Πέτρος Φούρναρης: Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)



Πέτρος Φούρναρης

Τζιανρίκο Καροφίλιο

(Gianrico Carofiglio)


ΤΖΙΑΝΡΙΚΟ ΚΑΡΟΦΙΛΙΟ (Gianrico Carofiglio) γεν­νή­θη­κε στὸ Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας τὸ 1961. Τὸ 1986 ἐν­τάσ­σε­ται στὸ δι­κα­στι­κὸ σῶ­μα ὡς εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ δου­λεύ­ει στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς Μα­φί­ας. Τὸ 2008 ἐ­κλέ­χτη­κε γε­ρου­σια­στὴς στὸ Δη­μο­κρα­τι­κὸ Κόμ­μα (PD). Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σει ἀ­πὸ τὸ δι­κα­στι­κὸ σῶ­μα, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὸ ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φῆς.

       Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ἀ­κού­σιος μάρ­τυ­ρας (Testimone in­con­sa­pe­vo­le), ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Sellerio τὸ 2002. Μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ ὁ Κα­ρο­φί­λιο ἐγ­και­νιά­ζει τὸ νο­μι­κὸ θρί­λερ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἐ­νῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πρώ­τη φο­ρὰ ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­χτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὸ ἔρ­γο γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ ἀ­πέ­σπα­σε πολ­λὰ βρα­βεῖ­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων τὸ Premio del Giovedi «Marisa Rusconi». Ἑ­νὸς βρα­βεί­ου ποὺ δί­δε­ται σὲ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ 2003, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, ἐκ­δί­δε­ται τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Μὲ τὰ μά­τια κλει­στά (Ad occhi chiusi), ποὺ ἀ­πο­σπᾶ ἰ­σά­ριθ­μα βρα­βεῖ­α, ἐ­νῶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πὸ μιὰ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ βι­βλι­ο­πω­λῶν καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φων, θε­ω­ρεῖ­ται τὸ «κα­λύ­τε­ρο νου­άρ» τοῦ 2007. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Rizzoli Τὸ πα­ρελ­θὸν εἶ­ναι ξέ­νη πα­τρί­δα (Il passato e’ una terra straniera), ποὺ θὰ κερ­δί­σει τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Bancarella τὸ 2005 καὶ ποὺ θὰ γί­νει ται­νί­α ἀ­πὸ τὸ σκη­νο­θέ­τη Ντα­νι­έ­λε Βι­κά­ρι τὸ 2008.

       Τὸ 2006 κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Λο­γι­κὲς ἀμ­φι­βο­λί­ες (Ragionevoli dubbi). Τὸ 2007 ὁ Κα­ρο­φί­λιο δη­μο­σι­εύ­ει —μα­ζὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του Φραν­τζέ­σκο, ποὺ κά­νει τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση— τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα-κό­μικ Κυ­νη­γοὶ στὸ σκο­τά­δι (Cacciatori nelle tenebre), ποὺ ἀ­πο­σπᾶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μαρ­τό­λιο (Premio Martoglio). «Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν ἀ­ξί­α ἀ­πὸ μό­νες τους ἂν εἶ­ναι κα­λές», λέ­ει ὁ Κα­ρο­φί­λιο στὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ βι­βλί­ου, «αὐ­τὸ τὸ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι μιὰ φαν­τα­στι­κὴ με­τα­φο­ρὰ σὲ ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ οἰ­κεῖ­ο, δη­λα­δὴ τὸ Μπά­ρι». Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται καὶ τὸ δο­κί­μιό του Ἡ τέ­χνη τοῦ νὰ ἀμ­φι­βάλ­λεις (L’ arte del dubbio) καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιὰ τὸ πέμ­πτο του μυ­θι­στό­ρη­μα Οὔ­τε ἐ­δῶ, οὔ­τε ἀλ­λοῦ (Ne’ qui ne’ altrove).

       Στὴ συ­νέ­χεια ἡ συγ­γρα­φι­κή του πο­ρεί­α κα­τὰ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη:

       Τὸ πα­ρά­δο­ξό του ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ (Il paradosso del poliziotto, 2009).

     Ἡ προ­σω­ρι­νὴ τε­λει­ό­τη­τα (Le perfezioni provvisorie, 2010), μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν Γκου­ίν­το Γκου­ε­ρι­έ­ρι.

       Χω­ρὶς σύ­νε­ση (Non esiste saggeza, 2010), συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.

       Ἡ πα­ρα­βί­α­ση τῶν λέ­ξε­ων (La manomissione delle parole, 2010), ἕ­να δο­κί­μιο γιὰ τὴν ἠ­θι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς γλώσ­σας.

       Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ κύ­μα­τος (Il silenzio dell onda, 2011).

      Κο­καΐνη (Cocaina, 2013), μα­ζὶ μὲ τὸν Massimo Carlotto καὶ τὸν Giancarlo de Ca­tal­do. Τρεῖς μα­έ­στροι τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­φή­γη­σης δι­η­γοῦν­ται γιὰ τὸ ναρ­κω­τι­κὸ ποὺ ση­μά­δε­ψε τὴν κοι­νω­νί­α ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80 μέ­χρι σή­με­ρα.

    Τὰ ­λιγ­γι­ώ­δη ­ρια τῶν πραγ­μά­των (Il bordo vertiginoso del­le co­se, 2013).

       Τὸ σπί­τι στὸ δά­σος (La casa nel bosco, 2014).

       Μιὰ εὐ­με­τά­βλη­τη ­λή­θεια (Una mutevole verita, 2014).

       Ὁ κα­νό­νας τῆς ­σορ­ρο­πί­ας (La regola dell’ equilibrio, 2014).

       Νυ­κτε­ρι­νοὶ ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, 2016).

       Τὸ ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, 2016).

       Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Οἱ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες καὶ τὰ θραύ­σμα­τα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας

Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κα­ρο­φί­λιο Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα βι­βλί­α του ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Δὲν εἶ­ναι βι­βλί­ο ἀ­στυ­νο­μι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δὲν κι­νεῖ­ται στὸν δι­κα­στι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τό­σο κα­λὰ γνω­ρί­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας του. Ἐ­δῶ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ ἕ­να ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ πεῖ μὲ ἕ­να στοί­χη­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ πα­σχί­ζει νὰ τὸ κερ­δί­σει.

       Πρό­κει­ται γιὰ τριά­ντα μι­κρὰ κεί­με­να τρι­ῶν σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να ποὺ δι­α­φέ­ρουν ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι γρή­γο­ρες ἀ­φη­γή­σεις, τό­σο μι­κρὲς ποὺ μοιά­ζουν ἀ­νέκ­δο­τα μὲ ἀ­φο­ρι­στι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο, ἄλ­λα εἶ­ναι σκέ­ψεις ἢ μι­κρὰ δο­κί­μια πά­νω στὴ γλώσ­σα ἢ τὴν φι­λο­σο­φί­α, κι ἄλ­λα σύν­το­μες πα­ρα­βο­λὲς μὲ δι­δα­κτι­κὸ στό­χο. Τὸ μό­νο κοι­νὸ ποὺ ἔ­χουν αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να κα­θὼς ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι ὅ­τι πε­ρι­γρά­φουν τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὄ­ψεις μιᾶς κα­θη­με­ρι­νῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, τῆς ἴ­διας ποὺ βι­ώ­νου­με κι ἐ­μεῖς, ἐν­δυ­να­μώ­νον­τάς την, ὅ­μως, μὲ τὴν δια­ύγεια τῆς γλώσ­σας καὶ τὴν χρη­σι­μο­ποί­η­ση μιᾶς μι­κρῆς φόρ­μας ἀ­φή­γη­σης, γρή­γο­ρης καὶ χω­ρὶς πε­ριτ­τὰ στο­λί­δια, καί —τε­λι­κά— πιὸ ἄ­με­σης. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ στὸ ἐ­σώ­φυλ­λο τῆς ἔκ­δο­σης δι­α­βά­ζου­με:

       Ἕνας μο­να­χὸς συ­νάν­τη­σε μιὰ μέ­ρα ἕ­να δά­σκα­λο τοῦ Ζέν, καὶ θέ­λον­τας νὰ τὸν κά­νει νὰ νοι­ώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α, τὸν ρώ­τη­σε:

       Χω­ρὶς λέ­ξεις καὶ χω­ρὶς σι­ω­πή, ξέ­ρεις νὰ μοῦ πεῖς τί εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

        Ὁ δά­σκα­λος τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μπου­νιὰ στὸ πρό­σω­πο.

       [«Ἐ­πι­τά­φιο» («Epitaffio»)]

       Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρό­λα αὐ­τὰ μᾶς δί­νε­ται μὲ ἕ­να τρό­πο ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὸ καὶ πο­τὲ ὁ­λό­κλη­ρη. Ἡ σύν­θε­σή της, μέ­χρι ἑ­νὸς ση­μεί­ου εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ κά­θε ἀ­να­γνώ­στη καὶ τῶν προσ­λή­ψε­ών του. Ἡ γε­νι­κὴ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­χου­με, ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ου­με μὲ τραῖ­νο μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ δι­α­δρο­μή. Μέ­σα στὰ σκο­τει­νὰ βα­γό­νια του ἀν­τη­χοῦν φω­νὲς ποὺ δια­ρκοῦν λί­γο, ἀ­κού­γον­ται δι­ά­λο­γοι ποὺ τοὺς σκε­πά­ζει ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἕ­να μι­κρὸ φω­τά­κι φω­τί­ζει ἀ­στρα­πια­ῖα τὰ πρό­σω­πα καὶ με­τὰ πά­λι τὸ μι­σο­σκό­τα­δο, πά­λι τὰ ἀ­σα­φῆ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐ­πι­βα­τῶν.

       Ἡ γέν­νη­ση τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν αὐ­τῶν —χω­ρὶς νὰ ἀμ­φι­σβη­τεῖ κα­νεὶς τὸ ρό­λο ποὺ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις παί­ζει ἡ φαν­τα­σί­α— εἶ­ναι προϊ­ὸν τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὸν ἴ­διο τὸν δι­αι­σθά­νε­ται κα­νεὶς κρυμ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος —ἄλ­λη μιὰ σκιὰ στὸ σκο­τά­δι— νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ καὶ νὰ κα­τα­γρά­φει τοὺς ἐ­πι­βά­τες ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν σὲ κά­θε στά­ση τῆς νυ­χτε­ρι­νῆς δι­α­δρο­μῆς, δη­μι­ουρ­γών­τας ἀ­πὸ κά­θε σταθ­μὸ καὶ μιὰ «ἐν δυ­νά­μει» ἱ­στο­ρί­α:

       Συ­νέ­χι­σα τὸν πε­ρί­πα­τό μου σκε­πτό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γρα­φτεῖ.  («Χον­δρὸς- Λι­γνός» [«Stanlio e Ollio»])

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες εἶ­ναι πρό­σω­πα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς κοι­νω­νι­κὲς βαθ­μί­δες: μα­στρο­ποὶ ποὺ ἐκ­δί­δουν γυ­ναῖ­κες ὑ­πό­πτων ἠ­θῶν, δι­κη­γό­ροι καὶ ἀ­να­κρι­τὲς ποὺ μᾶς κά­νουν νὰ μει­δι­οῦ­με μὲ τὰ τρα­γε­λα­φι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός τους, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀ­τύ­χη­σαν στοὺς γά­μους τους, πο­λι­τι­κοὶ ποὺ ‘βο­λεύ­τη­καν’ μέ­σα σὲ μιὰ γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση δι­α­φθο­ρᾶς καὶ σή­ψης. Ἄν­θρω­ποι συν­τη­ρη­τι­κοὶ ἢ προ­ο­δευ­τι­κοί – φο­ρεῖς πάν­τα του ἀν­τί­στοι­χου ἰ­δε­ο­λο­γι­κοῦ τους φορ­τί­ου. Συ­ναν­τᾶ­με ἀ­κό­μα τὸν ντα­ὴ τοῦ σχο­λεί­ου ποὺ τι­μω­ρεῖ­ται πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὰ ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἀ­προσ­δό­κη­το τι­μω­ρό· ἐ­δῶ ὁ Κα­ρο­φί­λιο κλεί­νει πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι στὸν ἀ­να­γνώ­στη, ὑ­πο­νο­ών­τας τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Τύ­που. Ἔ­χου­με ἐ­πί­σης τὸν ‘κα­λὸ’ καὶ τὸν ‘κα­κὸ’ ἀ­στυ­νο­μι­κό – ποὺ στὴν κα­νο­νι­κὴ ζω­ή τους ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἔ­χουν ἀν­τε­στραμ­μέ­νους, κατ’ οὐ­σί­αν, ρό­λους.

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ εἶ­ναι ἄ­το­μα ποὺ ἔρ­χον­ται στὰ ὄ­νει­ρά μας γιὰ νὰ μᾶς συμ­βου­λέ­ψουν, ἢ συγ­γε­νεῖς ποὺ ἀ­πε­βί­ω­σαν ἀ­πὸ και­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κα­τοι­κοῦν στὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­να δω­μά­τια ὅ­που ἔ­ζη­σαν, σὰν νὰ μὴν ἔ­φυ­γαν πο­τέ:

       Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα μὲ νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.

(«Δω­μά­τια» [«Stanze»])

       Κα­μιὰ φο­ρὰ τὰ πρό­σω­πα αὐ­τὰ ἔρ­χον­ται ἀ­πρό­σκλη­τα, ἄλ­λο­τε πά­λι προ­κα­λοῦ­με ἐ­μεῖς τὸν γυ­ρι­σμό τους, ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση νο­σταλ­γί­ας:

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νοί­γει μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο κι αἰ­σθά­νο­μαι —πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­σθά­νο­μαι, κι ἡ καρ­διά μου σπα­ρά­ζει— τὸ ἄ­ρω­μα τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ τοῦ δερ­μά­τι­νου σα­κα­κιοῦ τῆς μά­νας ποὺ μό­λις ἔ­χει ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο.

       («Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου» [«Aria del tempo»])

       Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς νο­σταλ­γί­ας, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λα κυ­ρια­ρχεῖ ἡ εἰ­ρω­νι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ ὁ σαρ­κα­σμός. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ ἀ­να­γνώ­στης χα­μο­γε­λᾶ, κα­θὼς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­σφέ­ρει κω­μι­κὸ θέ­α­μα ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ σκο­τει­νὲς καὶ τρα­γι­κές της ἐκ­φάν­σεις.

       Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν δι­δα­κτι­κὸ καὶ ἀ­λα­ζο­νι­κὸ τό­νο, με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να εἶ­δος «Λαϊ­κῆς σο­φί­ας» καὶ σκο­πεύ­ον­τας, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, νὰ ἀ­φυ­πνί­σουν τὶς κοι­μι­σμέ­νες συ­νει­δή­σεις ἑ­νὸς μέ­ρους τῆς κοι­νω­νί­ας.

       — Ὅ­ταν σοῦ λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κός, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα.

       («Εἰ­λι­κρι­νά» [Sinceramente])

Οἱ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες εἶ­ναι ἕ­να τολ­μη­ρὸ ἐγ­χεί­ρη­μα πα­ρὰ τὴ συν­το­μί­α τοῦ ἔρ­γου, για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τρα­βή­ξεις τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, ὅ­ταν ταυ­τό­χρο­να τοῦ τὴν ἀ­πο­σπᾶς, ρί­χνον­τάς το σὲ τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σύν­δε­τες. Ὅ­μως ὁ συγ­γρα­φέ­ας τους φαί­νε­ται νὰ κερ­δί­ζει τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­χει βά­λει μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νος ἀ­πὸ τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­τορ­θώ­νει νὰ συμ­πυ­κνώ­σει τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μαν­τά­κι 90 σε­λί­δων ποὺ ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ με­τρὸ καὶ κοι­τών­τας πα­ράλ­λη­λα γύ­ρω του νὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ βι­βλί­ου βρί­σκον­ται ἤ­δη ἐ­κεῖ (Κα­μιὰ φο­ρὰ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τό­σο πι­θα­νὴ ποὺ μᾶς φαί­νε­ται ἐν­τε­λῶς ἀ­πί­θα­νη.) Πι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βὲς ἢ κα­θι­σμέ­νοι στὰ κα­θί­σμα­τα, οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ βι­βλί­ου κοι­τοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη κα­θὼς δι­α­βά­ζει γιὰ αὐ­τούς.

       Λί­γο μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει ἂν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ φαν­τα­σί­α συγ­χέ­ον­ται. Ἡ συν­τρο­φιὰ ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τοὺς χα­ρα­χτῆ­ρες —ποὺ ἐ­λά­χι­στα πε­ρι­γρά­φον­ται— εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στη, κι ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­να­φε­ρό­με­νος σὲ μιὰ ρή­ση τοῦ Τσέ­στερ­τον:

       Τὰ πα­ρα­μύ­θια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν δρά­κοι. Αὐ­τὸ τὰ παι­διὰ ἤ­δη τὸ ξέ­ρουν. Τὰ πα­ρα­μύ­θια χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι οἱ δρά­κοι μπο­ροῦν νὰ νι­κη­θοῦν.

       («Δρά­κοι» [Draghi])


Λέρος, 29-8-2017



Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: