Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Εἰλικρινά

 



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Εἰ­λι­κρι­νά

(Sinceramente)


ΤΕΣ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι καὶ κα­μιὰ ση­μαν­τι­κὴ εἴ­δη­ση: σύμ­φω­να μὲ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοὶ ὅ­λοι ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, κά­θε νύ­χτα. Μὰ δὲν θυ­μοῦν­ται ὅ­λοι τὶς νυ­χτε­ρι­νές τους ἐμ­πει­ρί­ες, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι, ἀ­κρι­βῶς, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ δὲν τὶς θυ­μοῦν­ται. Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας, ὡ­στό­σο, τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά. Τό­σο κα­λὰ ποὺ σχε­δόν μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ μπερ­δεύ­ω μὲ τὴ μνή­μη ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος ποὺ ἔ­χει συμ­βεῖ πραγ­μα­τι­κά.

       Βρι­σκό­μουν σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, σὲ μιὰ πλα­τεί­α ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κό­σμο. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στὸ βά­θος, σὰν ἀ­πὸ συγ­κέν­τρω­ση ἀν­θρώ­πων ποὺ μι­λᾶ­νε ὅ­λοι μα­ζί. Ἤ­μουν πα­ρέ­α μὲ ἕ­να κο­ρί­τσι δέ­κα χρο­νῶν πε­ρί­που. Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φη, συμ­πα­θη­τι­κή, ἐγ­κάρ­δια ἂν καὶ μὲ ὕ­φος λί­γο δα­σκα­λί­στι­κο. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἤ­ξε­ρα —ὅ­πως συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, στὰ ὄ­νει­ρα, χω­ρὶς νὰ στὸ ἔ­χει πεῖ κα­νείς— ὅ­τι ἦ­ταν φί­λη μου, καὶ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα. — Τώ­ρα ἂς ἀ­φαι­ρέ­σου­με τὸν ἦ­χο, – εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μή. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση, λὲς καὶ τύ­λι­γε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ γιὰ νὰ τὸ κά­νει μιὰ μι­κρὴ σφαί­ρα, κι ἀ­μέ­σως τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στα­μά­τη­σε.

       Συ­νέ­χι­σαν ὅ­λοι νὰ μι­λᾶ­νε καὶ νὰ χει­ρο­νο­μοῦν, μό­νο ποὺ ἡ σκη­νὴ ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν τώ­ρα σὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       — Πα­ρα­τή­ρη­σε τὶς ἐκ­φρά­σεις αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων κα­θὼς μι­λοῦν με­τα­ξύ τους, – εἶ­πε ἡ φί­λη μου.

       — Για­τί;

       — Για­τί οἱ λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­χνὰ γιὰ νὰ κρύ­ψουν αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­μα­στε πα­ρὰ γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν. Νὰ λὲς ψέ­μα­τα μὲ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο. Ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις θὰ σοῦ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ μά­θεις νὰ δι­α­βά­ζεις τὰ πρό­σω­πα πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις.

       Μά, εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, εἶ­πα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸ σκέ­φτη­κα μό­νο, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­χε κι­ό­λας στρα­φεῖ πρὸς μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ νε­α­ροὺς ποὺ στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι κον­τὰ σ΄ ἕ­να φω­τι­στι­κὸ δρό­μου. Μοῦ ΄κα­νε νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι, σὰν νὰ μοῦ ‘λέ­γε νὰ τοὺς προ­σέ­ξω κι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­τι ἐ­κεῖ­νοι δὲν μᾶς ἔ­βλε­παν. Ἤ­μα­σταν ἀ­ό­ρα­τοι, μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς κοι­τᾶ­με —νὰ τοὺς με­λε­τᾶ­με— ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τὰ καὶ σύν­το­μα κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἡ συν­τρό­φισ­σά μου εἶ­χε δί­κιο. Ἂν δὲν πα­ρα­συρ­θεῖς ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις, ἂν μπο­ρεῖς —καὶ τὸ θέ­λεις— νὰ δώ­σεις ση­μα­σί­α στὴ λε­πτο­μέ­ρεια, κα­τα­λα­βαί­νεις τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται στὰ πρό­σω­πα. Χα­ρά, θυ­μός, λύ­πη, ἔκ­πλη­ξη, ἀ­η­δί­α, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­να­σφά­λεια, σά­στι­σμα, ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, φό­βος, ἐν­θου­σια­σμὸς σὲ τό­σες ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψεις.

       Με­τα­κι­νη­θή­κα­με ἀ­πὸ κεῖ καὶ μέ ‘κα­νε νὰ προ­σέ­ξω μιὰ κο­πέ­λα ποὺ μι­λοῦ­σε μὲ ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­χθρι­κό, γε­μά­το δυ­σα­ρέ­σκεια καὶ θυ­μό.

       — Τί δι­α­βά­ζεις στὸ πρό­σω­πο ἐ­κεί­νης τῆς κο­πέ­λας;

       — Θυ­μό. Με­γά­λη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα καὶ θυ­μό.

       — Καὶ ξέ­ρεις τί λέ­ει;

       — Φαν­τά­ζο­μαι τὸν προ­σβά­λει.

       — Νο­μί­ζεις; – Κρο­τά­λι­σε τὰ δά­χτυ­λά της κι ὁ ἦ­χος ἐ­πέ­στρε­ψε.

       — Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με. – Αὐ­τὸ ἔ­λε­γε ἡ κο­πέ­λα.

       — Λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια κα­τὰ τὴν γνώ­μη σου; – μὲ ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

       — Ὄ­χι, νο­μί­ζω πὼς ὄ­χι.

       — Πράγ­μα­τι, δὲν λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια. Θέ­λει πο­λὺ νὰ πεῖ δυ­σά­ρε­στα πράγ­μα­τα, κι ὅ­μως τὰ λό­για της εἶ­ναι: «Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με.» Τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα, πρέ­πει νὰ φυ­λά­γε­σαι ἀ­πὸ αὐ­τά, εἴ­τε ὅ­ταν μι­λοῦν οἱ ἄλ­λοι εἴ­τε ὅ­ταν μι­λᾶ­με ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι.

       — Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω.

       — Ὅ­ταν σου λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κὸς για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα. Καὶ ξέ­ρεις ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα τα ἐ­πιρ­ρή­μα­τα;

       — Ποι­ό;

       — Τὸ ἀ­πο­λύ­τως. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πίρ­ρη­μα ποὺ κρύ­βει τὰ χει­ρό­τε­ρα ἀ­δι­κή­μα­τα. Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις.

       Μὰ εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, σκέ­φτη­κα πά­λι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς τὸ πῶ καὶ θὰ ἤ­θε­λα ἐ­πί­σης νὰ τὴν ρω­τή­σω κι ἄλ­λα πράγ­μα­τα —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα πῶς τὴν λέ­γα­νε, καὶ πὼς γι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει τό­σα πολ­λά, πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να κο­ρι­τσά­κι— μὰ ξαφ­νι­κά, ὅ­πως συμ­βαί­νει, τὸ ὄ­νει­ρο τε­λεί­ω­σε κι ἐ­γὼ ξύ­πνη­σα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: