Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης: Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει

 



Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης


Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει


       I. Οἱ ὀ­φθαλ­μο­μάν­τεις τοῦ θέ­ρους


ΦΘΑΛΜΟΜΑΝΤΕΙΑ ση­μαί­νει προ­φη­τεί­α μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ μα­τιοῦ. Νο­μί­ζω πὼς συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Γυ­μνά­σιο, στὴν Ἰ­λιά­δα τοῦ Ὁ­μή­ρου (ἕ­να κοί­ταγ­μα μέ­σα στὰ μά­τια ἑ­νὸς νε­κροῦ ἀ­λό­γου), ὅ­μως ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Ὄ­μορ­φα πτώ­μα­τα τῶν κα­λο­και­ρι­ῶν ποὺ πέ­ρα­σαν ξα­πλώ­νουν πά­νω σε πλα­τιὰ βρά­χια δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Στὶς ρὸζ θη­λές τους, ποὺ δεί­χνουν ψη­λὰ σὰν ἀ­λε­ξι­κέ­ραυ­να, ἡ ἀ­να­πό­λη­σή μας δι­α­λύ­ε­ται μὲ κρό­το. Κοι­τά­ζον­τας μέ­σα στὰ νε­κρά τους μά­τια τὸ πα­ρελ­θὸν ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὰν ἕ­νας ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός.


*


Βλέ­που­με στὸ φῶς τοῦ με­ση­με­ριοῦ τὰ ἐ­ρεί­πια ἑ­νὸς ἀρ­χαί­ου να­οῦ Ἰ­ω­νι­κοῦ ρυθ­μοῦ πά­νω ἀ­πὸ μιὰ ἀμ­μου­διά. Κά­ποι­ες κο­λῶ­νες, ποὺ τὰ σγου­ρά τους κι­ο­νό­κρα­να θυ­μί­ζουν τὸ χτέ­νι­σμα τοῦ βα­λὲ τῆς τρά­που­λας, στέ­κον­ται ἀ­κό­μα ὄρ­θι­ες ρί­χνον­τας κά­τω τὸν ἴ­σκιο τῶν ὡ­ρῶν, ἐ­νῶ ἄλ­λες κεί­τον­ται στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὴν ὀ­δον­τω­τὴ δι­α­το­μὴ τοῦ κί­ο­νά τους ἐ­κτι­θέ­με­νη σὰν πε­τα­μέ­να γρα­νά­ζια ἢ ἔκ­πτω­τοι ἥ­λιοι τοῦ χθὲς ποὺ μαρ­μά­ρω­σαν. Βλέ­που­με τὶς ὧ­ρες τοῦ ἥ­λιου, κο­ρί­τσια μὲ μα­γιὸ ποὺ παί­ζουν μὲ μιὰ πο­λύ­χρω­μη πλα­στι­κὴ μπά­λα. Κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νες, εὐ­θυ­τε­νεῖς, ἁ­γί­ες καὶ μὲ τὰ πό­δια χω­μέ­να στὴν ἄμ­μο σὰν κε­ρά­κια στὸ μα­νουά­λι ἑ­νὸς πύ­ρι­νου με­ση­με­ριοῦ. Τὰ ἴ­χνη τῶν πο­δι­ῶν τους στὴ μου­σκε­μέ­νη ἀ­κτὴ δια­ρκοῦν γιὰ λί­γο προ­τοῦ τὰ σβή­σει τὸ νε­ρὸ (μπλὲ ὅ­πως ἡ σκλη­ρὴ πλευ­ρὰ μιᾶς γο­μο­λά­στι­χας). Βλέ­που­με τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ λου­ό­με­νου γε­ω­μέ­τρη: νὰ τι­θα­σεύ­σει τὸν χρό­νο, δί­νον­τάς του σχῆ­μα. Γρά­φει στὴν πα­ρα­λί­α μὲ ἕ­να ξύ­λο τὶς τρο­χι­ὲς τῆς μπά­λας ποὺ ρί­χνε­ται στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ φλο­γο­κέ­φα­λα κο­ρί­τσια (γραμ­μὲς καμ­πύ­λες σὰν τὴν κί­νη­ση τῶν δει­κτῶν τοῦ ρο­λο­γιοῦ), γε­μί­ζει μὲ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ ἕ­να ἀγ­γεῖ­ο γιὰ νὰ τὸ φέ­ρει στὸ σπί­τι ὡς σου­βε­νίρ.


*


Τὸ νε­ρὸ ἔ­γι­νε ἀ­έ­ρας δω­μα­τί­ου. Βάλ­τε τὸ χέ­ρι σας καὶ ρίξ­τε λί­γο ἁ­λά­τι στὸ μέ­τω­πο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

.

       II. Ἄ­σπρες Γραμ­μές


Ὁ γε­ω­μέ­τρης ξά­πλω­σε στὴν ἄμ­μο. Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου του ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο γρά­φει μιὰ ἄ­σπρη γραμ­μὴ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἂν κλεί­σει τὰ μά­τια του ἢ ἂν πά­ψει νὰ τὴν κοι­τά­ζει δὲν θὰ σβη­στεῖ, σκέ­φτε­ται (ὁ δει­λός). Καὶ ὕ­στε­ρα φαν­τά­ζε­ται τὸν πα­τέ­ρα του τὸν δά­σκα­λο νὰ γρά­φει καὶ νὰ σβή­νει στὸν μαυ­ρο­πί­να­κα τῆς τά­ξης του μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ λευ­κὴ κι­μω­λί­α (τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ ὄρ­γα­να γρα­φῆς, ποὺ οἱ γραμ­μές του ἀ­πὸ σκό­νη τό­σο τα­πει­νὰ ἀγ­κα­λιά­ζουν τὴν προ­σω­ρι­νό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των κα­θὼς τὸ σφουγ­γά­ρι τοῦ δα­σκά­λου τὶς με­τα­τρέ­πει σὲ ἕ­να ἀ­σπρι­δε­ρὸ σύν­νε­φο), ἀν­τρεῖ­ος σὰν Ἡ­ρα­κλῆς ποὺ κα­τε­βαί­νει στὸν Ἅ­δη καὶ φέρ­νει πά­νω τὸν Κέρ­βε­ρο δε­μέ­νο γιὰ νὰ τὸν δεί­ξει στοὺς μα­θη­τὲς του μέ­σα στὸ δω­μά­τιο μιᾶς σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας.


ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός: Ση­μει­ώ­νου­με πὼς στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­νά­στρο­φο οἰ­ω­νὸ (omen) προ­κύ­πτει ἡ λα­τι­νι­κὴ λέ­ξη κα­νέ­νας (nemo). Καὶ ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε στοὺς τα­ξι­δευ­τὲς τοῦ χρό­νου, ποὺ κά­θον­ται καὶ νο­σταλ­γοῦν: Δὲν εἶ­ναι πιὰ κα­νεὶς στῆς μνή­μης τὸ σφα­λι­σμέ­νο δω­μά­τιο (μὲ τὰ παι­δι­κά σας παι­χνί­δια, μὲ τὴν ἁλ­μύ­ρα κα­λο­και­ρι­νῆς ἐ­ρω­τι­κῆς συ­νάν­τη­σης). Μό­νο τὸ πα­λιό σας σχῆ­μα στέ­κει ἐ­κεῖ – νε­κρό, ἀ­δι­ό­ρα­το καὶ γυ­ά­λι­νο σὰν τὸ κέ­λυ­φος ποὺ ἀ­φή­νει στὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου ἕ­να τζι­τζί­κι. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε, ἀ­όμ­μα­τοι, τὸ ἀ­σχη­μά­τι­στο, φω­τει­νὸ τώ­ρα ποὺ καί­ει τὴ μα­τιά σας, καὶ ἐν­θυ­μού­με­νοι, χα­μο­γε­λᾶ­τε μὲ ὀ­δύ­νη (ἡ ὡ­ραί­α μνή­μη γεν­νᾶ εὐ­τυ­χί­α ποὺ πο­νά­ει), Ὀ­δυσ­σεῖς καὶ Κύ­κλω­πες σὲ ἕ­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Διονύσιος Στράνης (Ἀθήνα, 1984). Κείμενά του ἔχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά Bibilotheque και Φρέαρ.


 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: