Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης: Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει

 



Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης


Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει


       I. Οἱ ὀ­φθαλ­μο­μάν­τεις τοῦ θέ­ρους


ΦΘΑΛΜΟΜΑΝΤΕΙΑ ση­μαί­νει προ­φη­τεί­α μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ μα­τιοῦ. Νο­μί­ζω πὼς συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Γυ­μνά­σιο, στὴν Ἰ­λιά­δα τοῦ Ὁ­μή­ρου (ἕ­να κοί­ταγ­μα μέ­σα στὰ μά­τια ἑ­νὸς νε­κροῦ ἀ­λό­γου), ὅ­μως ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Ὄ­μορ­φα πτώ­μα­τα τῶν κα­λο­και­ρι­ῶν ποὺ πέ­ρα­σαν ξα­πλώ­νουν πά­νω σε πλα­τιὰ βρά­χια δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Στὶς ρὸζ θη­λές τους, ποὺ δεί­χνουν ψη­λὰ σὰν ἀ­λε­ξι­κέ­ραυ­να, ἡ ἀ­να­πό­λη­σή μας δι­α­λύ­ε­ται μὲ κρό­το. Κοι­τά­ζον­τας μέ­σα στὰ νε­κρά τους μά­τια τὸ πα­ρελ­θὸν ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὰν ἕ­νας ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός.


*


Βλέ­που­με στὸ φῶς τοῦ με­ση­με­ριοῦ τὰ ἐ­ρεί­πια ἑ­νὸς ἀρ­χαί­ου να­οῦ Ἰ­ω­νι­κοῦ ρυθ­μοῦ πά­νω ἀ­πὸ μιὰ ἀμ­μου­διά. Κά­ποι­ες κο­λῶ­νες, ποὺ τὰ σγου­ρά τους κι­ο­νό­κρα­να θυ­μί­ζουν τὸ χτέ­νι­σμα τοῦ βα­λὲ τῆς τρά­που­λας, στέ­κον­ται ἀ­κό­μα ὄρ­θι­ες ρί­χνον­τας κά­τω τὸν ἴ­σκιο τῶν ὡ­ρῶν, ἐ­νῶ ἄλ­λες κεί­τον­ται στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὴν ὀ­δον­τω­τὴ δι­α­το­μὴ τοῦ κί­ο­νά τους ἐ­κτι­θέ­με­νη σὰν πε­τα­μέ­να γρα­νά­ζια ἢ ἔκ­πτω­τοι ἥ­λιοι τοῦ χθὲς ποὺ μαρ­μά­ρω­σαν. Βλέ­που­με τὶς ὧ­ρες τοῦ ἥ­λιου, κο­ρί­τσια μὲ μα­γιὸ ποὺ παί­ζουν μὲ μιὰ πο­λύ­χρω­μη πλα­στι­κὴ μπά­λα. Κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νες, εὐ­θυ­τε­νεῖς, ἁ­γί­ες καὶ μὲ τὰ πό­δια χω­μέ­να στὴν ἄμ­μο σὰν κε­ρά­κια στὸ μα­νουά­λι ἑ­νὸς πύ­ρι­νου με­ση­με­ριοῦ. Τὰ ἴ­χνη τῶν πο­δι­ῶν τους στὴ μου­σκε­μέ­νη ἀ­κτὴ δια­ρκοῦν γιὰ λί­γο προ­τοῦ τὰ σβή­σει τὸ νε­ρὸ (μπλὲ ὅ­πως ἡ σκλη­ρὴ πλευ­ρὰ μιᾶς γο­μο­λά­στι­χας). Βλέ­που­με τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ λου­ό­με­νου γε­ω­μέ­τρη: νὰ τι­θα­σεύ­σει τὸν χρό­νο, δί­νον­τάς του σχῆ­μα. Γρά­φει στὴν πα­ρα­λί­α μὲ ἕ­να ξύ­λο τὶς τρο­χι­ὲς τῆς μπά­λας ποὺ ρί­χνε­ται στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ φλο­γο­κέ­φα­λα κο­ρί­τσια (γραμ­μὲς καμ­πύ­λες σὰν τὴν κί­νη­ση τῶν δει­κτῶν τοῦ ρο­λο­γιοῦ), γε­μί­ζει μὲ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ ἕ­να ἀγ­γεῖ­ο γιὰ νὰ τὸ φέ­ρει στὸ σπί­τι ὡς σου­βε­νίρ.


*


Τὸ νε­ρὸ ἔ­γι­νε ἀ­έ­ρας δω­μα­τί­ου. Βάλ­τε τὸ χέ­ρι σας καὶ ρίξ­τε λί­γο ἁ­λά­τι στὸ μέ­τω­πο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

.

       II. Ἄ­σπρες Γραμ­μές


Ὁ γε­ω­μέ­τρης ξά­πλω­σε στὴν ἄμ­μο. Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου του ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο γρά­φει μιὰ ἄ­σπρη γραμ­μὴ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἂν κλεί­σει τὰ μά­τια του ἢ ἂν πά­ψει νὰ τὴν κοι­τά­ζει δὲν θὰ σβη­στεῖ, σκέ­φτε­ται (ὁ δει­λός). Καὶ ὕ­στε­ρα φαν­τά­ζε­ται τὸν πα­τέ­ρα του τὸν δά­σκα­λο νὰ γρά­φει καὶ νὰ σβή­νει στὸν μαυ­ρο­πί­να­κα τῆς τά­ξης του μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ λευ­κὴ κι­μω­λί­α (τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ ὄρ­γα­να γρα­φῆς, ποὺ οἱ γραμ­μές του ἀ­πὸ σκό­νη τό­σο τα­πει­νὰ ἀγ­κα­λιά­ζουν τὴν προ­σω­ρι­νό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των κα­θὼς τὸ σφουγ­γά­ρι τοῦ δα­σκά­λου τὶς με­τα­τρέ­πει σὲ ἕ­να ἀ­σπρι­δε­ρὸ σύν­νε­φο), ἀν­τρεῖ­ος σὰν Ἡ­ρα­κλῆς ποὺ κα­τε­βαί­νει στὸν Ἅ­δη καὶ φέρ­νει πά­νω τὸν Κέρ­βε­ρο δε­μέ­νο γιὰ νὰ τὸν δεί­ξει στοὺς μα­θη­τὲς του μέ­σα στὸ δω­μά­τιο μιᾶς σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας.


ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός: Ση­μει­ώ­νου­με πὼς στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­νά­στρο­φο οἰ­ω­νὸ (omen) προ­κύ­πτει ἡ λα­τι­νι­κὴ λέ­ξη κα­νέ­νας (nemo). Καὶ ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε στοὺς τα­ξι­δευ­τὲς τοῦ χρό­νου, ποὺ κά­θον­ται καὶ νο­σταλ­γοῦν: Δὲν εἶ­ναι πιὰ κα­νεὶς στῆς μνή­μης τὸ σφα­λι­σμέ­νο δω­μά­τιο (μὲ τὰ παι­δι­κά σας παι­χνί­δια, μὲ τὴν ἁλ­μύ­ρα κα­λο­και­ρι­νῆς ἐ­ρω­τι­κῆς συ­νάν­τη­σης). Μό­νο τὸ πα­λιό σας σχῆ­μα στέ­κει ἐ­κεῖ – νε­κρό, ἀ­δι­ό­ρα­το καὶ γυ­ά­λι­νο σὰν τὸ κέ­λυ­φος ποὺ ἀ­φή­νει στὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου ἕ­να τζι­τζί­κι. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε, ἀ­όμ­μα­τοι, τὸ ἀ­σχη­μά­τι­στο, φω­τει­νὸ τώ­ρα ποὺ καί­ει τὴ μα­τιά σας, καὶ ἐν­θυ­μού­με­νοι, χα­μο­γε­λᾶ­τε μὲ ὀ­δύ­νη (ἡ ὡ­ραί­α μνή­μη γεν­νᾶ εὐ­τυ­χί­α ποὺ πο­νά­ει), Ὀ­δυσ­σεῖς καὶ Κύ­κλω­πες σὲ ἕ­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Διονύσιος Στράνης (Ἀθήνα, 1984). Κείμενά του ἔχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά Bibilotheque και Φρέαρ.


 

Διαφημίσεις

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου

(Aria del tempo)


ΓΚΑΙΝΙΑ σὲ μιὰ πι­να­κο­θή­κη. Τὰ ἔρ­γα εἶ­ναι μέ­τρια, ὁ μπου­φὲς ἀ­κό­μα πιὸ μέ­τριος —ζε­στὸ Προ­σέ­κο[1] καὶ πα­γω­μέ­νο φα­γη­τό— ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μι­λί­α ποὺ ἐ­πι­λέ­χτη­κε γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψει τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μέ­νουν. Ὁ τί­τλος εἶ­ναι «Χρώ­μα­τα κι ἀ­ρώ­μα­τα». Μι­λᾶ μιὰ κυ­ρί­α ποὺ ἐ­παγ­γέλ­λε­ται δη­μι­ουρ­γὸς ἀ­ρω­μά­των. ‘Μύ­τες’ ὀ­νο­μά­ζον­ται στὴν ἀρ­γκὸ ὅ­σοι κά­νουν αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα.

       — Ἡ ὀ­σφρη­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­μο­νη, ἡ πιὸ δυ­να­τὴ ἀπ΄ ὅ­λες. Ἂν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια αἰ­σθαν­θεῖς τώ­ρα τὴν ἴ­δια μυ­ρω­διά, ξα­να­ζεῖς τὶς πε­ρι­στά­σεις ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὅ­ταν τὴν ἔ­νι­ω­σες —ἢ τὴν ἔ­νι­ω­θες, ἐ­ὰν ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη μυ­ρω­διὰ— σὰν νὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα λε­πτά. Ἡ ὄ­σφρη­ση, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­τι­φα­τι­κὴ αἴ­σθη­ση. Κα­τέ­χει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­βλη­τι­κὴ δύ­να­μη, μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὶς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ μα­κρι­νοῦ πα­ρελ­θόν­τος μας, μά, ἂν προ­σέ­ξε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χουν λέ­ξεις ποὺ νὰ κυ­ρι­ο­λε­κτοῦν ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κα­το­νο­μά­σου­με τὶς μυ­ρω­δι­ές. Γιὰ νὰ τὶς ὀ­νο­μά­σου­με εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με σχή­μα­τα λό­γου ἢ πε­ρι­φρά­σεις: ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κομ­μέ­νου χόρ­του, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς γῆς πρὶν ἀ­πὸ τὴ βρο­χή, ἡ ἄ­σχη­μη μυ­ρω­διὰ τοῦ χα­λα­σμέ­νου αὐ­γοῦ καὶ πά­ει λέ­γον­τας.

       — Δὲν σκε­φτό­μα­στε τό­σο συ­χνὰ πό­σο σπά­νια εἶ­ναι ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­να­κα­λοῦ­με στὴν μνή­μη ἢ νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε μιὰ μυ­ρω­διά, δη­λα­δὴ νὰ τὴν αἰ­σθα­νό­μα­στε ἐ­νῶ δὲν εἶ­ναι πα­ροῦ­σα. Προ­παν­τὸς ἂν συγ­κρί­νου­με αὐ­τὴ τὴν δυ­σκο­λί­α μὲ τὴν εὐ­κο­λί­α ποὺ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἢ ἠ­χη­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση. Σχε­δὸν κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ φαν­τα­στεῖ μιὰ μυ­ρω­διά. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ κά­ποι­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι τὸ κα­τορ­θώ­νει, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­κλεί­σου­με τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ συγ­χέ­ει μιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ὀ­σφρη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α μὲ μιὰ ἀ­νά­μνη­ση ποὺ ἀ­να­πα­ρά­γε­ται ἀ­πὸ ἄλ­λες αἰ­σθή­σεις.

       — Κι ὅ­μως, νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε μὲ τὴ μνή­μη μυ­ρω­δι­ὲς εἶ­ναι κά­τι ποὺ μα­θαί­νε­ται. Χρει­ά­ζε­ται, πρω­τί­στως, νὰ ξα­να­πλά­σου­με στὸ μυα­λό μας τὶς συν­θῆ­κες στὶς ὁ­ποῖ­ες τὶς ἀν­τι­λη­φθή­κα­με. Νὰ θυ­μη­θοῦ­με, δι­α­δο­χι­κά, ἀρ­κε­τὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς νὰ σκε­φτό­μα­στε, προ­σπα­θών­τας μό­νον νὰ ἀ­να­κα­λέ­σου­με τὶς πε­ρι­στά­σεις καὶ νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὰ ὀ­σφρη­τι­κά τους ὅ­ρια.

       Με­τὰ μᾶς ἐ­ξη­γεῖ μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες πῶς γί­νε­ται – πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὶς δυ­να­τὲς μυ­ρω­δι­ές, ἀ­κό­μα καὶ τὶς δυ­σά­ρε­στες, καὶ νὰ ἀ­φή­νει τὴν εὐ­χά­ρι­στη ἀ­νά­μνη­ση νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­βί­α­στα— καὶ μοῦ κι­νεῖ τὴν πε­ρι­έρ­γεια σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ με­τὰ τὰ ἐγ­καί­νια πά­ω στὸ σπί­τι κι ἀ­πο­φα­σί­ζω νὰ δο­κι­μά­σω.

       Κά­θο­μαι στὴν πο­λυ­θρό­να, μι­σο­κλεί­νω τὰ μά­τια κι ἀρ­χί­ζω.

       Χλω­ρί­νη καὶ κα­θα­ρι­ό­τη­τα στὸ σπί­τι τῶν παπ­πού­δων. Τὰ ὄ­χι πο­λὺ κα­θα­ρὰ ροῦ­χα ἑ­νὸς ἀ­γρό­τη ποὺ ἐρ­χό­ταν νὰ μᾶς φέ­ρει αὐ­γὰ στὴν ἐ­ξο­χή. Ἡ κυ­ρί­α Λο­ροῦσ­σο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας καὶ ἀ­νά­δι­νε στὸ ἀ­σαν­σὲρ μιὰ μυ­ρω­διὰ ζύ­μης καὶ φα­σο­λιῶν. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν κα­λο­γρι­ῶν καὶ τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου μου. Ἡ ταγ­κὴ ὀ­σμὴ τῆς να­φθα­λί­νης στὸ σπί­τι ἑ­νὸς συμ­μα­θη­τῆ μου. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ σκευ­ο­φυ­λα­κί­ου. Τὰ δυ­σώ­δη φι­α­λί­δια ποὺ ρί­χνα­με στὰ μα­γα­ζιὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ σκά­γα­με τρέ­χον­τας. Τὰ βρώ­μι­κα τζὴν ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ εἴ­χα­με παί­ξει μπου­νι­ὲς μα­ζὶ στοὺς κή­πους τῆς πλα­τεί­ας Γκα­ριμ­πάλ­ντι καὶ ἡ σι­δη­ροῦ­χος γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὸ στό­μα. Τὸ νέ­φτι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μου γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ πι­νέ­λα ἀ­φοῦ εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει. Κη­ρομ­πο­γι­ές. Πα­στέλ. Ἀ­λευ­ρό­κολ­λα καὶ Ξυ­λό­κολ­λα. Μαλ­λὶ τῆς γριᾶς, κρου­α­­σὰν καὶ λου­κου­μά­δες. Τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ παι­χνί­δια καὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά: τὸ πλα­στι­κό, τὸ χαρ­τό­νι, ἡ σκό­νη.

       Οἱ σε­λί­δες τοῦ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ σχο­λεί­ου.

       Τὸ τσι­γά­ρο καὶ ἡ λο­σιὸν γιὰ με­τὰ τὸ ξύ­ρι­σμα τοῦ θεί­ου μου.

       Αὐ­τὴ τὴν μυ­ρω­διὰ —δύο μὰ στὴν οὐ­σί­α μιά, ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη— γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μὲς νο­μί­ζω ὅ­τι τὴν αἰ­σθά­νο­μαι. Τὸ γε­γο­νὸς μὲ ἀ­να­στα­τώ­νει καὶ συ­νε­χί­ζω κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη ἔ­ξαρ­ση καὶ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἀ­νη­συ­χία.

       Ἡ πού­δρα Felce Azzurra Paglieri. Οἱ κόκ­κοι τοῦ κα­φὲ κι ὁ χει­ρό­μυ­λος τῆς για­γιᾶς. Ὁ πελ­τὲς το­μά­τας. Τὰ ζυ­μα­ρι­κὰ στὸ φοῦρ­νο. Ὁ γρα­φί­της καὶ τὰ ἀν­τί­τυ­πα ἡ­λι­ο­γρα­φί­ας στὸ ἀ­τε­λι­ὲ τοῦ μπαμ­πά.

       Ἡ φο­κά­τσα[2] ἀ­πὸ τὸ ἀρ­το­ποι­εῖ­ο San Rocco. Τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να γλυ­κί­σμα­τα μὲ τὴν ἄ­χνη ζά­χα­ρη στὸ Πα­νη­γύ­ρι τῆς Ἀ­να­το­λῆς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νοί­γει μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο κι αἰ­σθά­νο­μαι —πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­σθά­νο­μαι, κι ἡ καρ­διά μου σπα­ρά­ζει— τὸ ἄ­ρω­μα τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ τοῦ δερ­μά­τι­νου σα­κα­κιοῦ τῆς μά­νας ποὺ μό­λις ἔ­χει ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ πρό­σω­πό της εἶ­ναι λεῖ­ο καὶ νε­α­νι­κό. Ἔ­χει σκού­ρα μαλ­λιά, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­βα­ρὴ καὶ λί­γο με­λαγ­χο­λι­κή. Συ­νε­χί­ζω νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια κλει­στά, μὰ βλέ­πω κι αἰ­σθά­νο­μαι τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση μέ­σα μου εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρη.

       Γιὰ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο καὶ συ­νά­μα ἀ­τε­λεί­ω­το χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ἡ μά­να μου κι ἐ­γὼ εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ. Μα­ζί.


[1] Prosecco: ἀ­φρῶ­δες ἰ­τα­λι­κὸ κρα­σὶ ποὺ δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴν σαμ­πά­νια στὸν τρό­πο πα­ρα­σκευ­ῆς του.

[2] Focaccia: Πλα­τύ, ζυ­μω­τὸ ψω­μί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός

(Poliziotto buono)


ΙΑ ἀ­πὸ τὶς πιὸ πα­λι­ὲς ἀ­να­κρι­τι­κὲς με­θό­δους —σί­γου­ρα ἡ πιὸ γνω­στή—, εἶ­ναι ἡ μέ­θο­δος τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὶς ἀ­να­κρί­σεις ὑ­πό­πτων ἢ στοὺς ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κοὺς μάρ­τυ­ρες. Μὲ λί­γα λό­για σὲ ἄ­το­μα ἐ­λά­χι­στα δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ συ­νερ­γα­στοῦν μὲ τοὺς ἀ­να­κρι­τές. Οἱ ρό­λοι, ἐν­νο­εῖ­ται, ἀ­πο­φα­σί­ζον­ται πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.

       Τὸ σχέ­διο πά­νω-κά­τω εἶ­ναι τὸ ἀ­κό­λου­θο.

       Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κὸς συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ ἐ­πι­θε­τι­κὸ τρό­πο, λε­κτι­κὰ βί­αι­ο, ἀ­πει­λη­τι­κὸ καὶ πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­χθρό­τη­τας, φό­βου καὶ ἀ­νάγ­κης προ­στα­σί­ας. Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, ἀν­τι­θέ­τως, συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ τρό­πο φι­λι­κό, εὐ­γε­νι­κό, ὅ­λος κα­τα­νό­η­ση, σχε­δὸν συμ­πο­νε­τι­κό· προ­στα­τεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀ­να­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν αὐ­θά­δεια καὶ τὶς λε­κτι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ κα­κοῦ καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ (ἢ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι δη­μι­ουρ­γεῖ) συμ­πά­θεια. Ἡ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τῆς με­θό­δου εἶ­ναι ὅ­τι, ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­κτε­θεῖ στὴν κα­τα­χρη­στι­κὴ καὶ πα­ρα­βα­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι τώ­ρα δι­α­θέ­σι­μος νὰ συ­νερ­γα­στεῖ ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς αἰ­σθή­μα­τος εὐ­γνω­μο­σύ­νης πρὸς ἐ­κεῖ­νον —τὸν κα­λὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ— ποὺ στα­μά­τη­σε αὐ­τὴν τὴν κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά.

       Εἶ­ναι μιὰ πα­λιὰ μέ­θο­δος ποὺ ἐν τού­τοις, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν ὅ­ποι­α ἠ­θι­κή, καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δι­κα­στι­κὴ νο­μι­μό­τη­τα, λει­τουρ­γεῖ πάν­τα. Ἢ μᾶλ­λον, σχε­δὸν πάν­τα, ὅ­πως δεί­χνει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ μοῦ δι­η­γεῖ­ται ἕ­νας πα­λιός μου φί­λος, Ἀ­στυ­νο­μι­κὸς Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τής.


       Ὁ Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴς Κα­ροῦ­ζο καὶ ὁ ἀν­θυ­πα­στυ­νό­μος Μι­νάρ­ντι δου­λεύ­ουν στὴ Δί­ω­ξη Ναρ­κω­τι­κῶν σὲ ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τοῦ βορ­ρά. Ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κό τους πῆ­γε ἕ­να νε­α­ρὸ ποὺ βρέ­θη­κε νὰ ἔ­χει πά­νω του δυ­ὸ φα­κε­λά­κια κο­καΐ­νης, προ­φα­νῶς γιὰ προ­σω­πι­κὴ χρή­ση. Ὁ Μι­νάρ­ντι κι ὁ Κα­ροῦ­ζο ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ τὸν ἀ­να­κρί­νουν γιὰ νὰ δο­κι­μά­σουν νὰ βροῦν τὸν δι­α­κι­νη­τή. Ὅ­πως συ­νή­θως ὁ Μι­νάρ­ντι, ἕ­νας τύ­πος ἀ­δύ­να­τος μὲ λε­πτὸ πρό­σω­πο κι ἔκ­φρα­ση ἐ­λά­χι­στα κα­θη­συ­χα­στι­κή, θὰ κά­νει τὸν κα­κό. Ὁ Κα­ροῦ­ζο, ἕ­νας σω­μα­τώ­δης τύ­πος ἑ­κα­τὸ κι­λῶν, σχε­δὸν χω­ρὶς λαι­μό, ποὺ στὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο του δι­δά­σκει τζοῦν­το σὲ παι­διά, θὰ κά­νει ἀν­τι­θέ­τως, τὸν κα­λό.

       Ξε­κι­νᾶ ὁ Μι­νάρ­ντι —ὁ κα­κός— βα­στών­τας τὰ δυ­ὸ φα­κε­λά­κια μὲ τὸ ναρ­κω­τι­κό.

       — Ποι­ός σοῦ τὰ ἔ­δω­σε αὐ­τά; – τοῦ οὐρ­λιά­ζει κα­τά­μου­τρα.

       — Κά­ποι­ος ποὺ τὸν βρῆ­κα στὴν πλα­τεί­α, μοῦ τὸν εἴ­χα­νε δεί­ξει ἄλ­λοι. Τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ποῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­γο­ρά­σω πράγ­μα.

       — Πῶς λέ­γε­ται αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος;

       — Δὲν ξέ­ρω, δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ. Μοῦ τὸν εἶ­χαν δεί­ξει ἄλ­λοι, τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ἂν ἤ­ξε­ρε κα­νέ­ναν…

       Ὁ Μι­νάρ­ντι βά­ζει τὰ δά­χτυ­λά του πά­νω στὸ πη­γού­νι του καὶ τοῦ ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πό­το­μα.

       — Κοί­τα με στὰ μά­τια, μα­λά­κα. Μὴ μᾶς μᾶς δου­λεύ­εις, για­τὶ θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις ποὺ γεν­νή­θη­κες. Ποιός κα­ρι­ό­λης σοῦ ἔ­δω­σε τὰ ναρ­κω­τι­κά; τοῦ λέ­ει, κοι­τών­τας τον κα­τά­μα­τα, ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὁ νε­α­ρός, ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα του, ἔ­τσι ποὺ ὁ Μι­νάρ­ντι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, χω­ρὶς νὰ δυ­σκο­λεύ­ε­ται, νὰ τὸν ἀ­φή­σει.

       — Τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ ποὺ κά­νε­τε: τὸ παι­χνι­δά­κι τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει, τὸ ἔ­χω δεῖ σὲ πολ­λὲς ται­νί­ες. Εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο, πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸν γνω­ρί­ζω αὐ­τὸν ποὺ τὸ ἀ­γό­ρα­σα.

       Ἡ σκη­νὴ πα­γώ­νει γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Δὲ λέ­ει κα­νεὶς τί­πο­τα. Οἱ δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ κοι­τα­χτοῦν με­τα­ξύ τους, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ γε­λά­γα­νε καὶ δὲν ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν. Ἡ ἰ­δέ­α γιὰ νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο εἶ­ναι τοῦ Κα­ροῦ­ζο.

       — Μπρά­βο, λοι­πὸν ξέ­ρεις τὰ πάν­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἐρ­γα­ζό­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ μπά­τσοι. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη σου, λοι­πόν, ὁ συ­νά­δελ­φός μου εἶ­ναι ὁ κα­κὸς κι ἐ­γὼ ὁ κα­λός. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – ὁ νε­α­ρὸς κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι του συμ­φω­νών­τας, λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ὁ Κα­ροῦ­ζο τὸν πλη­σιά­ζει, κά­θε­ται μπρο­στά του κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ τε­ρά­στιο χέ­ρι του στὴν πλά­τη του. Ἡ χει­ρο­νο­μί­α δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου κα­θη­συ­χα­στι­κή.

       — Ὡ­στό­σο, κά­νεις λά­θος. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ κα­λός, ὁ κα­κὸς εἶ­μαι ἐ­γώ.


       — Καὶ με­τὰ τί κά­να­τε; – ρω­τά­ω τὸν Κα­ροῦ­ζο.

       Τε­λει­ώ­νει τὸν κα­φέ του, κου­νά­ει τοὺς τε­ρά­στιους ὤ­μους του, μι­σο­κλεί­νει τὰ γα­λα­νὰ κι εὐ­γε­νι­κά του μά­τια.

       — Τὸν ἀ­φή­σα­με νὰ φύ­γει, δό­κτο­ρα, ἐν­νο­εῖ­ται. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εἶ­χε νι­κή­σει αὐ­τός.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σία



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σί­α

(Quarto potere)


ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ, στὴν ἴ­δια τά­ξη μὲ μέ­να, πή­γαι­νε κά­ποι­ος ποὺ τὸν λέ­γαν Καν­νά­τα. Στὰ δε­κα­τρί­α του ἔ­παι­ζε πό­λο, ζύ­γι­ζε κι­ό­λας ἑ­ξήν­τα κι­λά, καὶ ἦ­ταν μο­χθη­ρός. Χτυ­ποῦ­σε σὰν με­γά­λος —μπου­νι­ές, κλω­τσι­ές, κου­του­λι­ές— χω­ρὶς ἠ­θι­κὲς ἀ­να­στο­λές, ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα στοὺς νε­α­ροὺς αὐ­τῆς τῆς ἡ­λι­κί­ας. Κα­νείς, σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχο­λεῖ­ο, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τσα­κω­θεῖ μα­ζί του.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ ἤ­μα­στε στὸ γυ­μνα­στή­ριο καὶ πε­ρι­μέ­να­με τὸν κα­θη­γη­τὴ φυ­σι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ βά­λει μὲ κά­ποι­ον ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει στὴν τά­ξη μας μό­λις αὐ­τὴ τὴν χρο­νιά: τὸν λέ­γαν Γκαμ­πρι­έ­λε, ἦ­ταν στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος —ἔ­μοια­ζε λί­γο μὲ τὸν Τσάρ­λι Μπρά­ουν—, φο­ροῦ­σε γυα­λιά, ἦ­ταν κα­λὸς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ πάν­τα κοι­τοῦ­σε τὴ δου­λειά του.

       Ὁ Καν­νά­τα τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους, τὸν ἔ­ρι­ξε μπρού­μυ­τα καὶ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε.

       — Τώ­ρα θὰ σὲ πη­δή­ξω, πα­λιο-ἀ­δελ­φή – εἶ­πε, κι ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε πά­νω του, ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρι­στά­νει μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ σύμ­πρα­ξη γε­μά­τη βα­ρι­ὲς ἀ­να­πνο­ὲς καὶ γρυ­λί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη σκη­νή.

       — Ἐν­τά­ξει, Καν­νά­τα, στα­μά­τα – εἶ­πα, τρα­βών­τας τον ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Δὲν φαι­νό­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν δι­α­κο­πή.

       — Κι ἄλ­λη πα­λιο-ἀ­δερ­φή, ἐ­δῶ – εἶ­πε.

       Ση­κώ­θη­κε, μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ αὐ­τὶ καὶ μοῦ τὸ ἔ­στρι­ψε, κά­νον­τάς με νὰ πε­θά­νω ἀπ΄ τὸν πό­νο.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ κα­θη­γη­τὴς —Θὰ τὰ ποῦ­με με­τά, σκα­το­φά­τσα—, μουρ­μού­ρι­σε λί­γο πρὶν ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με.


       Στὸ τέ­λος τῆς ὥ­ρας τῆς σω­μα­τι­κῆς ἀ­γω­γῆς, κα­θὼς ἀ­νε­βαί­να­με στὴν τά­ξη, μὲ πλη­σί­α­σε ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε.

       — Σ΄ εὐ­χα­ρι­στῶ, εἶ­πε, ἀλ­λὰ τώ­ρα θά ΄χεις πρό­βλη­μα. Ὕ­στε­ρα, πρό­σθε­σε μὲ σο­βα­ρὸ ὕ­φος: — Πᾶ­με στὴν βι­βλι­ο­θή­κη. Θὰ χρει­α­στοῦ­με ἕ­να ὅ­πλο.

       Ὅ­πλο στὴν βι­βλι­ο­θή­κη; Σκέ­φτη­κα ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ —ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να πολ­λὲς φο­ρὲς στὰ χρό­νια ποὺ θὰ ἐρ­χόν­του­σαν— ἀ­να­ρω­τή­θη­κα γιὰ ποιό λό­γο δὲν εἶ­χα κοι­τά­ξει τὴ δου­λειά μου.

       Στὴν βι­βλι­ο­θή­κη ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε κι­νοῦν­ταν μὲ τὴν ἄ­νε­ση ἀν­θρώ­που ποὺ γνω­ρί­ζει τέ­λεια τὰ κα­τα­τό­πια, κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν στοί­βα τῶν πα­λι­ῶν ἡ­με­ρή­σι­ων ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ πῆ­ρε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς ὁ μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἐ­πι­στά­της νὰ τοῦ δώ­σει κα­μιὰ ση­μα­σί­α. Με­τὰ πε­ρά­σα­με στὸ ἀ­να­γνω­στή­ριο ποὺ ἦ­ταν ἄ­δει­ο, ὅ­πως σχε­δὸν κά­θε φο­ρά. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε ἅ­πλω­σε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα πά­νω σε ἕ­να τρα­πέ­ζι καὶ τὴν τύ­λι­ξε μὲ σχο­λα­στι­κὴ ἀ­κρί­βεια μέ­χρι νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ σω­λή­να πού, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα ἐ­πι­μέ­λεια, δί­πλω­σε στὰ δύ­ο. Ὅ­ταν μοῦ τὴν πρό­σφε­ρε, κα­λών­τας με νὰ δο­κι­μά­σω τὴν ἀν­θε­κτι­κό­τη­τά της, κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­χε γί­νει ἕ­να μπα­στού­νι, σκλη­ρὸ σὰν ξύ­λο καὶ εὔ­καμ­πτο σὰν γκλόμπ. Πραγ­μα­τι­κά, ἕ­να ὅ­πλο.

       — Ὁ μα­λά­κας θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴν σκά­λα τῆς κυ­ρί­ας εἰ­σό­δου. Πάν­τα ἐ­κεῖ πε­ρι­μέ­νει, τὸν ἔ­χω δεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς ποὺ ἔ­χει χτυ­πή­σει κά­ποι­ον. Δὲν θὰ δώ­σει ση­μα­σί­α σὲ μέ­να. Ἄ­σε τον νὰ σὲ πιά­σει, με­τὰ εἶ­ναι δι­κή μου δου­λειά.

       Εἶ­χε μιὰ ἔκ­φρα­ση ὥ­ρι­μου καὶ ἤ­ρε­μου ἄν­δρα, τὴν ἔκ­φρα­ση ἑ­νὸς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μιὰ δου­λειὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­ναι τέ­λεια ἐκ­παι­δευ­μέ­νος. Ἐ­γὼ φο­βό­μουν μέ­χρι θα­νά­του.

       Ὅ­πως εἶ­χε προ­βλέ­ψει ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, στὸ σχό­λα­σμα ὁ Καν­νά­τα μὲ πε­ρί­με­νε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα τῆς εἰ­σό­δου κι ἦρ­θε πρὸς ἐ­μέ­να μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἀ­λι­γά­το­ρα.

       Μό­λις μὲ εἶ­χε πιά­σει ἀπ΄ τὸ μπου­φὰν κι ἴ­σως ἔ­λε­γε κά­τι προ­τοῦ ἀρ­χί­σει νὰ μοῦ τὶς βρέ­χει, ὅ­ταν ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, μὲ μιὰ στιγ­μια­ία κί­νη­ση ἀ­πρό­βλε­πτης τα­χύ­τη­τας, τὸν χτύ­πη­σε μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα-μπα­στού­νι στὸ κέν­τρο τοῦ προ­σώ­που. Ὁ Καν­νά­τα μὲ ἄ­φη­σε, ἀλ­λὰ πρὶν μπο­ρέ­σει νὰ δι­α­λέ­ξει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄ­μυ­να ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε πά­λι, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές, κο­φτά, λὲς κι ἦ­ταν ἀ­πὸ και­ρὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­κρι­βῶς γιὰ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ καὶ γιὰ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­στα­ση. Ὁ Καν­νά­τα ἄρ­χι­σε νὰ αἱ­μορ­ρα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν μύ­τη κι ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, στη­ρί­χτη­κε στὸν τοῖ­χο γιὰ νὰ μὴν σω­ρια­στεῖ στὸ χῶ­μα. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε ξα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι. Μὲ λι­γό­τε­ρη δύ­να­μη, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Γιὰ νὰ κλεί­σει ἐ­κεῖ ἡ ὑ­πό­θε­ση.

       — Ἂν ξα­να­κά­νεις τὸ μα­λά­κα, θὰ σὲ σκο­τώ­σω – τοῦ εἶ­πε στὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς του, μὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι κι εἶ­χαν δεῖ τὴ σκη­νή.

       Δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­ναι μιὰ φρά­ση ποὺ τὴν εἶ­πε ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὴν πεῖ.

       Ἔ­βα­λε ξα­νὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ σα­κί­διο, ἤ­ρε­μα, καὶ φύ­γα­με μα­ζί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου: Τὸ κομπολόι


Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου


Τὸ Κομ­πο­λό­ι

 

Τ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Μ’ ΑΡΕΣΕΙΣ, ΚΟΡΙΝΑ, εἶ­πε ὁ Μά­νος, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο κομ­πο­λό­ι του κα­θὼς κου­λου­ρι­ά­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­π’­τὸ δε­ξί του δεί­κτη. Τὸ κρά­τη­σε κά­θε­το καὶ ἄ­φη­σε τὶς χάν­τρες νὰ γλι­στρή­σουν καὶ νὰ πέ­σουν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη σὰν ἀ­να­στα­τω­μέ­να βό­τσα­λα στὴν πα­ρα­λί­α. Δὲν μὲ κοί­τα­ξε καὶ δὲν σή­κω­σε τὴ φω­νή του ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ κα­λύ­ψει τὸ βρυ­χηθ­μὸ ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ μη­χα­νή, ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ κα­θό­μα­σταν καὶ ἔ­κα­νε τὰ νο­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα νὰ βου­ί­ζουν. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του. Τὸ εἶ­πε σὰν παι­δί­α­τρος ποὺ ὑ­πό­σχε­ται σ’­ ἕ­να παι­δὶ ὅ­τι ἡ ἔ­νε­ση δὲν θὰ πο­νέ­σει. Τὸν κοί­τα­ξα μέ­σα ἀ­πὸ μι­σό­κλει­στα μά­τια, ἕ­τοι­μη νὰ ρω­τή­σω, «Ἀλ­λά;» Πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀλ­λά, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν ἡ σερ­βι­τό­ρα μᾶς ἔ­φε­ρε τὸν καυ­τό του cappuccino καὶ ἕ­να κομ­μά­τι κέ­ικ σο­κο­λά­τα γιὰ μέ­να. Τὰ γε­λα­στά της μά­τια ἔ­μει­ναν λί­γο πα­ρα­πά­νω στὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ Μά­νου, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Χά­ζευ­ε τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­φέ του, σὰν νὰ δι­ά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς του στὰ σχέ­δια τοῦ ἀ­φροῦ. Ἡ σερ­βι­τό­ρα ἔ­κα­νε γρή­γο­ρη με­τα­βο­λὴ καὶ ἄ­φη­σε τὴν μα­κριά της ἀ­λο­γο­ου­ρὰ νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ σὰ φο­ρά­δα ποὺ χτυ­πά­ει τὶς ἐ­νο­χλη­τι­κὲς μύ­γες μα­κριά.

            Τὸ κέ­ικ φαι­νό­ταν σκέ­τη ἀμ­βρο­σί­α καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ρω μιὰ μπου­κιά. Ἡ βε­λού­δι­νη σο­κο­λα­τέ­νια κρέ­μα στὴ μέ­ση ἔλι­ω­νε στὴ γλώσ­σα, μου­δι­ά­ζον­τας τὶς αἰ­σθή­σεις μου.

         «Δεν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι», εἶ­πε ὁ Μά­νος. Τὸ μαῦ­ρο σκοι­νὶ ἀ­π’­ τὸ κομ­πο­λό­ι του ἔ­πνι­γε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του καὶ ἡ κα­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α αἵ­μα­τος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ ρα­πα­νά­κι.

         «Πώς ἔ­τσι;» εἶ­πα σκου­πί­ζον­τας τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­π’ ­τὰ χεί­λη μου μὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ ἀ­π’ ­τὴ πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δα τὸ πρω­ΐ. Εἶ­χε σκυ­φτό τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­πέ­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια. Εἶ­χε βρεῖ ἄλ­λη. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἕ­να νέ­ο ἄ­το­μο στὴ ζω­ή του. Πῶς καὶ δὲν τὸ πῆ­ρα χαμ­πά­ρι; Ὑ­πῆρ­χαν ση­μά­δια παν­τοῦ. Ἐρ­χό­ταν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νος στὰ ραν­τε­βού μας καὶ ἔ­φευ­γε νω­ρίς, φαι­νό­ταν κου­ρα­σμέ­νος καὶ σπά­νια κά­να­με ἔ­ρω­τα. Νό­μι­ζα ὅ­τι περ­νοῦ­σε ἁ­πλῶς κά­ποι­α ἄ­σχη­μη φά­ση στὴ δου­λειά.

         «Ποι­ά εἶ­ναι;» Πά­τη­σα τὸ κέ­ικ μὲ τὸ πι­ρού­νι μου καὶ τὸ ἔ­κα­να σὰν ἕ­να στρῶ­μα σά­πιου κι­μά.

         «Κα­μί­α», εἶ­πε. «Δεν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη».

         «Τό­τε τί δὲν πά­ει κα­λὰ μὲ ἐ­μᾶς;» Δάγ­κω­σα τὸ νύ­χι τοῦ ἀν­τί­χει­ρά μου.

         «Πραγ­μα­τι­κά μ’ ­ἀ­ρέ­σεις… ἀλ­λά…»

         «Τὸ ξα­νά­πες αὐ­τό», εἶ­πα.

         «Ἀλ­λά… δὲν μπο­ροῦ­με νὰ εἴ­μα­στε μα­ζί». Τὰ μά­τια του ἦ­ταν κολ­λη­μέ­να στὸ ἀ­πεί­ρα­χτο πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς κού­πας του.

         «Για­τί; Για­τί ὄ­χι;» Ἕ­νας κρωγ­μὸς ξέ­φυ­γε ἀ­π’­ τὸ λαι­μό μου, κα­λύ­πτον­τας τὸ θό­ρυ­βο ἀ­π’ ­τὰ πο­τή­ρια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κα­θὼς καὶ τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῶν πε­λα­τῶν. Ἡ ἀ­ρι­στε­ρή μου πα­λά­μη πέ­τα­ξε ὣς τὸ στό­μα μου.

         «Φταί­ω ἐ­γώ;» εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὸ στῆ­θος μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­ζε νὰ πο­νά­ει κα­θὼς ἡ καρ­διά μου κάλ­πα­ζε πρὸς τὸ στε­γνό μου στό­μα.

         «Ὄχι, ὄ­χι. Δὲν φταῖς ἐ­σύ.» Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ σή­με­ρα μὲ κοί­τα­ξε στὰ μά­τια, τὰ δι­κά του γε­μά­τα κα­λο­σύ­νη καὶ συμ­πό­νια, σὰν νὰ πα­ρη­γο­ροῦ­σε ἕ­να μελ­λο­θά­να­το. «Ἔχεις ὅ,τι θὰ ζή­τα­γε ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα. Ἀλ­λὰ …»

         «Εἶ­σαι ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος;» Τόλ­μη­σα νὰ ψι­θυ­ρί­σω.

         «Ὄ­χι βέ­βαι­α». Τὰ φρύ­δια του σμί­ξαν. «Ἐσὺ μὲ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα.»

          «Ναί, φυ­σι­κά», εἶ­πα.

          «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­μεί­νου­με φί­λοι», εἶ­πε.

          «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, σί­γου­ρα». Συμ­φώ­νη­σα, γνω­ρί­ζον­τας πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αὐ­τό. Ἄ­φη­σε ἕ­να δε­κά­ευ­ρο στὸ τρα­πέ­ζι, ση­κώ­θη­κε, τρά­βη­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του ψη­λὰ ἀ­π’­ τὴ μέ­ση, πῆ­ρε τὸ μπου­φὰν του ἀ­π’ ­τὴν πλά­τη τῆς κα­ρέ­κλας καὶ ἔ­φυ­γε μὲ ἕ­να σκέ­το, «Θὰ τὰ ποῦ­με».

          Τὸ κομ­πο­λό­ι του ἦ­ταν ἀ­κό­μα στὸ τρα­πέ­ζι, μι­σο­κρυμ­μέ­νο κά­τω ἀ­π’­ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ κα­φέ του. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς χάν­τρες. Ἂν ἦ­ταν μο­νὸς ἀ­ριθ­μός, σκέ­φτη­κα, ἦ­ταν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος, ἂν ἦ­ταν δι­πλός, ἔ­φται­γα ἐ­γώ. Δε­κα­ε­πτὰ χάν­τρες. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ! Ἔ­στρι­ψα τὸ κομ­πο­λό­ι γύ­ρω ἀ­π’ ­τὸ δε­ξί μου χέ­ρι, τὸ ἄ­φη­σα νὰ κρε­μα­στεῖ σὰ φθι­νο­πω­ρι­νὸ στα­φύ­λι, ἄ­κου­γα τὶς χάν­τρες ποὺ κρο­τά­λι­ζαν κα­θὼς ἔ­πε­φταν ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη, χά­ζευ­α πῶς λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γυ­ναι­κεῖ­ο πε­ρι­δέ­ραι­ο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου. Σπούδασε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει πά­ρει τὸ ΜΑ in Creative Writing Lancaster University. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ δι­α­δι­κτυ­α­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λό­για στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικά.



		

	

Ἑλένη Γούλα: Ἡ τσάντα μου


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Ἡ τσάν­τα μου


ΓΟΡΑΣΑ μιὰ μι­κρή, γκρί­ζα ἰ­τα­λι­κὴ τσάν­τα.

 Ἔ­χει πολ­λὰ τσε­πά­κια, φερ­μου­άρ, θῆ­κες μέ­σα κι ἔ­ξω. Ἀ­κό­μη καὶ χε­ρού­λια ἔ­χει πολ­λά. Δυ­ὸ μι­κρὰ κομ­ψὰ χε­ρά­κια καὶ ἕ­να μα­κρὺ λου­ρὶ μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νο μῆ­κος, ποὺ μπαί­νει χια­στὶ στὸ στῆ­θος, ὅ­πως τὰ φυ­σε­κλί­κια.

        Χω­ρά­ει τὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως πορ­το­φό­λι, κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, ἕ­να στυ­λὸ καὶ τὰ γυα­λιά μου. Τὰ κλει­διὰ στρι­μώ­χνον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ θή­κη ποὺ κλεί­νει μὲ φερ­μου­άρ.

        Ὡ­στό­σο δὲν εἶ­μαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά μου. Μὲ ἐ­νο­χλεῖ τὸ μι­κρό της μέ­γε­θος καὶ τὰ πολ­λὰ φερ­μου­ὰρ ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­νοί­γω καὶ νὰ κλεί­νω. Μπερ­δεύ­ο­μαι ἐ­πί­σης μὲ τὰ πολ­λὰ λου­ρά­κια καὶ τὶς θῆ­κες. Δὲν εἶ­ναι ἕ­να σα­κού­λι νὰ τὰ πε­τά­ξεις ὅ­λα μέ­σα. Κλει­διά, γυα­λιά, μο­λύ­βια, πορ­το­φό­λι, μπου­­κα­λά­κια, ση­μει­ώ­σεις καὶ βι­βλί­α δι­ά­φο­ρα.

        Πα­ρό­λα αὐ­τά, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὴν κοι­τά­ζω, νὰ τὴν πιά­νω, νὰ τὴν κρε­μά­ω στὸν ὦ­μο, νὰ τὴν ἀ­κουμ­πά­ω στὸ τρα­πέ­ζι. Καὶ ἀ­πο­ρῶ μά­λι­στα ποὺ κα­νεὶς ὣς τώ­ρα δὲν τὴν πρό­σε­ξε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­πε, ὤ! τί ὡ­ραί­α τσάν­τα!

        Μπο­ρεῖ νὰ φταί­ει, σκέ­φτο­μαι, τὸ γκρί­ζο της χρῶ­μα, ἕ­να γκρί­ζο βα­θὺ σὰν μο­λυ­βί, ἂν καὶ ἡ καρ­τού­λα ποὺ εἶ­χε μα­ζί της, ὅ­ταν τὴν ἀ­γό­ρα­σα, ἔ­γρα­φε μπλάκ. Πα­ρά­ξε­νο βέ­βαι­α, ἀ­φοῦ μπλὰκ θὰ πεῖ μαῦ­ρο, ἐ­νῶ τὸ χρῶ­μα τῆς τσάν­τας μου εἶ­ναι γκρί. Γκρὶ ὅ­πως ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος οὐ­ρα­νός, ὅ­πως τὰ μέ­ταλ­λα στὶς με­γά­λες κα­τα­σκευ­ὲς τῆς πό­λης ποὺ στη­ρί­ζουν ψη­λὰ ὀρ­θο­γώ­νια κτί­ρια. Ἕ­να χρῶ­μα ψυ­χρό, σκοῦ­ρο γκρί­ζο, ὄ­χι μαῦ­ρο.

        Ἡ και­νού­ρια μου τσάν­τα ἔ­χει τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ μιᾶς φη­μι­σμέ­νης ἰ­τα­λι­κῆς ἑ­ται­ρί­ας. Δὲν θέ­λω νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λύ­ψω για­τὶ δὲν μὲ τι­μᾶ ποὺ ἐ­πέ­λε­ξα μιὰ τό­σο γνω­στή, σχε­δὸν κλι­σὲ καὶ πα­σὲ ἰ­τα­λι­κὴ μάρ­κα γιὰ τσάν­τα. Ἀ­πο­ρῶ κι ἐ­γὼ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο ὅ­μως ἀ­πο­ρῶ καὶ γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ποὺ τῆς δεί­χνω.

        Μό­νο τώ­ρα τε­λευ­ταί­α ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὶς πα­ρά­ξε­νες ἀ­να­λο­γί­ες με­τα­ξύ μας. Καὶ ἀ­λή­θεια φο­βᾶ­μαι ὅ­τι τὰ ἀν­τι­φα­τι­κὰ αἰ­σθή­μα­τά μου ἀ­πέ­ναν­τί της ἔ­χουν τὴ βα­θιὰ αἰ­τι­ο­λο­γία τους σ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­λο­γί­ες. Για­τὶ κι ἐ­γώ, ὅ­πως οἱ περ­γα­μη­νὲς τῆς τσάν­τας μου, νο­μί­ζω πὼς δι­α­θέ­τω δι­α­πι­στευ­τή­ρια ποι­ό­τη­τας, καλ­λι­ερ­γών­τας μέ­σα μου με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως, φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν εἶ­μαι πα­ρὰ μιὰ μπα­νάλ, πα­σέ, βα­ρε­τὴ καὶ χω­ρὶς ξε­κά­θα­ρο χρῶ­μα προ­σω­πι­κό­τη­τα.

        Γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο, λοι­πόν, πι­θα­νὸν μοῦ ἀ­ρέ­σει τό­σο αὐ­τὴ ἡ και­νού­ρια ἄ­βο­λη τσάν­τα μου, ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).