Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου

(Aria del tempo)


ΓΚΑΙΝΙΑ σὲ μιὰ πι­να­κο­θή­κη. Τὰ ἔρ­γα εἶ­ναι μέ­τρια, ὁ μπου­φὲς ἀ­κό­μα πιὸ μέ­τριος —ζε­στὸ Προ­σέ­κο[1] καὶ πα­γω­μέ­νο φα­γη­τό— ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μι­λί­α ποὺ ἐ­πι­λέ­χτη­κε γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψει τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μέ­νουν. Ὁ τί­τλος εἶ­ναι «Χρώ­μα­τα κι ἀ­ρώ­μα­τα». Μι­λᾶ μιὰ κυ­ρί­α ποὺ ἐ­παγ­γέλ­λε­ται δη­μι­ουρ­γὸς ἀ­ρω­μά­των. ‘Μύ­τες’ ὀ­νο­μά­ζον­ται στὴν ἀρ­γκὸ ὅ­σοι κά­νουν αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα.

       — Ἡ ὀ­σφρη­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­μο­νη, ἡ πιὸ δυ­να­τὴ ἀπ΄ ὅ­λες. Ἂν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια αἰ­σθαν­θεῖς τώ­ρα τὴν ἴ­δια μυ­ρω­διά, ξα­να­ζεῖς τὶς πε­ρι­στά­σεις ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὅ­ταν τὴν ἔ­νι­ω­σες —ἢ τὴν ἔ­νι­ω­θες, ἐ­ὰν ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη μυ­ρω­διὰ— σὰν νὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα λε­πτά. Ἡ ὄ­σφρη­ση, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­τι­φα­τι­κὴ αἴ­σθη­ση. Κα­τέ­χει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­βλη­τι­κὴ δύ­να­μη, μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὶς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ μα­κρι­νοῦ πα­ρελ­θόν­τος μας, μά, ἂν προ­σέ­ξε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χουν λέ­ξεις ποὺ νὰ κυ­ρι­ο­λε­κτοῦν ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κα­το­νο­μά­σου­με τὶς μυ­ρω­δι­ές. Γιὰ νὰ τὶς ὀ­νο­μά­σου­με εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με σχή­μα­τα λό­γου ἢ πε­ρι­φρά­σεις: ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κομ­μέ­νου χόρ­του, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς γῆς πρὶν ἀ­πὸ τὴ βρο­χή, ἡ ἄ­σχη­μη μυ­ρω­διὰ τοῦ χα­λα­σμέ­νου αὐ­γοῦ καὶ πά­ει λέ­γον­τας.

       — Δὲν σκε­φτό­μα­στε τό­σο συ­χνὰ πό­σο σπά­νια εἶ­ναι ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­να­κα­λοῦ­με στὴν μνή­μη ἢ νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε μιὰ μυ­ρω­διά, δη­λα­δὴ νὰ τὴν αἰ­σθα­νό­μα­στε ἐ­νῶ δὲν εἶ­ναι πα­ροῦ­σα. Προ­παν­τὸς ἂν συγ­κρί­νου­με αὐ­τὴ τὴν δυ­σκο­λί­α μὲ τὴν εὐ­κο­λί­α ποὺ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἢ ἠ­χη­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση. Σχε­δὸν κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ φαν­τα­στεῖ μιὰ μυ­ρω­διά. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ κά­ποι­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι τὸ κα­τορ­θώ­νει, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­κλεί­σου­με τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ συγ­χέ­ει μιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ὀ­σφρη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α μὲ μιὰ ἀ­νά­μνη­ση ποὺ ἀ­να­πα­ρά­γε­ται ἀ­πὸ ἄλ­λες αἰ­σθή­σεις.

       — Κι ὅ­μως, νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε μὲ τὴ μνή­μη μυ­ρω­δι­ὲς εἶ­ναι κά­τι ποὺ μα­θαί­νε­ται. Χρει­ά­ζε­ται, πρω­τί­στως, νὰ ξα­να­πλά­σου­με στὸ μυα­λό μας τὶς συν­θῆ­κες στὶς ὁ­ποῖ­ες τὶς ἀν­τι­λη­φθή­κα­με. Νὰ θυ­μη­θοῦ­με, δι­α­δο­χι­κά, ἀρ­κε­τὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς νὰ σκε­φτό­μα­στε, προ­σπα­θών­τας μό­νον νὰ ἀ­να­κα­λέ­σου­με τὶς πε­ρι­στά­σεις καὶ νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὰ ὀ­σφρη­τι­κά τους ὅ­ρια.

       Με­τὰ μᾶς ἐ­ξη­γεῖ μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες πῶς γί­νε­ται – πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὶς δυ­να­τὲς μυ­ρω­δι­ές, ἀ­κό­μα καὶ τὶς δυ­σά­ρε­στες, καὶ νὰ ἀ­φή­νει τὴν εὐ­χά­ρι­στη ἀ­νά­μνη­ση νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­βί­α­στα— καὶ μοῦ κι­νεῖ τὴν πε­ρι­έρ­γεια σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ με­τὰ τὰ ἐγ­καί­νια πά­ω στὸ σπί­τι κι ἀ­πο­φα­σί­ζω νὰ δο­κι­μά­σω.

       Κά­θο­μαι στὴν πο­λυ­θρό­να, μι­σο­κλεί­νω τὰ μά­τια κι ἀρ­χί­ζω.

       Χλω­ρί­νη καὶ κα­θα­ρι­ό­τη­τα στὸ σπί­τι τῶν παπ­πού­δων. Τὰ ὄ­χι πο­λὺ κα­θα­ρὰ ροῦ­χα ἑ­νὸς ἀ­γρό­τη ποὺ ἐρ­χό­ταν νὰ μᾶς φέ­ρει αὐ­γὰ στὴν ἐ­ξο­χή. Ἡ κυ­ρί­α Λο­ροῦσ­σο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας καὶ ἀ­νά­δι­νε στὸ ἀ­σαν­σὲρ μιὰ μυ­ρω­διὰ ζύ­μης καὶ φα­σο­λιῶν. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν κα­λο­γρι­ῶν καὶ τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου μου. Ἡ ταγ­κὴ ὀ­σμὴ τῆς να­φθα­λί­νης στὸ σπί­τι ἑ­νὸς συμ­μα­θη­τῆ μου. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ σκευ­ο­φυ­λα­κί­ου. Τὰ δυ­σώ­δη φι­α­λί­δια ποὺ ρί­χνα­με στὰ μα­γα­ζιὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ σκά­γα­με τρέ­χον­τας. Τὰ βρώ­μι­κα τζὴν ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ εἴ­χα­με παί­ξει μπου­νι­ὲς μα­ζὶ στοὺς κή­πους τῆς πλα­τεί­ας Γκα­ριμ­πάλ­ντι καὶ ἡ σι­δη­ροῦ­χος γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὸ στό­μα. Τὸ νέ­φτι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μου γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ πι­νέ­λα ἀ­φοῦ εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει. Κη­ρομ­πο­γι­ές. Πα­στέλ. Ἀ­λευ­ρό­κολ­λα καὶ Ξυ­λό­κολ­λα. Μαλ­λὶ τῆς γριᾶς, κρου­α­­σὰν καὶ λου­κου­μά­δες. Τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ παι­χνί­δια καὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά: τὸ πλα­στι­κό, τὸ χαρ­τό­νι, ἡ σκό­νη.

       Οἱ σε­λί­δες τοῦ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ σχο­λεί­ου.

       Τὸ τσι­γά­ρο καὶ ἡ λο­σιὸν γιὰ με­τὰ τὸ ξύ­ρι­σμα τοῦ θεί­ου μου.

       Αὐ­τὴ τὴν μυ­ρω­διὰ —δύο μὰ στὴν οὐ­σί­α μιά, ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη— γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μὲς νο­μί­ζω ὅ­τι τὴν αἰ­σθά­νο­μαι. Τὸ γε­γο­νὸς μὲ ἀ­να­στα­τώ­νει καὶ συ­νε­χί­ζω κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη ἔ­ξαρ­ση καὶ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἀ­νη­συ­χία.

       Ἡ πού­δρα Felce Azzurra Paglieri. Οἱ κόκ­κοι τοῦ κα­φὲ κι ὁ χει­ρό­μυ­λος τῆς για­γιᾶς. Ὁ πελ­τὲς το­μά­τας. Τὰ ζυ­μα­ρι­κὰ στὸ φοῦρ­νο. Ὁ γρα­φί­της καὶ τὰ ἀν­τί­τυ­πα ἡ­λι­ο­γρα­φί­ας στὸ ἀ­τε­λι­ὲ τοῦ μπαμ­πά.

       Ἡ φο­κά­τσα[2] ἀ­πὸ τὸ ἀρ­το­ποι­εῖ­ο San Rocco. Τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να γλυ­κί­σμα­τα μὲ τὴν ἄ­χνη ζά­χα­ρη στὸ Πα­νη­γύ­ρι τῆς Ἀ­να­το­λῆς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νοί­γει μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο κι αἰ­σθά­νο­μαι —πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­σθά­νο­μαι, κι ἡ καρ­διά μου σπα­ρά­ζει— τὸ ἄ­ρω­μα τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ τοῦ δερ­μά­τι­νου σα­κα­κιοῦ τῆς μά­νας ποὺ μό­λις ἔ­χει ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ πρό­σω­πό της εἶ­ναι λεῖ­ο καὶ νε­α­νι­κό. Ἔ­χει σκού­ρα μαλ­λιά, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­βα­ρὴ καὶ λί­γο με­λαγ­χο­λι­κή. Συ­νε­χί­ζω νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια κλει­στά, μὰ βλέ­πω κι αἰ­σθά­νο­μαι τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση μέ­σα μου εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρη.

       Γιὰ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο καὶ συ­νά­μα ἀ­τε­λεί­ω­το χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ἡ μά­να μου κι ἐ­γὼ εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ. Μα­ζί.


[1] Prosecco: ἀ­φρῶ­δες ἰ­τα­λι­κὸ κρα­σὶ ποὺ δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴν σαμ­πά­νια στὸν τρό­πο πα­ρα­σκευ­ῆς του.

[2] Focaccia: Πλα­τύ, ζυ­μω­τὸ ψω­μί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: