ­ξα­με πρὸς τὴν ἴ­δια με­ριὰ καὶ κρυ­φτή­κα­με πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να μη­χα­νά­κι πού ’­ταν πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τρο­χό­σπι­το. Κα­θό­τι ἡ κρυ­ψώ­να ἦ­ταν ὀ­λί­γον τι στε­νό­χω­ρη, τὰ γο­να­τι­σμέ­να σώ­μα­τά μας εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἐ­λα­φρῶς νὰ ἐ­φά­πτον­ται. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς θε­ρι­νῆς νυ­κτός, ἀ­κου­γό­ταν μο­νά­χα τὸ χτυ­πο­κάρ­δι μας κι ὁ γκι­ό­νης, μέ­χρι ποὺ ὁ Στέ­φα­νο γέρ­νει στὸ αὐ­τί μου καὶ μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει λό­για ἀ­προσ­δό­κη­τα. Εὐ­θύς, τοῦ ρί­χνω ἕ­να σκαμ­πί­λι λυσ­σα­σμέ­νο, ἐ­γὼ ποὺ δὲν εἶ­χα ση­κώ­σει χέ­ρι σ’ ἄν­θρω­πο, ἐ­ξὸν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου κι αὐ­τὸ πά­νω σὲ ἄ­μυ­να. Ὁ Στέ­φα­νο ἔμ­πη­ξε τὰ κλά­μα­τα κι ἐ­γὼ ἔ­τρε­ξα νὰ κλει­δαμ­πα­ρω­θῶ στὸ σπί­τι.

       Ἔ­κα­να τέσ­σε­ρις ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες νὰ βγῶ στὴ γει­το­νιά. Οἱ φί­λες καὶ γει­τό­νισ­σες περ­να­γαν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου καὶ μὲ φώ­να­ζαν. Σή­κω­να λί­γο το σκοῦ­ρο, ἔ­λε­γα εἶ­μαι ἄρ­ρω­στη καὶ τὸ ξα­νά­ρι­χνα. Τί ἔ­πα­θες καὶ χα­στού­κι­σες τὸν Στέ­φα­νο; πρό­λα­βαν νὰ μοῦ ποῦν μιὰ μέ­ρα. Νὰ σᾶς πεῖ αὐ­τός! ἀ­πάν­τη­σα. Αὐ­τὸς λέ­ει δὲν ξέ­ρει, εἶ­πε ἡ Ἀν­τριά­να, ἡ ξα­δέρ­φη του ποὺ γνώ­ρι­ζε κα­λὰ καὶ τὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες, καὶ μοῦ ἀ­νέ­βα­σε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

       Τὴν πέμ­πτη μέ­ρα ἐγ­κλει­σμοῦ μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε ὁ Μα­ο­ρί­τσιο, ὁ θεῖ­ος τοῦ Στέ­φα­νο. Ντὲν εἶ­ναι σω­στὰ πρά­μα­τα νὰ μα­λώ­νε­τε πρέ­πει νὰ παί­ζε­τε, τί ἔ­γι­νε, φά μου πεῖς;. Μὴ ἔ­χον­τας ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ἄρ­χι­σα νὰ δι­η­γοῦ­μαι τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Στὸ ἐ­πί­μα­χο ση­μεῖ­ο κόμ­πια­σα μιά, κόμ­πια­σα δυ­ό, τὴν τρί­τη τὸ ξε­στό­μι­σα. Πού­τσα, μοῦ εἶ­πε, πού­τσα! Ὁ Μα­ο­ρί­τσιο ξέ­σπα­σε στὰ γέ­λια κι ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ζα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη. Κι ὅ­σο ἐ­κεῖ­νος κα­κά­ρι­ζε δι­πλω­μέ­νος στὰ δύ­ο, τό­σο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κρα­τή­σω τὶς πα­λά­μες μου νὰ μὴν ξα­να­χει­ρο­δι­κή­σουν. Μό­λις ἴ­σι­ω­σε, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε πὼς πού­τσα ση­μαί­νει βρώ­μα στὰ ἰ­τα­λι­κά, φὰ βρώ­μα­γε τὸ μη­κα­νά­κι!

       Ντρο­πι­α­σμέ­νη πού ’­χα ξε­ση­κώ­σει ἑλ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κὴ δι­α­μά­χη στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να, ζή­τη­σα σκού­ζι ἀ­πὸ τὸν Στέ­φα­νο καὶ τὸν πῆ­ρα νὰ παί­ξου­με εἰ­ρή­νη ἢ πό­λε­μο γιὰ νὰ ξορ­κί­σω τὸ κα­κό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: