Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δράκοι



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δρά­κοι

(Draghi)


ΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ, στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο, συ­νάν­τη­σα μιὰ πα­λιὰ φί­λη. Ζοῦ­με σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πό­λεις καὶ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν βλε­πό­μα­στε συ­χνά. Γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ πᾶ­με γιὰ κα­φὲ καὶ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με νέ­α γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χαν συμ­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α.

       Με­ρι­κὰ χρό­νια πρὶν εἶ­χε γνω­ρί­σει κά­ποι­ον, τὸν εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ καὶ σὲ δι­ά­στη­μα ἐν­νιὰ-δέ­κα μη­νῶν εἴ­χα­νε παν­τρευ­τεῖ. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κός, ἔ­ξυ­πνος κι ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ ἐ­κεί­νη· μᾶλ­λον πο­λὺ κα­λὸ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό.

       Καὶ πράγ­μα­τι, δὲν ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό. Με­τὰ τὸ γά­μο εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ Δό­κτο­ρα Τζέ­κιλ σὲ κύ­ριο Χά­ιντ. Εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι εὐ­γε­νι­κός· εἶ­χε γί­νει ἐ­νο­χλη­τι­κός, ζη­λιά­ρης καὶ βί­αι­ος, καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὴν προ­σβάλ­λει καὶ νὰ τὴν τα­πει­νώ­νει μπρο­στὰ σὲ φί­λους καὶ ξέ­νους. Ἡ ζω­ὴ εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ βρεῖ τὴ δύ­να­μη γιὰ νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτεῖ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ γά­μο.

       Μιὰ μέ­ρα κάποια συ­νά­δελ­φος τῆς δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ, ἀπ΄ ὅ,­τι φαι­νό­ταν, σὲ γνω­στὴ τῆς ἐ­ξα­δέλ­φης της.

       Αὐ­τὴ ἡ κο­πέ­λα παν­τρευ­ό­ταν. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες προ­ε­τοι­μα­σί­ες, ἕ­να πρω­ι­νὸ τοῦ Μα­ΐ­ου ὅ­λα ἦ­σαν ἕ­τοι­μα. Οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι, οἱ κουμ­πά­ροι, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κι ὁ γαμ­πρὸς ἤ­τα­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὴν πε­ρί­με­ναν σύμ­φω­να μὲ τὸ ἔ­θι­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α ζή­τη­σε νὰ πεῖ δυ­ὸ λό­για πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ τε­λε­τὴ τοῦ γά­μου. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν ἔ­φε­ρε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       — Ζή­τη­σα νὰ μι­λή­σω, πρῶ­τα ἀπ΄ ὅ­λα γιὰ νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­κα­ναν γιὰ μέ­να μέ­χρι σή­με­ρα. Ἦ­ταν κον­τά μου ὅ­ταν ἔ­πρε­πε καὶ μὲ ἄ­φη­σαν νὰ κά­νω τὸ δι­κό μου ὅ­ταν ἦ­ταν σω­στό. Νὰ ξέ­ρεις τὴν στιγ­μὴ γιὰ νὰ κά­νεις εἴ­τε τὸ ἕ­να εἴ­τε τὸ ἄλ­λο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο. Πρέ­πει νὰ ἔ­χεις καρ­διὰ κι ἐ­ξυ­πνά­δα. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μα­μά. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μπαμ­πά. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν σᾶς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σω πο­τέ.

       Οἱ γο­νεῖς χα­μο­γέ­λα­σαν κι ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε ἀ­φοῦ στρά­φη­κε πρῶ­τα στοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους.

       — Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ εἶ­στε ἐ­δῶ. Ἐλ­πί­ζω, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τὴ ἡ τε­λε­τὴ νὰ εἶ­ναι γιὰ σᾶς μιὰ κα­λὴ ἀ­νά­μνη­ση.

       Ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἐ­λα­φρὸς ψί­θυ­ρος. Κά­ποι­ος ἔ­βη­ξε. Ὁ γαμ­πρὸς πῆ­ρε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­φρα­ση.

       — Καὶ τώ­ρα θέ­λω νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὸν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό μου καὶ τὴν κα­λύ­τε­ρή μου φί­λη, ποὺ εἶ­ναι καὶ κουμ­πά­ρα μου. Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ τοὺς δύ­ο, ποὺ μὲ συ­νο­δέ­ψα­τε, μα­ζί, γιὰ νὰ κά­νω αὐ­τὸ τὸ βή­μα.

       Μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἀ­μη­χα­νί­α ἦ­ταν αἰ­σθη­τή.

       — Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ποὺ πε­ρά­σα­τε μα­ζὶ τὴν χτε­σι­νὴ νύ­χτα. Καὶ τό­σες ἄλ­λες, τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, πάν­τα στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Σᾶς εὔ­χο­μαι νὰ εἶ­στε εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Εἶ­ναι κρί­μα ποὺ εἶ­σαι ἤ­δη παν­τρε­μέ­νη, ἀλ­λὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι, μα­ζὶ μὲ τὸ σύ­ζυ­γό σου, θὰ βρεῖ­τε μιὰ λύ­ση. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες θὰ τοῦ φα­νοῦν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες.

       Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή, καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μέ­σα σὲ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε ἔ­χον­τας ἀ­νοι­χτὴ τὴ μη­χα­νή.

       Ἡ φί­λη μου ἔ­κα­νε μιὰ πα­ρα­τε­τα­μέ­νη παύ­ση πρὶν συ­νε­χί­σει.

       — Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Σκέ­φτο­μαι ὅ­τι ἐ­ὰν αὐ­τὴ μπό­ρε­σε νὰ κά­νει ὅ,­τι ἔ­κα­νε, ἔ­πρε­πε νὰ μπο­ρῶ κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ ἀ­πὸ τὴν πα­γί­δα ποὺ εἶ­χα πέ­σει. Ἦ­ταν δύ­σκο­λο ἀλ­λὰ δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ ἤ­μουν ἐ­λεύ­θε­ρη.

       Τὴν κοί­τα­ξα λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τῆς τὸ πῶ. Δι­ά­βα­σε τὶς σκέ­ψεις μου.

       — Τὴν ἤ­ξε­ρες ἤ­δη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἔ;

       Κα­τέ­νευ­σα κι ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε.

       — Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ με­τὰ τὸν χω­ρι­σμό, δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να βι­βλί­ο, ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι μιὰ τέ­τοι­α ἱ­στο­ρί­α ὑ­πάρ­χει, σχε­δὸν ἡ ἴ­δια, σὲ δε­κά­δες ἐκ­δο­χές, σὲ δε­κά­δες πό­λεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ κα­κο­φά­νη­κε. Ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε γί­νει ὁ προ­σω­πι­κός μου μύ­θος καὶ τώ­ρα ἀ­να­κά­λυ­πτα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ χα­ρα­κτή­ρας μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης ἱ­στο­ρί­ας. Με­τὰ ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε κα­θό­λου. Γιὰ μέ­να ἡ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὴ κι ἡ κο­πέ­λα ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νή. Ἴ­σως ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βεις.

       — Ξέ­ρεις ἕ­να συγ­γρα­φέ­α ποὺ τὸν λέ­νε Τσέ­στερ­τον; – τὴν ρώ­τη­σα.

       — Δὲν τὸν ἔ­χω δι­α­βά­σει πο­τέ, για­τί;

       — Ὁ Τσέ­στερ­τον ἔ­λε­γε ὅ­τι τὰ πα­ρα­μύ­θια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν δρά­κοι. Αὐ­τὸ τὰ παι­διὰ ἤ­δη τὸ ξέ­ρουν.

       — Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν; – ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       — Τὰ πα­ρα­μύ­θια χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι οἱ δρά­κοι μπο­ροῦν νὰ νι­κη­θοῦν.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: