Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Εἰλικρινά

 



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Εἰ­λι­κρι­νά

(Sinceramente)


ΤΕΣ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι καὶ κα­μιὰ ση­μαν­τι­κὴ εἴ­δη­ση: σύμ­φω­να μὲ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοὶ ὅ­λοι ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, κά­θε νύ­χτα. Μὰ δὲν θυ­μοῦν­ται ὅ­λοι τὶς νυ­χτε­ρι­νές τους ἐμ­πει­ρί­ες, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι, ἀ­κρι­βῶς, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ δὲν τὶς θυ­μοῦν­ται. Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας, ὡ­στό­σο, τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά. Τό­σο κα­λὰ ποὺ σχε­δόν μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ μπερ­δεύ­ω μὲ τὴ μνή­μη ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος ποὺ ἔ­χει συμ­βεῖ πραγ­μα­τι­κά.

       Βρι­σκό­μουν σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, σὲ μιὰ πλα­τεί­α ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κό­σμο. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στὸ βά­θος, σὰν ἀ­πὸ συγ­κέν­τρω­ση ἀν­θρώ­πων ποὺ μι­λᾶ­νε ὅ­λοι μα­ζί. Ἤ­μουν πα­ρέ­α μὲ ἕ­να κο­ρί­τσι δέ­κα χρο­νῶν πε­ρί­που. Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φη, συμ­πα­θη­τι­κή, ἐγ­κάρ­δια ἂν καὶ μὲ ὕ­φος λί­γο δα­σκα­λί­στι­κο. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἤ­ξε­ρα —ὅ­πως συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, στὰ ὄ­νει­ρα, χω­ρὶς νὰ στὸ ἔ­χει πεῖ κα­νείς— ὅ­τι ἦ­ταν φί­λη μου, καὶ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα. — Τώ­ρα ἂς ἀ­φαι­ρέ­σου­με τὸν ἦ­χο, – εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μή. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση, λὲς καὶ τύ­λι­γε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ γιὰ νὰ τὸ κά­νει μιὰ μι­κρὴ σφαί­ρα, κι ἀ­μέ­σως τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στα­μά­τη­σε.

       Συ­νέ­χι­σαν ὅ­λοι νὰ μι­λᾶ­νε καὶ νὰ χει­ρο­νο­μοῦν, μό­νο ποὺ ἡ σκη­νὴ ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν τώ­ρα σὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       — Πα­ρα­τή­ρη­σε τὶς ἐκ­φρά­σεις αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων κα­θὼς μι­λοῦν με­τα­ξύ τους, – εἶ­πε ἡ φί­λη μου.

       — Για­τί;

       — Για­τί οἱ λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­χνὰ γιὰ νὰ κρύ­ψουν αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­μα­στε πα­ρὰ γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν. Νὰ λὲς ψέ­μα­τα μὲ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο. Ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις θὰ σοῦ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ μά­θεις νὰ δι­α­βά­ζεις τὰ πρό­σω­πα πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις.

       Μά, εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, εἶ­πα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸ σκέ­φτη­κα μό­νο, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­χε κι­ό­λας στρα­φεῖ πρὸς μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ νε­α­ροὺς ποὺ στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι κον­τὰ σ΄ ἕ­να φω­τι­στι­κὸ δρό­μου. Μοῦ ΄κα­νε νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι, σὰν νὰ μοῦ ‘λέ­γε νὰ τοὺς προ­σέ­ξω κι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­τι ἐ­κεῖ­νοι δὲν μᾶς ἔ­βλε­παν. Ἤ­μα­σταν ἀ­ό­ρα­τοι, μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς κοι­τᾶ­με —νὰ τοὺς με­λε­τᾶ­με— ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τὰ καὶ σύν­το­μα κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἡ συν­τρό­φισ­σά μου εἶ­χε δί­κιο. Ἂν δὲν πα­ρα­συρ­θεῖς ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις, ἂν μπο­ρεῖς —καὶ τὸ θέ­λεις— νὰ δώ­σεις ση­μα­σί­α στὴ λε­πτο­μέ­ρεια, κα­τα­λα­βαί­νεις τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται στὰ πρό­σω­πα. Χα­ρά, θυ­μός, λύ­πη, ἔκ­πλη­ξη, ἀ­η­δί­α, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­να­σφά­λεια, σά­στι­σμα, ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, φό­βος, ἐν­θου­σια­σμὸς σὲ τό­σες ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψεις.

       Με­τα­κι­νη­θή­κα­με ἀ­πὸ κεῖ καὶ μέ ‘κα­νε νὰ προ­σέ­ξω μιὰ κο­πέ­λα ποὺ μι­λοῦ­σε μὲ ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­χθρι­κό, γε­μά­το δυ­σα­ρέ­σκεια καὶ θυ­μό.

       — Τί δι­α­βά­ζεις στὸ πρό­σω­πο ἐ­κεί­νης τῆς κο­πέ­λας;

       — Θυ­μό. Με­γά­λη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα καὶ θυ­μό.

       — Καὶ ξέ­ρεις τί λέ­ει;

       — Φαν­τά­ζο­μαι τὸν προ­σβά­λει.

       — Νο­μί­ζεις; – Κρο­τά­λι­σε τὰ δά­χτυ­λά της κι ὁ ἦ­χος ἐ­πέ­στρε­ψε.

       — Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με. – Αὐ­τὸ ἔ­λε­γε ἡ κο­πέ­λα.

       — Λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια κα­τὰ τὴν γνώ­μη σου; – μὲ ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

       — Ὄ­χι, νο­μί­ζω πὼς ὄ­χι.

       — Πράγ­μα­τι, δὲν λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια. Θέ­λει πο­λὺ νὰ πεῖ δυ­σά­ρε­στα πράγ­μα­τα, κι ὅ­μως τὰ λό­για της εἶ­ναι: «Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με.» Τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα, πρέ­πει νὰ φυ­λά­γε­σαι ἀ­πὸ αὐ­τά, εἴ­τε ὅ­ταν μι­λοῦν οἱ ἄλ­λοι εἴ­τε ὅ­ταν μι­λᾶ­με ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι.

       — Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω.

       — Ὅ­ταν σου λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κὸς για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα. Καὶ ξέ­ρεις ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα τα ἐ­πιρ­ρή­μα­τα;

       — Ποι­ό;

       — Τὸ ἀ­πο­λύ­τως. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πίρ­ρη­μα ποὺ κρύ­βει τὰ χει­ρό­τε­ρα ἀ­δι­κή­μα­τα. Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις.

       Μὰ εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, σκέ­φτη­κα πά­λι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς τὸ πῶ καὶ θὰ ἤ­θε­λα ἐ­πί­σης νὰ τὴν ρω­τή­σω κι ἄλ­λα πράγ­μα­τα —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα πῶς τὴν λέ­γα­νε, καὶ πὼς γι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει τό­σα πολ­λά, πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να κο­ρι­τσά­κι— μὰ ξαφ­νι­κά, ὅ­πως συμ­βαί­νει, τὸ ὄ­νει­ρο τε­λεί­ω­σε κι ἐ­γὼ ξύ­πνη­σα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


			

Γιάννης Πατσὼνης: Τὸ δέντρο


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Τὸ δέν­τρο


ΥΧΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τι­σμέ­νες πόρ­τες μὰ δὲν ἔμ­παι­να μέ­σα. Ἕ­να βρά­δυ, ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κα ὥ­ρα πολ­λὴ στὸ λι­μά­νι καὶ τὶς σκο­τει­νὲς στο­ές, στὰ λα­δά­δι­κα, ἀ­νέ­βη­κα τὶς σκά­λες ἑ­νὸς δι­ώ­ρο­φου.

Στὸ σα­λο­νά­κι πε­ρί­με­νε ἕ­νας μό­νο. Ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­τα­νε τρα­γού­δια. Πά­νω στὴ σόμ­πα, σὲ μιὰ τσα­γι­έ­ρα, ἔ­βρα­ζε νε­ρό. Θά ’χα­νε ρί­ξει καὶ μέν­τα, μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα. Ἠ­ρέ­μη­σα.

        «Ἀ­γα­μί­ες φι­λά­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­βγα­λε κά­τι φω­το­γρα­φί­ες ἀ­π’ τὸ σα­κά­κι του «Δα­νέ­ζι­κες» εἶ­πε «… νὰ τὶς βλέ­πεις καὶ νὰ σοῦ γί­νε­ται ἀν­τί­σκη­νο». Κά­θη­σε δί­πλα καὶ μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε τὶς φά­σεις. Ἐ­πέ­με­νε σὲ μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ τοῦ εἶ­χε μά­θει μιὰ Βρα­ζι­λιά­να «κα­θό­τι ναυ­τι­κός». «Τώ­ρα ξε­πέ­σα­με ἐ­δῶ… μὰ τί νὰ κά­νεις…» δι­και­ο­λο­γή­θη­κε.

        «Πο­λὺ τρὰκ ἔ­χεις, πό­σω χρο­νῶ εἶ­σαι;»

        «Δέ­κα ὀ­κτώ» ἀ­πάν­τη­σα.

        «Ποι­ός ἔ­χει σει­ρά; ἂς πε­ρά­σει στὸ δω­μά­τιο» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κον­τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ βά­θος.

        «Αὐ­τὴ εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σα.

        «Αὐ­τή; αὐ­τή ’ναι ἡ τσα­τσά!» Καὶ ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νὴ του «Μπέμ­πα! τὸ παι­δὶ ἀ­π’ ἐ­δῶ σ’ ἀ­γά­πη­σε».

        «Ἐ­γώ ‘­μαι τῆς ‘­πε­ρε­σί­ας γλύ­κα μου» εἶ­πε αὐ­τὴ σπρώ­χνον­τας μὲ τὴ μα­σιὰ ἕ­να κομ­μά­τι βαμ­βά­κι. «Μέ­σα εἶ­ναι ὁ με­νε­ξές.»

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ βγῆ­κε ἡ κο­πέ­λα: ρὸζ δι­ά­φα­νη ρόμ­πα, μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα. Πά­τρα τὴ λέ­γα­νε.

        «Ἀ­λὸ παῖ­δες» εἶ­πε ἀ­νά­βον­τας τσι­γά­ρο «πῶς πᾶ­με ἀ­πὸ ὁρ­μές;».

        Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ κου­ζι­νά­κι.

        «Τώ­ρα πά­ει νὰ τὸ πλύ­νει. Ξέ­ρεις τί χω­ρά­ει ὁ πά­τος τους; Ἀ­κό­μα καὶ τὸ φί­δι τῆς ἐ­ρή­μου».

        «Ἔ­λα ποιός ἔ­χει σει­ρά;» ρώ­τη­σε πά­λι ἡ τσατσά.

        Ὁ ἄλ­λος πέ­ρα­σε στὸ δω­μά­τιο κι ἔ­τσι ἔ­μει­να μό­νος.

        Κοί­τα­ζα στοὺς τοί­χους τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἐ­ξώ­φυλ­λα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ    – γυ­ναῖ­κες μὲ μα­γιό, γυ­μνό­στη­θες.

        Ἦρ­θε μιὰ πα­ρέ­α – με­θυ­σμέ­νοι φαι­νό­τα­νε. Ἕ­νας τους τά ‘­βαλε μὲ τὴ τσα­τσὰ για­τί δὲν τοὺς ἔ­φτια­χνε κα­φέ. «Καὶ τί ‘­ναι ‘δὼ κα­φε­τέ­ρια;» φώ­να­ξε ἐ­κεί­νη. Κι ἐ­πει­δὴ ρω­τών­τας εἶ­χε ἀ­πευ­θυν­θεῖ καὶ σὲ μέ­να καὶ εἶ­πα «ὄ­χι», ὁ ἄλ­λος θύ­μω­σε «βρὲ γυ­α­λαμ­πού­κα! βρὲ ἄ­ει τρά­βα στὸ σπί­τι σου. Ἄ­σε τὰ λε­φτὰ στὸ κο­μο­δί­νο, παίξ­την σὰ τρόμ­πας ποὺ εἶ­σαι καὶ πὲς πὼς πή­δη­ξες καὶ σύ». Γέ­λα­σαν οἱ ἄλ­λοι. Γέ­λα­σε κι ἡ τσατσὰ «ἀ­γα­θο­μού­νης φαί­νε­ται» εἶ­πε δεί­χνον­τάς με, κι ἂς εἶ­χα πά­ρει τὸ μέ­ρος της.

        Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να τὶς σκά­λες μὲ προ­σπέ­ρα­σε ὁ ναυ­τι­κός. Μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω ἔ­φτυ­σε. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ξα­να­φτύ­σε.

        Τρά­βη­ξα πρὸς τὸν Πα­λιὸ Σταθ­μό. Ἐ­κεῖ στὰ χα­λά­σμα­τα, στὰ γε­φυ­ρά­κια, πε­ρί­με­ναν —πα­ρο­πλι­σμέ­νες— αὐ­τὲς ποὺ πή­γαι­ναν στὰ ὄρ­θια. Σ’ ἕ­να για­πὶ δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἔ­τρω­γαν σπό­ρια. Κα­θό­τα­νε πά­νω σὲ τσι­μεν­τέ­νι­ες σκά­λες. Μπρο­στά τους ἕ­νας τε­νε­κὲς ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­πνό. Μέ­σα ἔ­και­γαν ξύ­λα, κομ­μά­τια ἀ­πὸ πε­τα­μέ­να ἔ­πι­πλα. Κά­τι νε­α­ροὶ τὶς πει­ρά­ζα­νε «τί μάρ­κα σπό­ρια τρῶ­τε, κο­ρί­τσια;» «Μπα­τι­ρό­σπο­ρα, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με μιὰ τρύ­πια δε­κά­ρα».

        Πιὸ πέ­ρα, σκι­ές. Κά­ναν πα­ζά­ρια, «Πρῶ­τα λε­φτά. Πρῶ­τα τὰ λε­φτά…» ἄ­κου­σα μιὰ νὰ φω­νά­ζει καὶ με­τὰ τσι­ρί­δες «ποὺ ἀ­γι­ά­τρευ­τη πλη­γὴ νὰ σέ ‘­βρει». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νε­α­ρῶν γε­λοῦ­σε: «ὅρ­μα του!» φω­νά­ζα­νε «ὅρ­μα του!».

        Πέ­ρα­σε και­ρός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­μα­θη­τές μου πή­γαι­ναν σὲ γυ­ναῖ­κες. Μιὰ μέ­ρα ρώ­τη­σα ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τούς.

        «… Τί, κα­λά… τὴν πρε­σά­ρεις ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὴν δου­λεύ­εις ὡς συ­νή­θως…».

        Ἡ Μπέμ­πα

        Ἡ Σύλ­βια

        Ἡ Γω­γώ….

        Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι τὰ σκα­λιά. Μό­λις ἔ­φτα­σε ἡ σει­ρά μου, πέ­ρα­σα στὸ δω­μά­τιο. Ἦρ­θε ἡ τσατσά, πλή­ρω­σα. Ξεν­τύ­θη­κα. Ἔ­πλυ­να τὰ χέ­ρια μου για­τί ἦ­ταν ἱ­δρω­μέ­να. Μπῆ­κε ἡ Πά­τρα. «Γειά» εἶ­πε. Ἔ­σχι­σε τὸ προ­φυ­λα­κτι­κό, ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἔ­γει­ρα δί­πλα της, ἔ­κα­να νὰ τῆς πιά­σω τὸ στῆ­θος.

        Μ’ ἔ­σπρω­ξε «ἄ­στα αὐ­τά» εἶ­πε «ἐ­γώ ‘μαι μό­νο γιὰ τὴν πρά­ξη». Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της μπρο­στά μου «τέ­λει­ω­νε, ἔ­λα…» ἔ­λε­γε, μὰ ἐ­γὼ γύ­ρευ­α τὰ χεί­λη, τὸ στῆ­θος της. «Ἄ­κου ἐ­δῶ» εἶ­πε «δὲν παί­ζω τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη, ἔ­τσι;». Κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ πό­δια της «Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ βλέ­πεις αὐ­τό; Ἔ­λα…» συ­νέ­χι­σε «τε­λεί­ω­νε». Μὰ ἐ­γὼ ἔ­με­να πα­γω­μέ­νος. Βγῆ­κε ἔ­ξω κι ἐ­γὼ κύ­λη­σα δί­πλα. Ὁ κα­θρέ­φτης με­γέ­θυ­νε τὴ γύ­μνια μου.

        «Βρὲ ἄ­ει χά­σου! Δρό­μο! Χα­βα­λὲ τοῦ κε­ρα­τᾶ.»

        Ἔ­φυ­γα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βω, βρέ­θη­κα στὰ πευ­κά­κια. Ἐ­κεῖ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μὲς μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­κα­νε κρύ­ο ἢ ἐ­γὼ ἔ­τρε­μα; Ἀ­κούμ­πη­σα σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δέν­τρο μου εἶ­πα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης­
(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Σκεῦ­ος με­τα­νοί­ας : Ὁ συ­ναρ­πα­στι­κὸς βί­ος τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θάγ­γε­λου (Ἐν πλῷ, 2017).


Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δωμάτια



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δω­μά­τια

(Stanze)


ΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ μοῦ εἶ­ναι γνώ­ρι­μος. Μοῦ θυ­μί­ζει πο­λὺ κά­ποι­ον, ὡ­στό­σο δὲν κα­τα­φέρ­νω νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σω. Μι­λᾶ­με γιὰ μου­σι­κή, ζω­γρα­φι­κή, βι­βλί­α. Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν νὰ τὸ θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι γνω­ρι­ζό­μα­στε κα­λά. Μιὰ τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρὰ μὲ σα­στί­ζει, ἀλ­λὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στεῖ κι­ό­λας. Δὲν ξέ­ρω πῶς κα­τα­λή­ξα­με νὰ συ­ζη­τᾶ­με αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ μοῦ λέ­ει κά­τι ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μά­θει νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται στὰ νυ­χτε­ρι­νὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή, καὶ νὰ παίρ­νει, συ­νει­δη­τά, ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὶς ἴ­δι­ες του τὶς πρά­ξεις, χω­ρὶς ὅ­μως σω­μα­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Δεί­χνω μὲ δι­α­κρι­τι­κὸ τρό­πο κά­ποι­α ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα. Δὲν πα­ρε­ξη­γεῖ­ται.

       — Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ δια­υγὲς ὄ­νει­ρο; μὲ ρω­τά­ει.

       — Τί ἐν­νο­εῖς «δια­υγὲς ὄ­νει­ρο»;

       — Ἕ­να ὄ­νει­ρο ποὺ νὰ εἶ­χες ἐ­πί­γνω­ση πὼς τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­σουν.

       — Ἔ, ναί. Μοῦ συ­νέ­βη με­ρι­κὲς φο­ρές.

       — Καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ὄ­νει­ρα μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις τί νὰ κά­νεις;

       — Ναί, πράγ­μα­τι – ἀ­παν­τῶ ἀ­φοῦ σκέ­φτο­μαι πρῶ­τα καὶ θυ­μᾶ­μαι με­ρι­κὰ σπά­νια ὄ­νει­ρα ὅ­που, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χα τὸν ἔ­λεγ­χο ὅ­λων ὅ­σων συ­νέ­βαι­ναν.

       — Ὡ­ραῖ­α. Πραγ­μα­τι­κά, συμ­βαί­νει σὲ ὅ­λους κά­ποι­α στιγ­μή. Μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α. Ὡ­στό­σο, μα­θαί­νει κα­νεὶς νὰ τὸ κά­νει.

       — Δη­λα­δή;

       — Στὰ ὄ­νει­ρα γί­νον­ται, κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α, ἀ­πί­στευ­τα πράγ­μα­τα. Πράγ­μα­τα ποὺ πάν­τα ἐ­πι­θυ­μεῖς, ἀλ­λὰ στὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο εἶ­ναι ἀ­πί­θα­να. Νὰ πε­τᾶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Νὰ κο­λυμ­πᾶς σὰν ψά­ρι κά­τω ἀπ΄ τὸ νε­ρό. Νὰ συ­ναν­τᾶς ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ ἔ­χουν χα­θεῖ.

       Συ­νή­θως, ὅ­ταν κα­νείς σοῦ πιά­νει κου­βέν­τα γιὰ τέ­τοι­α θέ­μα­τα, σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ τοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἀ­νά­λο­γα. Αὐ­τὸς ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ ξέ­ρει γιὰ τί πράγ­μα μι­λά­ει καί, κον­το­λο­γίς, δὲν μοῦ πά­ει νὰ τοῦ συμ­πε­ρι­φερ­θῶ σὰν νὰ εἶ­ναι τρε­λός.

       — Καὶ πῶς τὸ κα­τα­φέρ­νει κα­νεὶς αὐ­τό; τὸν ρω­τῶ.

       — Πά­νω ἀπ΄ ὅ­λα πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζεις ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.

       — Στὴν πρά­ξη;

       — Στὴν πρά­ξη πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὴν συ­νή­θεια νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἂν τὸ δο­κι­μά­σεις ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἂν δη­λα­δή σοῦ γί­νει συ­νή­θεια, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ κα­τα­λά­βεις ὅ­τι ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι κα­θὼς ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἡ στιγ­μη —ἂν τὸ κα­τορ­θώ­σεις νὰ μὴν ξυ­πνή­σεις— ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις.

       — Πρέ­πει μό­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι ἢ ἂν εἶ­μαι ξύ­πνιος;

       — Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Πρέ­πει νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις κά­θε φο­ρὰ ἕ­να εἶ­δος δο­κι­μα­στι­κοῦ ἐ­λέγ­χου. Ὅ­πως νὰ με­τρᾶς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν σου γιὰ νὰ βλέ­πεις ἂν εἶ­ναι δέ­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­σαι ξύ­πνιος, ἢ ἂν εἶ­ναι ἕν­τε­κα ἢ δώ­δε­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.. Ἢ νὰ δο­κι­μά­σεις νὰ πε­ρά­σεις τὸ δά­χτυ­λο ἑ­νὸς χε­ριοῦ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη τοῦ ἄλ­λου. Αὐ­τὸ στὰ ὄ­νει­ρα γί­νε­ται, ἀλ­λὰ στὸν ξύ­πνιο εἶ­ναι λί­γο δύ­σκο­λο.

       — Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι κα­τά­λα­βα.

       — Ἔ­χεις δί­κιο, δὲν ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρο. Ἂς δο­κι­μά­σου­με στὴν πρά­ξη μὲ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι σου.

       Ση­κώ­νω τὸ χέ­ρι μου.

       — Λοι­πόν;

       — Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη κί­νη­ση ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος. Τώ­ρα χο­ρο­πή­δα.

       Χο­ρο­πη­δῶ μὲ τὰ πό­δια μου ἑ­νω­μέ­να καὶ —ὁ­μο­λο­γῶ— χαί­ρο­μαι μὲ τὴν εὐ­κι­νη­σί­α καὶ τὴν ἐ­λα­φρά­δα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου. Ἔ­χει πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ κα­τά­φερ­να νὰ χο­ρο­πη­δῶ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α.

       — Θὰ μοῦ πεῖς: κι αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει κα­νεὶς ὅ­ταν εἶ­ναι ξύ­πνιος. Σί­γου­ρα. Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις.

       — Τί;

       — Αὐ­τὸ ποὺ κά­νεις.

       — Δη­λα­δή; – μὰ ἐ­νῶ τοῦ ἀ­πευ­θύ­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ. Κι ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζω.

       — Πα­τέ­ρα, ἐ­σὺ εἶ­σαι; τοῦ λέ­ω.

       Μοῦ χα­μο­γε­λά­ει. Ἔ­χει πά­νω-κά­τω τὴν ἡ­λι­κί­α μου, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι καὶ λί­γο πιὸ νέ­ος. Ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως. Ἴ­σως.

       — Κα­τά­λα­βες; μὲ ρω­τά­ει.

       Ναί, κα­τά­λα­βα.

       Εἶ­χα χο­ρο­πη­δή­σει καὶ δὲν εἶ­χα ξα­να­πέ­σει στὴ γῆ.

       — Χαί­ρο­μαι ποὺ σὲ βλέ­πω. Ἔ­χω χί­λια-δυ­ὸ πράγ­μα­τα νὰ σοῦ δι­η­γη­θῶ – τοῦ λέ­ω κα­θὼς αἰ­ω­ροῦ­μαι δε­κά­δες ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀπ΄ τὸ ἔ­δα­φος.

       — Κι ἐ­γώ, – ἀ­παν­τᾶ χα­μο­γε­λών­τας.

       — Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα με νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Σέρζι Πάμιες (Serzi Pàmies): Τὸ πηγάδι

Σέρ­ζι Πά­μι­ες (Sergi Pàmies)

 

Τὸ πη­γά­δι

(El pou)

 

 ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ δι­α­λα­λεῖ μπρο­στὰ στὸ πη­γά­δι. «Ὅ­ποι­ος πέ­σει μέ­σα», λέ­ει, «θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος». Ὅ­λοι ὅ­σοι κον­το­στε­κό­μα­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σου­με, τι­θα­σεύ­ου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση δυ­σπι­στί­ας. Ἀλ­λὰ τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με προ­σε­κτι­κά. Ἀ­πὸ τὴ μιά, για­τὶ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ξέ­ρει νὰ τρα­βᾶ τὴν προ­σο­χὴ καί, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, για­τὶ δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νου­με. Ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ ἄλ­λα πη­γά­δια, αὐ­τὸ ἔ­γι­νε δι­ά­ση­μο ὅ­ταν, μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν πύ­ρι­νων λό­γων τῆς ντουν­τού­κας του, ὁ τσαρ­λα­τά­νος ἄρ­χι­σε νὰ τὸ δι­α­φη­μί­ζει σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­χνί­δι λού­να πάρκ. Δὲν χρε­ώ­νει εἴ­σο­δο, ζη­τᾶ μό­νο γιὰ ἀν­τί­τι­μο ὅ,τι ἔ­χει εὐ­χα­ρί­στη­ση ὁ κα­θέ­νας. Ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κα γιὰ βδο­μά­δες, μιὰ μέ­ρα ρί­χνο­μαι στὸ κε­νό. Προ­η­γου­μέ­νως τοῦ πλη­ρώ­νω τὸ ἀν­τί­τι­μο ποὺ κρί­νω δί­και­ο γιὰ νὰ τὸν ἀ­κού­σω νὰ μοῦ λέ­ει «θὰ εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος», ἔ­τσι ἁ­πλά, δί­χως νὰ μπεῖ σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἀρ­χι­κά, ἡ δι­έ­γερ­ση δὲν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ νι­ώ­σω κά­τι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Πέ­φτω, αὐ­τὸ ὄν­τως τὸ νι­ώ­θω· ἐ­πί­σης ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι τὸ πη­γά­δι εἶ­ναι πο­λὺ σκο­τει­νὸ καὶ πὼς ἡ τρύ­πα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α μπῆ­κα ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Δί­χως νὰ βλέ­πω ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, νιώ­θω ὅ­τι τὸ σκο­τά­δι ἐ­ξα­πλώ­νε­ται καὶ ὅ­τι, ἂν καὶ δὲν ἔ­χω κα­νέ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει, δὲν εἶ­μαι μό­νος. Φω­νά­ζω. Φω­νά­ζω ξα­νά. Κα­θὼς δὲν ἀ­παν­τᾶ κα­νείς, συμ­πε­ραί­νω ὅ­τι καὶ οἱ ἄλ­λοι φω­νά­ζουν καὶ ὁ λό­γος ποὺ δὲν τοὺς ἀ­κού­ω εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ ὁ κα­θέ­νας φω­νά­ζει μᾶλ­λον γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Πέ­φτω· πέ­φτω κι ἄλ­λο. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα φαν­τα­στεῖ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πύθ­με­νο πη­γά­δι. Ἀλ­λά, ὅ­ταν ὁ τσαρ­λα­τά­νος μὲ πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πέ­σω, δὲν ἔ­δω­σε δι­ευ­κρι­νί­σεις, εἶ­πε μό­νο πώς, ἅ­μα τὸ ἔ­κα­να, θὰ ἤ­μουν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι, κα­θὼς ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα —ἢ μῆ­νες ἢ χρό­νια, δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α—, βυ­θί­ζο­μαι σ’ ἕ­να σκο­τά­δι πιὸ πυ­κνὸ ἀ­πὸ πρίν, συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ ἄλ­λα ὄν­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἁ­πλῶς καὶ μό­νο δι­αι­σθά­νο­μαι, ἴ­σως νὰ εἶ­μαι πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ πρίν. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πῶ για­τί πλέ­ον δὲν θυ­μᾶ­μαι τί­πο­τα, κοί­τα νὰ δεῖς.



Πη­γή: α­πό τη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Si menges una llimona sense fer ganyotes (Εκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2006).

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός: Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ ΕΚΠΑ καὶ ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Pàmies, Monzó καὶ Cabré.

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δράκοι



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δρά­κοι

(Draghi)


ΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ, στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο, συ­νάν­τη­σα μιὰ πα­λιὰ φί­λη. Ζοῦ­με σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πό­λεις καὶ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν βλε­πό­μα­στε συ­χνά. Γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ πᾶ­με γιὰ κα­φὲ καὶ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με νέ­α γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χαν συμ­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α.

       Με­ρι­κὰ χρό­νια πρὶν εἶ­χε γνω­ρί­σει κά­ποι­ον, τὸν εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ καὶ σὲ δι­ά­στη­μα ἐν­νιὰ-δέ­κα μη­νῶν εἴ­χα­νε παν­τρευ­τεῖ. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κός, ἔ­ξυ­πνος κι ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ ἐ­κεί­νη· μᾶλ­λον πο­λὺ κα­λὸ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό.

       Καὶ πράγ­μα­τι, δὲν ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό. Με­τὰ τὸ γά­μο εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ Δό­κτο­ρα Τζέ­κιλ σὲ κύ­ριο Χά­ιντ. Εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι εὐ­γε­νι­κός· εἶ­χε γί­νει ἐ­νο­χλη­τι­κός, ζη­λιά­ρης καὶ βί­αι­ος, καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὴν προ­σβάλ­λει καὶ νὰ τὴν τα­πει­νώ­νει μπρο­στὰ σὲ φί­λους καὶ ξέ­νους. Ἡ ζω­ὴ εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ βρεῖ τὴ δύ­να­μη γιὰ νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτεῖ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ γά­μο.

       Μιὰ μέ­ρα κάποια συ­νά­δελ­φος τῆς δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ, ἀπ΄ ὅ,­τι φαι­νό­ταν, σὲ γνω­στὴ τῆς ἐ­ξα­δέλ­φης της.

       Αὐ­τὴ ἡ κο­πέ­λα παν­τρευ­ό­ταν. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες προ­ε­τοι­μα­σί­ες, ἕ­να πρω­ι­νὸ τοῦ Μα­ΐ­ου ὅ­λα ἦ­σαν ἕ­τοι­μα. Οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι, οἱ κουμ­πά­ροι, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κι ὁ γαμ­πρὸς ἤ­τα­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὴν πε­ρί­με­ναν σύμ­φω­να μὲ τὸ ἔ­θι­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α ζή­τη­σε νὰ πεῖ δυ­ὸ λό­για πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ τε­λε­τὴ τοῦ γά­μου. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν ἔ­φε­ρε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       — Ζή­τη­σα νὰ μι­λή­σω, πρῶ­τα ἀπ΄ ὅ­λα γιὰ νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­κα­ναν γιὰ μέ­να μέ­χρι σή­με­ρα. Ἦ­ταν κον­τά μου ὅ­ταν ἔ­πρε­πε καὶ μὲ ἄ­φη­σαν νὰ κά­νω τὸ δι­κό μου ὅ­ταν ἦ­ταν σω­στό. Νὰ ξέ­ρεις τὴν στιγ­μὴ γιὰ νὰ κά­νεις εἴ­τε τὸ ἕ­να εἴ­τε τὸ ἄλ­λο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο. Πρέ­πει νὰ ἔ­χεις καρ­διὰ κι ἐ­ξυ­πνά­δα. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μα­μά. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μπαμ­πά. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν σᾶς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σω πο­τέ.

       Οἱ γο­νεῖς χα­μο­γέ­λα­σαν κι ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε ἀ­φοῦ στρά­φη­κε πρῶ­τα στοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους.

       — Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ εἶ­στε ἐ­δῶ. Ἐλ­πί­ζω, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τὴ ἡ τε­λε­τὴ νὰ εἶ­ναι γιὰ σᾶς μιὰ κα­λὴ ἀ­νά­μνη­ση.

       Ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἐ­λα­φρὸς ψί­θυ­ρος. Κά­ποι­ος ἔ­βη­ξε. Ὁ γαμ­πρὸς πῆ­ρε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­φρα­ση.

       — Καὶ τώ­ρα θέ­λω νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὸν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό μου καὶ τὴν κα­λύ­τε­ρή μου φί­λη, ποὺ εἶ­ναι καὶ κουμ­πά­ρα μου. Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ τοὺς δύ­ο, ποὺ μὲ συ­νο­δέ­ψα­τε, μα­ζί, γιὰ νὰ κά­νω αὐ­τὸ τὸ βή­μα.

       Μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἀ­μη­χα­νί­α ἦ­ταν αἰ­σθη­τή.

       — Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ποὺ πε­ρά­σα­τε μα­ζὶ τὴν χτε­σι­νὴ νύ­χτα. Καὶ τό­σες ἄλ­λες, τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, πάν­τα στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Σᾶς εὔ­χο­μαι νὰ εἶ­στε εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Εἶ­ναι κρί­μα ποὺ εἶ­σαι ἤ­δη παν­τρε­μέ­νη, ἀλ­λὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι, μα­ζὶ μὲ τὸ σύ­ζυ­γό σου, θὰ βρεῖ­τε μιὰ λύ­ση. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες θὰ τοῦ φα­νοῦν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες.

       Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή, καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μέ­σα σὲ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε ἔ­χον­τας ἀ­νοι­χτὴ τὴ μη­χα­νή.

       Ἡ φί­λη μου ἔ­κα­νε μιὰ πα­ρα­τε­τα­μέ­νη παύ­ση πρὶν συ­νε­χί­σει.

       — Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Σκέ­φτο­μαι ὅ­τι ἐ­ὰν αὐ­τὴ μπό­ρε­σε νὰ κά­νει ὅ,­τι ἔ­κα­νε, ἔ­πρε­πε νὰ μπο­ρῶ κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ ἀ­πὸ τὴν πα­γί­δα ποὺ εἶ­χα πέ­σει. Ἦ­ταν δύ­σκο­λο ἀλ­λὰ δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ ἤ­μουν ἐ­λεύ­θε­ρη.

       Τὴν κοί­τα­ξα λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τῆς τὸ πῶ. Δι­ά­βα­σε τὶς σκέ­ψεις μου.

       — Τὴν ἤ­ξε­ρες ἤ­δη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἔ;

       Κα­τέ­νευ­σα κι ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε.

       — Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ με­τὰ τὸν χω­ρι­σμό, δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να βι­βλί­ο, ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι μιὰ τέ­τοι­α ἱ­στο­ρί­α ὑ­πάρ­χει, σχε­δὸν ἡ ἴ­δια, σὲ δε­κά­δες ἐκ­δο­χές, σὲ δε­κά­δες πό­λεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ κα­κο­φά­νη­κε. Ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε γί­νει ὁ προ­σω­πι­κός μου μύ­θος καὶ τώ­ρα ἀ­να­κά­λυ­πτα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ χα­ρα­κτή­ρας μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης ἱ­στο­ρί­ας. Με­τὰ ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε κα­θό­λου. Γιὰ μέ­να ἡ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὴ κι ἡ κο­πέ­λα ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νή. Ἴ­σως ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βεις.

       — Ξέ­ρεις ἕ­να συγ­γρα­φέ­α ποὺ τὸν λέ­νε Τσέ­στερ­τον; – τὴν ρώ­τη­σα.

       — Δὲν τὸν ἔ­χω δι­α­βά­σει πο­τέ, για­τί;

       — Ὁ Τσέ­στερ­τον ἔ­λε­γε ὅ­τι τὰ πα­ρα­μύ­θια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν δρά­κοι. Αὐ­τὸ τὰ παι­διὰ ἤ­δη τὸ ξέ­ρουν.

       — Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν; – ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       — Τὰ πα­ρα­μύ­θια χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι οἱ δρά­κοι μπο­ροῦν νὰ νι­κη­θοῦν.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἄρθρο 29



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἄρ­θρο 29

(Articolo 29)


ΞΩ ΝΥΧΤΑ. Βε­ράν­τα στὴ Ρώ­μη. Πο­λι­τι­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς, κό­σμος ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Συ­νο­μι­λοῦν πε­ρὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ μέ­χρι ποὺ ἡ κου­βέν­τα ἔρ­χε­ται στὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ Ἀ­νώ­τα­του Δι­κα­στη­ρί­ου τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ πρὶν λί­γες μέ­ρες ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ δι­καί­ω­μα τοῦ γά­μου ἀ­νά­με­σά σε ἄ­το­μα τοῦ ἰ­δί­ου φύ­λου. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λοι λέ­νε τὴ γνώ­μη τους, ἀλ­λὰ σύν­το­μα κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λᾶ­νε δύ­ο: μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα κι ἕ­νας βου­λευ­τής, γνω­στὸς γιὰ τὶς μᾶλ­λον συ­χνὲς —ἀπ΄ ὅ,­τι φαί­νε­ται— ἐ­πι­σκέ­ψεις του σὲ πλη­ρω­μέ­νες κο­πέ­λες.

       — Εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο, δὲν ἔ­χω τί­πο­τα ἐ­ναν­τί­ον τῶν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λων, ἀλ­λὰ στὸ Σύν­ταγ­μά μας ὁ γά­μος εἶ­ναι μό­νο γιὰ ἄ­το­μα τοῦ ἰ­δί­ου φύλ­ου, λέ­ει ὁ πο­λι­τι­κός.

       — Ποι­ός κα­νό­νας τοῦ Συν­τάγ­μα­τος, ἀ­κρι­βῶς; ρω­τά­ει ἡ γυ­ναί­κα.

       — Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­βῶς τὸ ἄρ­θρο…

       — Τὸ ἄρ­θρο τοῦ Συν­τάγ­μα­τος ποὺ μι­λᾶ γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια εἶ­ναι τὸ 29. Σὲ αὐ­τὸ ἀ­να­φέ­ρε­στε;

       — Ἀ­κρι­βῶς σὲ αὐ­τό.

       — Τυ­χαί­νει νὰ τὸ ξέ­ρω ἀ­πὸ μνή­μης. «Ἡ Δη­μο­κρα­τί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ὡς φυ­σι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς ὁ­μά­δας ποὺ βα­σί­ζε­ται στὸ γά­μο.» Μοῦ δι­α­φεύ­γει ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φύ­λο ὡς ἀ­πα­ραί­τη­τος ὅ­ρος γιὰ τὸ γά­μο.

       — Λέ­ει: «Φυ­σι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ ὁ­μά­δα».

       — Λοι­πόν;

       — Λοι­πόν, ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ φυ­σι­κὴ εἶ­ναι.

       — Λυ­πᾶ­μαι ποὺ πρέ­πει νὰ δι­α­φω­νή­σω ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­ναι δι­α­δε­δο­μέ­νη στοὺς σκύ­λους, τὶς γά­τες, τοὺς κύ­κνους, τοὺς γλά­ρους, τὶς πά­πι­ες, τοὺς πιγ­κου­ί­νους, τὰ δελ­φί­νια, τὰ λι­ον­τά­ρια, τοὺς ἐ­λέ­φαν­τες καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα εἴ­δη. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸ συλ­λο­γι­σμό σας: φυ­σι­κὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι ὁ καρ­κί­νος, ἡ πα­νού­κλα, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, οἱ σει­σμοί. Ἀν­τί­θε­τα δὲν εἶ­ναι φυ­σι­κά: ἡ ἀ­σπι­ρί­νη, τὰ ἀν­τι­βι­ο­τι­κά, οἱ θε­ρα­πεῖ­ες κα­τὰ τοῦ καρ­κί­νου, οἱ ἀ­πι­νι­δω­τές, τὰ κομ­πι­οῦ­τερ, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να, τὰ γυα­λιά. Δε­χό­μα­στε τὰ πρῶ­τα κι ἀ­πορ­ρί­πτου­με τὰ δεύ­τε­ρα;

       — Μὰ τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά; «Φυ­σι­κή» για­τί ὁ γά­μος ἔ­χει σκο­πὸ τὴν τε­κνο­ποί­η­ση. Για­υτὸ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τρέ­πε­ται μό­νο σὲ ἄ­το­μα δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου.

       — Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Ἕ­να ζευ­γά­ρι, λοι­πόν, ἐν­νο­ῶ ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, ἕ­να στεῖ­ρο ἢ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, δὲν μπο­ρεῖ νὰ παν­τρεύ­ε­ται;

       — Ποὺ ση­μαί­νει…

       — Αὐ­τὸ ποῦ εἶ­πα: δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι μπο­ροῦν νὰ παν­τρεύ­ον­ται;

       — Ὁ γά­μος ἀ­νά­με­σά σε ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση.

       — Ἄ­ρα ἡ τε­κνο­ποί­η­ση δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση. Ση­μα­σί­α ἔ­χει αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ πα­ρά­δο­ση;

       — Λοι­πόν…

       — Σᾶς ρω­τῶ, για­τὶ με­τα­ξύ των πα­ρα­δό­σε­ων —σὲ ἄλ­λους πο­λι­τι­σμούς, βέ­βαι­α— ὑ­πάρ­χουν ὁ κα­νι­βα­λι­σμός, ἡ τε­λε­τουρ­γι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α, τὸ κά­ψι­μο τῶν χή­ρων γυ­ναι­κών, ὁ ἀκρωτη­ρια­σμός. Ἡ πα­ρά­δο­ση, καὶ ὁ νό­μος μέ­χρι τὸ 1975, στὴν Ἰ­τα­λί­α λέ­γα­νε ὅ­τι ἡ σύ­ζυ­γος ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πα­κού­ει τὸν σύ­ζυ­γο, γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι.

       — Ἐν­τά­ξει, ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­λα­βαί­νω γιὰ ποι­ό λό­γο δυ­ὸ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι νὰ θέ­λουν νὰ παν­τρευ­τοῦν. Ποι­ός τοὺς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ μέ­νουν μα­ζί, νὰ κά­νουν ὅ­τι θέ­λουν; Τὰ δι­και­ώ­μα­τά τους εἶ­ναι ἤ­δη ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­στι­κὸ κώ­δι­κα.

       — Λέ­τε; Ἐ­ὰν δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες ζοῦν μα­ζὶ καὶ ἡ μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς πα­θαί­νει ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα καὶ ἔ­χει ἀ­πώ­λεια συ­νεί­δη­σης, ἡ ἄλ­λη μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη σύν­τρο­φό της; Ὄ­χι. Ἂν πε­θά­νει μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο, ἡ ἄλ­λη παίρ­νει σύν­τα­ξη χη­ρεί­ας; Ὄ­χι. Μπο­ρῶ νὰ τὸ προ­χω­ρή­σω κι ἄλ­λο ἂν θέ­λε­τε. Εἴ­πα­τε ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε, τὸ δέ­χο­μαι, εἶ­ναι πρό­βλη­μά σας. Μὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ πρέ­πει νὰ με­τα­φρα­στεῖ ὡς πα­ρέμ­βα­ση στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν προ­σω­πι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν, ἂν αὐ­τὲς δὲν βλά­πτουν τοὺς ἄλ­λους. Ἂν οἱ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι μπο­ροῦ­σαν νὰ παν­τρεύ­ον­ται, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν πα­ρέμ­βα­ση στὴν ἀ­το­μι­κή σας ἐ­λευ­θε­ρί­α; Θὰ ἔ­βλα­πτε κα­νέ­ναν;

       — Τὸ νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τοὺς ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κοὺς γά­μους θὰ ση­μά­νει καὶ τὸ τέ­λος τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

       — Για­τί;

       — Θὰ αὔ­ξαι­νε τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α.

       — Ἐν­δι­α­φέ­ρον. Οἱ ἑ­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι ἀ­να­κα­λύ­πτουν ὅ­τι μπο­ροῦν νὰ παν­τρεύ­ον­ται ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο φύλ­ο καὶ λέ­νε: «Οὐά­ου! ἔ­τσι μοῦ΄ρχε­ται νὰ γί­νω γκέ­ι, ἀ­μέ­σως τώ­ρα.» Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ καὶ σὲ σᾶς;

       Χα­χα­νη­τὰ τρι­γύ­ρω, καὶ μά­λι­στα οὔ­τε κὰν δι­α­κρι­τι­κά. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να φαί­νε­ται λί­γο ἀ­μή­χα­νη. Ὁ βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται πο­λὺ ἀ­μή­χα­νος. Κον­τά μου βρί­σκε­ται ἕ­νας γνω­στὸς πα­ρου­σια­στὴς τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ποὺ προ­φα­νῶς ἔ­χει πι­εῖ λί­γο πα­ρα­πά­νω.

       — Κα­λή, ἔ! Καὶ ὡ­ραῖ­ο κομ­μά­τι! Οἱ λε­σβί­ες μὲ φτιά­χνουν πο­λύ, λέ­ει ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σὲ κά­ποι­ον στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του.

       — Κα­λή, πράγ­μα­τι. Καὶ ὡ­ραῖ­ο κομ­μά­τι. Ἀλ­λὰ δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι εἶ­ναι λε­σβί­α, ἀ­παν­τᾶ ὁ ἄλ­λος.

       — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; ρω­τά­ει ὁ με­θυ­σμέ­νος πα­ρου­σια­στής.

       — Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Γιῶργος Μύσταξ: Δυὸ πόδια φέρνουν τὴν ἄνοιξη


Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ

Δυ­ὸ πό­δια φέρ­νουν τὴν ἄ­νοι­ξη


ΤΕΚΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ τὸ στέ­γα­στρο γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ψι­λό­βρο­χο. Εἶ­χε τρέ­ξει ἄ­δι­κα νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ φω­τει­νὸς πί­να­κας ποὺ σὲ ἐ­νη­με­ρώ­νει πό­τε ἔρ­χε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε. Θὰ ἀρ­γοῦ­σε; Ἐ­κεῖ­νο τὸ κρύ­ο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πρω­ι­νό τοῦ Γε­νά­ρη δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ψυ­χὴ στὸ δρό­μο. Βρῆ­κε λοι­πὸν εὐ­και­ρί­α, μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, νὰ φτιά­ξει τὸ μαῦ­ρο της καλ­σὸν ποὺ ‘­χε κά­νει ζά­ρες λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το, ἐ­κεῖ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ ψη­λὲς μαῦ­ρες μπό­τες. Τὸ ἔ­στρω­σε τρα­βών­τας το  ψη­λὰ στοὺς μη­ρούς, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας στὴν προ­σπά­θειά της τὴ μαύ­ρη δερ­μά­τι­νη φου­στί­τσα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας δυ­ὸ πα­νέ­μορ­φα πό­δια. Ἐ­γώ, πά­λι, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της γιὰ νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ πο­λύ­χρω­μη ἄ­νοι­ξη φτά­νει ἐ­νί­ο­τε πρό­ω­ρα, μέ­σα σὲ μαῦ­ρο πε­ρι­τύ­λιγ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1967) Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι με­τα­πτυ­χια­κὸς φοι­τη­τὴς τοῦ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση, ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὸς χῶ­ρος» τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ.


Πέτρος Φούρναρης: Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)



Πέτρος Φούρναρης

Τζιανρίκο Καροφίλιο

(Gianrico Carofiglio)


ΤΖΙΑΝΡΙΚΟ ΚΑΡΟΦΙΛΙΟ (Gianrico Carofiglio) γεν­νή­θη­κε στὸ Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας τὸ 1961. Τὸ 1986 ἐν­τάσ­σε­ται στὸ δι­κα­στι­κὸ σῶ­μα ὡς εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ δου­λεύ­ει στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς Μα­φί­ας. Τὸ 2008 ἐ­κλέ­χτη­κε γε­ρου­σια­στὴς στὸ Δη­μο­κρα­τι­κὸ Κόμ­μα (PD). Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σει ἀ­πὸ τὸ δι­κα­στι­κὸ σῶ­μα, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὸ ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φῆς.

       Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ἀ­κού­σιος μάρ­τυ­ρας (Testimone in­con­sa­pe­vo­le), ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Sellerio τὸ 2002. Μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ ὁ Κα­ρο­φί­λιο ἐγ­και­νιά­ζει τὸ νο­μι­κὸ θρί­λερ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἐ­νῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πρώ­τη φο­ρὰ ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­χτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὸ ἔρ­γο γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ ἀ­πέ­σπα­σε πολ­λὰ βρα­βεῖ­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων τὸ Premio del Giovedi «Marisa Rusconi». Ἑ­νὸς βρα­βεί­ου ποὺ δί­δε­ται σὲ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φεῖς.

       Τὸ 2003, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο, ἐκ­δί­δε­ται τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Μὲ τὰ μά­τια κλει­στά (Ad occhi chiusi), ποὺ ἀ­πο­σπᾶ ἰ­σά­ριθ­μα βρα­βεῖ­α, ἐ­νῶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πὸ μιὰ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ βι­βλι­ο­πω­λῶν καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φων, θε­ω­ρεῖ­ται τὸ «κα­λύ­τε­ρο νου­άρ» τοῦ 2007. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Rizzoli Τὸ πα­ρελ­θὸν εἶ­ναι ξέ­νη πα­τρί­δα (Il passato e’ una terra straniera), ποὺ θὰ κερ­δί­σει τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Bancarella τὸ 2005 καὶ ποὺ θὰ γί­νει ται­νί­α ἀ­πὸ τὸ σκη­νο­θέ­τη Ντα­νι­έ­λε Βι­κά­ρι τὸ 2008.

       Τὸ 2006 κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Λο­γι­κὲς ἀμ­φι­βο­λί­ες (Ragionevoli dubbi). Τὸ 2007 ὁ Κα­ρο­φί­λιο δη­μο­σι­εύ­ει —μα­ζὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό του Φραν­τζέ­σκο, ποὺ κά­νει τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση— τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα-κό­μικ Κυ­νη­γοὶ στὸ σκο­τά­δι (Cacciatori nelle tenebre), ποὺ ἀ­πο­σπᾶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μαρ­τό­λιο (Premio Martoglio). «Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν ἀ­ξί­α ἀ­πὸ μό­νες τους ἂν εἶ­ναι κα­λές», λέ­ει ὁ Κα­ρο­φί­λιο στὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ βι­βλί­ου, «αὐ­τὸ τὸ εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, εἶ­ναι μιὰ φαν­τα­στι­κὴ με­τα­φο­ρὰ σὲ ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ οἰ­κεῖ­ο, δη­λα­δὴ τὸ Μπά­ρι». Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται καὶ τὸ δο­κί­μιό του Ἡ τέ­χνη τοῦ νὰ ἀμ­φι­βάλ­λεις (L’ arte del dubbio) καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιὰ τὸ πέμ­πτο του μυ­θι­στό­ρη­μα Οὔ­τε ἐ­δῶ, οὔ­τε ἀλ­λοῦ (Ne’ qui ne’ altrove).

       Στὴ συ­νέ­χεια ἡ συγ­γρα­φι­κή του πο­ρεί­α κα­τὰ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη:

       Τὸ πα­ρά­δο­ξό του ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ (Il paradosso del poliziotto, 2009).

     Ἡ προ­σω­ρι­νὴ τε­λει­ό­τη­τα (Le perfezioni provvisorie, 2010), μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν Γκου­ίν­το Γκου­ε­ρι­έ­ρι.

       Χω­ρὶς σύ­νε­ση (Non esiste saggeza, 2010), συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.

       Ἡ πα­ρα­βί­α­ση τῶν λέ­ξε­ων (La manomissione delle parole, 2010), ἕ­να δο­κί­μιο γιὰ τὴν ἠ­θι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς γλώσ­σας.

       Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ κύ­μα­τος (Il silenzio dell onda, 2011).

      Κο­καΐνη (Cocaina, 2013), μα­ζὶ μὲ τὸν Massimo Carlotto καὶ τὸν Giancarlo de Ca­tal­do. Τρεῖς μα­έ­στροι τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­φή­γη­σης δι­η­γοῦν­ται γιὰ τὸ ναρ­κω­τι­κὸ ποὺ ση­μά­δε­ψε τὴν κοι­νω­νί­α ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘80 μέ­χρι σή­με­ρα.

    Τὰ ­λιγ­γι­ώ­δη ­ρια τῶν πραγ­μά­των (Il bordo vertiginoso del­le co­se, 2013).

       Τὸ σπί­τι στὸ δά­σος (La casa nel bosco, 2014).

       Μιὰ εὐ­με­τά­βλη­τη ­λή­θεια (Una mutevole verita, 2014).

       Ὁ κα­νό­νας τῆς ­σορ­ρο­πί­ας (La regola dell’ equilibrio, 2014).

       Νυ­κτε­ρι­νοὶ ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, 2016).

       Τὸ ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, 2016).

       Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Οἱ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες καὶ τὰ θραύ­σμα­τα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας

Τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κα­ρο­φί­λιο Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα βι­βλί­α του ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Δὲν εἶ­ναι βι­βλί­ο ἀ­στυ­νο­μι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, δὲν κι­νεῖ­ται στὸν δι­κα­στι­κὸ χῶ­ρο ποὺ τό­σο κα­λὰ γνω­ρί­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας του. Ἐ­δῶ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ ἕ­να ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ πεῖ μὲ ἕ­να στοί­χη­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ πα­σχί­ζει νὰ τὸ κερ­δί­σει.

       Πρό­κει­ται γιὰ τριά­ντα μι­κρὰ κεί­με­να τρι­ῶν σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να ποὺ δι­α­φέ­ρουν ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι γρή­γο­ρες ἀ­φη­γή­σεις, τό­σο μι­κρὲς ποὺ μοιά­ζουν ἀ­νέκ­δο­τα μὲ ἀ­φο­ρι­στι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο, ἄλ­λα εἶ­ναι σκέ­ψεις ἢ μι­κρὰ δο­κί­μια πά­νω στὴ γλώσ­σα ἢ τὴν φι­λο­σο­φί­α, κι ἄλ­λα σύν­το­μες πα­ρα­βο­λὲς μὲ δι­δα­κτι­κὸ στό­χο. Τὸ μό­νο κοι­νὸ ποὺ ἔ­χουν αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να κα­θὼς ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται κα­λει­δο­σκο­πι­κὰ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι ὅ­τι πε­ρι­γρά­φουν τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὄ­ψεις μιᾶς κα­θη­με­ρι­νῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, τῆς ἴ­διας ποὺ βι­ώ­νου­με κι ἐ­μεῖς, ἐν­δυ­να­μώ­νον­τάς την, ὅ­μως, μὲ τὴν δια­ύγεια τῆς γλώσ­σας καὶ τὴν χρη­σι­μο­ποί­η­ση μιᾶς μι­κρῆς φόρ­μας ἀ­φή­γη­σης, γρή­γο­ρης καὶ χω­ρὶς πε­ριτ­τὰ στο­λί­δια, καί —τε­λι­κά— πιὸ ἄ­με­σης. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ στὸ ἐ­σώ­φυλ­λο τῆς ἔκ­δο­σης δι­α­βά­ζου­με:

       Ἕνας μο­να­χὸς συ­νάν­τη­σε μιὰ μέ­ρα ἕ­να δά­σκα­λο τοῦ Ζέν, καὶ θέ­λον­τας νὰ τὸν κά­νει νὰ νοι­ώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α, τὸν ρώ­τη­σε:

       Χω­ρὶς λέ­ξεις καὶ χω­ρὶς σι­ω­πή, ξέ­ρεις νὰ μοῦ πεῖς τί εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

        Ὁ δά­σκα­λος τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μπου­νιὰ στὸ πρό­σω­πο.

       [«Ἐ­πι­τά­φιο» («Epitaffio»)]

       Ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρό­λα αὐ­τὰ μᾶς δί­νε­ται μὲ ἕ­να τρό­πο ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὸ καὶ πο­τὲ ὁ­λό­κλη­ρη. Ἡ σύν­θε­σή της, μέ­χρι ἑ­νὸς ση­μεί­ου εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση τοῦ κά­θε ἀ­να­γνώ­στη καὶ τῶν προσ­λή­ψε­ών του. Ἡ γε­νι­κὴ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­χου­με, ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ου­με μὲ τραῖ­νο μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ δι­α­δρο­μή. Μέ­σα στὰ σκο­τει­νὰ βα­γό­νια του ἀν­τη­χοῦν φω­νὲς ποὺ δια­ρκοῦν λί­γο, ἀ­κού­γον­ται δι­ά­λο­γοι ποὺ τοὺς σκε­πά­ζει ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἕ­να μι­κρὸ φω­τά­κι φω­τί­ζει ἀ­στρα­πια­ῖα τὰ πρό­σω­πα καὶ με­τὰ πά­λι τὸ μι­σο­σκό­τα­δο, πά­λι τὰ ἀ­σα­φῆ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐ­πι­βα­τῶν.

       Ἡ γέν­νη­ση τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν αὐ­τῶν —χω­ρὶς νὰ ἀμ­φι­σβη­τεῖ κα­νεὶς τὸ ρό­λο ποὺ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις παί­ζει ἡ φαν­τα­σί­α— εἶ­ναι προϊ­ὸν τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὸν ἴ­διο τὸν δι­αι­σθά­νε­ται κα­νεὶς κρυμ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος —ἄλ­λη μιὰ σκιὰ στὸ σκο­τά­δι— νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ καὶ νὰ κα­τα­γρά­φει τοὺς ἐ­πι­βά­τες ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν σὲ κά­θε στά­ση τῆς νυ­χτε­ρι­νῆς δι­α­δρο­μῆς, δη­μι­ουρ­γών­τας ἀ­πὸ κά­θε σταθ­μὸ καὶ μιὰ «ἐν δυ­νά­μει» ἱ­στο­ρί­α:

       Συ­νέ­χι­σα τὸν πε­ρί­πα­τό μου σκε­πτό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γρα­φτεῖ.  («Χον­δρὸς- Λι­γνός» [«Stanlio e Ollio»])

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες εἶ­ναι πρό­σω­πα προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς κοι­νω­νι­κὲς βαθ­μί­δες: μα­στρο­ποὶ ποὺ ἐκ­δί­δουν γυ­ναῖ­κες ὑ­πό­πτων ἠ­θῶν, δι­κη­γό­ροι καὶ ἀ­να­κρι­τὲς ποὺ μᾶς κά­νουν νὰ μει­δι­οῦ­με μὲ τὰ τρα­γε­λα­φι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός τους, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀ­τύ­χη­σαν στοὺς γά­μους τους, πο­λι­τι­κοὶ ποὺ ‘βο­λεύ­τη­καν’ μέ­σα σὲ μιὰ γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση δι­α­φθο­ρᾶς καὶ σή­ψης. Ἄν­θρω­ποι συν­τη­ρη­τι­κοὶ ἢ προ­ο­δευ­τι­κοί – φο­ρεῖς πάν­τα του ἀν­τί­στοι­χου ἰ­δε­ο­λο­γι­κοῦ τους φορ­τί­ου. Συ­ναν­τᾶ­με ἀ­κό­μα τὸν ντα­ὴ τοῦ σχο­λεί­ου ποὺ τι­μω­ρεῖ­ται πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὰ ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἀ­προσ­δό­κη­το τι­μω­ρό· ἐ­δῶ ὁ Κα­ρο­φί­λιο κλεί­νει πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι στὸν ἀ­να­γνώ­στη, ὑ­πο­νο­ών­τας τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Τύ­που. Ἔ­χου­με ἐ­πί­σης τὸν ‘κα­λὸ’ καὶ τὸν ‘κα­κὸ’ ἀ­στυ­νο­μι­κό – ποὺ στὴν κα­νο­νι­κὴ ζω­ή τους ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἔ­χουν ἀν­τε­στραμ­μέ­νους, κατ’ οὐ­σί­αν, ρό­λους.

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ εἶ­ναι ἄ­το­μα ποὺ ἔρ­χον­ται στὰ ὄ­νει­ρά μας γιὰ νὰ μᾶς συμ­βου­λέ­ψουν, ἢ συγ­γε­νεῖς ποὺ ἀ­πε­βί­ω­σαν ἀ­πὸ και­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κα­τοι­κοῦν στὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­να δω­μά­τια ὅ­που ἔ­ζη­σαν, σὰν νὰ μὴν ἔ­φυ­γαν πο­τέ:

       Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα μὲ νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.

(«Δω­μά­τια» [«Stanze»])

       Κα­μιὰ φο­ρὰ τὰ πρό­σω­πα αὐ­τὰ ἔρ­χον­ται ἀ­πρό­σκλη­τα, ἄλ­λο­τε πά­λι προ­κα­λοῦ­με ἐ­μεῖς τὸν γυ­ρι­σμό τους, ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση νο­σταλ­γί­ας:

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νοί­γει μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο κι αἰ­σθά­νο­μαι —πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­σθά­νο­μαι, κι ἡ καρ­διά μου σπα­ρά­ζει— τὸ ἄ­ρω­μα τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ τοῦ δερ­μά­τι­νου σα­κα­κιοῦ τῆς μά­νας ποὺ μό­λις ἔ­χει ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο.

       («Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου» [«Aria del tempo»])

       Με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι δι­α­πο­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς νο­σταλ­γί­ας, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λα κυ­ρια­ρχεῖ ἡ εἰ­ρω­νι­κὴ δι­ά­θε­ση καὶ ὁ σαρ­κα­σμός. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ ἀ­να­γνώ­στης χα­μο­γε­λᾶ, κα­θὼς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ἡ ζω­ὴ προ­σφέ­ρει κω­μι­κὸ θέ­α­μα ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ σκο­τει­νὲς καὶ τρα­γι­κές της ἐκ­φάν­σεις.

       Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν δι­δα­κτι­κὸ καὶ ἀ­λα­ζο­νι­κὸ τό­νο, με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να εἶ­δος «Λαϊ­κῆς σο­φί­ας» καὶ σκο­πεύ­ον­τας, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, νὰ ἀ­φυ­πνί­σουν τὶς κοι­μι­σμέ­νες συ­νει­δή­σεις ἑ­νὸς μέ­ρους τῆς κοι­νω­νί­ας.

       — Ὅ­ταν σοῦ λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κός, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα.

       («Εἰ­λι­κρι­νά» [Sinceramente])

Οἱ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες εἶ­ναι ἕ­να τολ­μη­ρὸ ἐγ­χεί­ρη­μα πα­ρὰ τὴ συν­το­μί­α τοῦ ἔρ­γου, για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τρα­βή­ξεις τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, ὅ­ταν ταυ­τό­χρο­να τοῦ τὴν ἀ­πο­σπᾶς, ρί­χνον­τάς το σὲ τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σύν­δε­τες. Ὅ­μως ὁ συγ­γρα­φέ­ας τους φαί­νε­ται νὰ κερ­δί­ζει τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­χει βά­λει μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νος ἀ­πὸ τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­τορ­θώ­νει νὰ συμ­πυ­κνώ­σει τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μαν­τά­κι 90 σε­λί­δων ποὺ ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ με­τρὸ καὶ κοι­τών­τας πα­ράλ­λη­λα γύ­ρω του νὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ βι­βλί­ου βρί­σκον­ται ἤ­δη ἐ­κεῖ (Κα­μιὰ φο­ρὰ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τό­σο πι­θα­νὴ ποὺ μᾶς φαί­νε­ται ἐν­τε­λῶς ἀ­πί­θα­νη.) Πι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βὲς ἢ κα­θι­σμέ­νοι στὰ κα­θί­σμα­τα, οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ βι­βλί­ου κοι­τοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη κα­θὼς δι­α­βά­ζει γιὰ αὐ­τούς.

       Λί­γο μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει ἂν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ φαν­τα­σί­α συγ­χέ­ον­ται. Ἡ συν­τρο­φιὰ ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τοὺς χα­ρα­χτῆ­ρες —ποὺ ἐ­λά­χι­στα πε­ρι­γρά­φον­ται— εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στη, κι ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­να­φε­ρό­με­νος σὲ μιὰ ρή­ση τοῦ Τσέ­στερ­τον:

       Τὰ πα­ρα­μύ­θια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν δρά­κοι. Αὐ­τὸ τὰ παι­διὰ ἤ­δη τὸ ξέ­ρουν. Τὰ πα­ρα­μύ­θια χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι οἱ δρά­κοι μπο­ροῦν νὰ νι­κη­θοῦν.

       («Δρά­κοι» [Draghi])


Λέρος, 29-8-2017



Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι