Λίλυ Ἐξαρχοπούλου: Ἀποχρώσεις


Λί­λυ Ἐ­ξαρ­χο­πού­λου


Ἀ­πο­χρώ­σεις

 

ΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ σὲ δι­α­κο­πές. Τὸ ἐ­στι­α­τό­ρει­ο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ φί­σκα. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ζευ­γά­ρι μὲ δυ­ὸ παι­διά. Τοὺς το­πο­θε­τοῦν σὲ κρα­τη­μέ­νο τρα­πέ­ζι, δυ­ὸ τρί­α τρα­πέ­ζια πιὸ κά­τω. Στὸ ἡ­μί­φως μέ­σα στὸ πλῆ­θος πα­ρα­τη­ρῶ τὸν μι­κρό· χα­ρι­τω­μέ­νος, πε­ρὶ τὰ ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα. Ἀρ­κε­τὰ σκοῦ­ρος, σκέ­φτο­μαι. Τὸ μυα­λό μου πη­γαί­νει αὐ­το­μά­τως σὲ δι­ά­φο­ρα μι­κτὰ ζευ­γά­ρια μὲ παι­διὰ ποὺ ἔ­χω συ­ναν­τή­σει σὲ δι­α­κο­πές, συ­νή­θως ἕ­να μι­γὰ κι ἕ­να λευ­κό, πε­ρί­ερ­γο τό­σο ποὺ χρό­νια τώ­ρα λέ­ω ὅ­τι με­τὰ τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν θὰ ρω­τή­σω κά­ποι­ο βι­ο­λό­γο ἐ­ὰν ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ λευ­κὴ φυ­λή. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ δε­κα­πεν­τά­ρης ἔ­φη­βος μὲ τὸ μο­δά­το μαλ­λὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς σκοῦ­ρος, ἴ­σως ἐ­λα­φρό­τα­τα ἀ­νοι­χτό­τε­ρος. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι ξαν­θὴ καὶ γα­λα­νο­μά­τα. Τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν βλέ­πω κα­λὰ ἀλ­λὰ σκοῦ­ρος μοῦ φαί­νε­ται κι αὐ­τός. Τὸ μυα­λό μου συ­νε­χί­σει ἀ­πρό­σκο­πτα τὶς ὑ­πο­θέ­σεις: Σί­γου­ρα Ἀγ­γλί­δα ἡ μη­τέ­ρα, ἰν­δο­πρε­πὴς ὁ πα­τέ­ρας. Ἔρ­χον­ται τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τοὺς ξε­χνῶ, μιὰ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ νη­σιοῦ καὶ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐκ­δρο­μὴ στὴν Κά­σο. Φεύ­γουν πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­κο­λου­θού­με­νοι ἀ­πὸ τὰ δύ­ο παι­διά.

        Δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια τα­βέρ­να πρὶν φι­σκά­ρει. Δὲν βλέ­πω Ἕλ­λη­νες, εἶ­χα πεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη φο­ρὰ στὸ εὐ­γε­νέ­στα­το γκαρ­σό­νι. «Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, πε­ρὶ τὶς ὀ­κτώ το βρά­δυ, ἔρ­χον­ται μό­νον οἱ ξέ­νοι. Οἱ Ἕλ­λη­νες, τὸ ξέ­ρε­τε, ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση μὲ δέ­κα.» Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἴ­διο ἐ­ξάλ­λου κά­νω κι ἐ­γώ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές, ποὺ συ­νή­θως μὲ βο­λεύ­ει τὸ φα­γη­τὸ με­τὰ τὸ μπά­νιο. Ξέ­νη, λοι­πόν, ὡς πρὸς τὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα, ἀ­νά­με­σά σε ξέ­νους.

        Μπαί­νει ἡ προ­χτε­σι­νὴ κομ­πα­νί­α, ἡ Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα καὶ οἱ τρεῖς σκου­ρό­χρω­μοι. Κά­θον­ται σὲ πα­ρα­δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­πὸ πιὸ κον­τά. Μὰ πὼς τὴν πά­τη­σα ἔ­τσι, κι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης γιὸς κι ὄ­χι σύ­ζυ­γος. Ξα­να­κοι­τά­ζω τὴ γυ­ναί­κα, προ­σέ­χω τὶς ρυ­τί­δες καὶ τοὺς κω­θόρ­νους. Μὰ ναί, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­ραν­τα­πεν­τά­ρα ἢ καὶ πε­νην­τά­ρα καὶ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­τρας πε­ρὶ τὰ εἴ­κο­σι μὲ εἰ­κο­σι­δύ­ο, σί­γου­ρα ὁ με­γά­λος γιός, χρῶ­μα σκοῦ­ρο, ἀ­ρα­βι­κό. Κι αὐ­τὸς μο­δά­το μαλ­λὶ ὅ­πως ὁ ἔ­φη­βος, σκου­λα­ρί­κι καὶ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό. Μὰ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό, σχο­λιά­ζω, αὐ­τὸ θὰ πό­νε­σε πο­λύ, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ σύν­τρο­φος. Οἱ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ροι μοιά­ζουν ἀρ­κε­τὰ με­τα­ξύ τους, ὁ πι­τσι­ρι­κὰς εἶ­ναι πιὸ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος σὰν τὴ μη­τέ­ρα του. Ἔ­χει μιὰ δι­ά­θε­ση σκαν­τα­λιᾶς, κά­τι τοῦ λέ­ει ὁ στριφ­νὸς με­γά­λος ποὺ κά­θε­ται δί­πλα του καὶ σο­βα­ρεύ­ε­ται, ἡ μη­τέ­ρα παρ­λά­ρει ἀ­δι­άλ­λει­πτα μὲ τὸν δι­πλα­νό της με­σαῖ­ο γιό. Θὰ εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι, μοῦ ἔρ­χε­ται αὐ­θόρ­μη­τα. Μὰ δὲν πο­λυ­μοιά­ζουν μὲ Ἄ­ρα­βες, θὰ εἶ­ναι Πα­κι­στα­νοί.

        —Για­τί δὲν τρῶς;

        Τὸ φα­γη­τὸ μας ἔ­χει φτά­σει καὶ δὲν τὸ ἔ­χω πά­ρει χαμ­πά­ρι.

        Πο­λὺ φα­γη­τό, πά­λι πα­ραγ­γεί­λα­με μί­α με­ρί­δα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη, Ἕλ­λη­νες, μπά, μᾶλ­λον Ἑλ­λη­νά­ρες. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται κι ἡ ἰ­δέ­α μου νὰ πά­ρου­με σὲ ἀ­λου­μι­νέ­νιο χαρ­τὶ τὰ κε­φτε­δά­κια γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη, οκ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν θὰ τὰ ἀγ­γί­ξω, λέ­ω σὰν πει­σμω­μέ­νο παι­δί, μὲ τὸ μυα­λὸ σὲ ἀ­στέ­γους καὶ πρό­σφυ­γες. Τὸ ἀ­πέ­ναν­τι παι­δὶ τρώ­ει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴ σα­λά­τα τους, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δεί­χνουν νὰ ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ὁ δευ­τε­ρό­το­κος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὴν Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα, ὁ με­γά­λος —ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­δα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου νὰ μι­λά­ει ἔν­το­να γιὰ κά­τι— εἶ­ναι σι­ω­πη­λός. Τὸ βλέμ­μα του βα­θύ, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ καὶ με­λαγ­χο­λι­κό, τὸ εἶ­χα προ­σέ­ξει καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἔ­χει κα­τά­θλι­ψη συλ­λο­γί­ζο­μαι. Χω­ρὶς νὰ τὴν κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­ϋ­παν­τή­σω, σὰν τὶς ρι­πὲς ἀ­νέ­μου στὸ νη­σί, ἡ ἑ­πό­με­νη σκέ­ψη: Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ βομ­βι­στὴς αὐ­το­κτο­νί­ας, τό­σο πό­νο καὶ κρυμ­μέ­νο θυ­μὸ ἐκ­φρά­ζει τὸ βλέμ­μα του.

        Εἶ­χα σκε­φτεῖ ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ βά­λω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸ πα­τά­ρι. Μὰ τὸ Θε­ό, μὰ τὸν Ἀλ­λάχ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα της.


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λυ Ἐξαρ­χο­πού­λου Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει σπου­δά­σει ἱ­στο­ρί­α καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν, Newcastle Upon Tyne καὶ East Anglia. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἕ­να βι­βλί­ο ποί­η­σης. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ τουρ­κι­κά.


 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: