Γιῶργος Δελιόπουλος: Ἐκείνη


Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος


Ἐ­κεί­νη

 

Α ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ κά­θε βρά­δυ ὁ ἴ­διος ἐ­φιά­λτης, ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Εἶ­ναι λέ­ει ἐ­κεί­νη, μιὰ ἄλ­λη, μιὰ ξέ­νη, κλει­δω­μέ­νη στὸ ἐ­φή­με­ρο πάν­τα τῆς ἴ­διας εἰ­κό­νας, σ’ ἕ­να μαῦ­ρο —δὲ φαί­νε­ται τί— καρ­φω­μέ­νο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χο.

Ἐ­κεί­νη τρο­μά­ζει, βρί­σκει παν­τοῦ πα­λιὰ ξε­χα­σμέ­να μο­τί­βα, πο­λύ­χρω­μα γλέν­τια, πα­ρέ­ες, χέ­ρια ποὺ ἁ­πλώ­να­νε ὅ­λοι μα­ζί τὰ λευ­κὰ ὄ­νει­ρά τους στὸ γα­λά­ζιο τῆς μέ­ρας κι ἕ­ναν λαμ­πρὸ κα­τα­κί­τρι­νο ἥ­λιο. Ποῦ πῆ­γαν αὐ­τά; Ποιός πά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ τὸν δι­α­κό­πτη κι ἔ­σβη­σαν;

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται μιὰ γκρί­ζα γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου, μιὰ γκρί­ζα φω­νὴ στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ νὰ τῆς λέ­ει: «Σᾶς πε­ρι­μέ­νω αὔ­ριο στὴν κλι­νι­κή. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα». Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο, κά­τι φο­βή­θη­κε, κά­τι σφη­νώ­θη­κε στὸ μυα­λό της, μιὰ μαύ­ρη κη­λί­δα, μιὰ σκλη­ρὴ ὑ­πο­ψί­α.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ για­τροῦ. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει καὶ μπῆ­κε στὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Μι­λοῦ­σε μὲ ἄλ­λους γιὰ λί­γα λε­πτὰ ἢ γιὰ λί­γους αἰ­ῶ­νες. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ πό­σο κρά­τη­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Εἶ­χε κολ­λή­σει τ’ αὐ­τί της στὸν τοῖ­χο νὰ πιά­σει ψι­θύ­ρους, κά­ποι­α σκόρ­πια λέ­ξη, μιὰ φρά­ση ποὺ θὰ τὴ λύ­τρω­νε. Ὁ για­τρὸς ἀρ­γοῦ­σε, τὰ χέ­ρια της ἵ­δρω­ναν, εἶ­χε μου­διά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. Εὐ­χό­ταν νὰ ἔρ­θει κά­ποι­ος νὰ τῆς πεῖ κά­τι, ὁ­τι­δή­πο­τε. Ὄ­χι ἄλ­λο σι­ω­πή.

        Ἐ­πι­τέ­λους, ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα καὶ μπῆ­κε ὁ για­τρός. Φαι­νό­ταν ψύ­χραι­μος καὶ γλυ­κός, μὰ τό­σο ἀλ­λό­κο­τος. Τῆς εἶ­πε, «κα­θί­στε» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ προ­στα­γὴ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ κα­τα­δί­κη. Τῆς εἶ­πε τὴ φρά­ση ποὺ ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν, «Εἶ­στε φο­ρέ­ας» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ οἱ λέ­ξεις τὴν τρυ­ποῦ­σαν τό­σο βα­θιά.

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται πὼς ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο, ἔ­μοια­ζε σὰν χα­μέ­νη. Κά­που ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει, νὰ κρυ­φτεῖ, νὰ χα­θεῖ ἀλ­λὰ ποῦ; Ποῦ βρι­σκό­ταν; Μπρο­στά της ἡ πό­λη, ποὺ τὴν εἶ­χε χι­λιά­δες φο­ρὲς περ­πα­τή­σει, τῆς ἤ­τα­νε ξέ­νη. Δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τί­πο­τα. Ὁ φό­βος λοι­πὸν πα­ρα­λύ­ει τὴ μνή­μη.

        Ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν. Φο­βό­ταν νὰ πά­ει σπί­τι, νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τοὺς γο­νεῖς, νὰ δεῖ τὸ εἴ­δω­λό της στὰ μά­τια τους, νὰ τοὺς πεῖ τί; πῶς σὲ μιὰ στιγ­μὴ ξό­δε­ψε ὅ­λο της τὸ χρῶ­μα ἢ πῶς τὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο της χά­θη­κε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πιὸ μό­νη ἀ­πὸ πο­τὲ κι ὅ­λο τὸ σύμ­παν της ἦ­ταν τὸ ἄρ­ρω­στο κορ­μί της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ κά­που στὸ τί­πο­τα, μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ ποὺ δι­ώ­χνει καὶ σκο­τώ­νει ὅ,τι βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρέ­σει οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρε­θεῖ, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ οὔ­τε νὰ προ­σευ­χη­θεῖ.

        Τὸ βρά­δυ κου­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ τί­πο­τα, μπῆ­κε σ’ ἕ­να τα­ξὶ καὶ γύ­ρι­σε σπί­τι. Κά­πως ἔ­πρε­πε νὰ συ­νέλ­θει, νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­σο γι­νό­ταν αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε εἰ­σβά­λει τό­σο βί­αι­α στὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἔ­βα­λε τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα καὶ ἄ­νοι­ξε. Κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ ἀ­κου­στι­κό, οὔ­τε μι­λοῦ­σε οὔ­τε ἄ­κου­γε, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Ἤ­ξε­ρε, τὰ εἶ­χε μά­θει ὅ­λα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Για­τί; Ὅ­μως, κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε για­τί καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, τὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ κα­ταρ­γεῖ τὸν πό­νο καὶ τὸν χρό­νο.

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ξύ­πνη­σε πο­λὺ πρω­ί. Μα­ζί της ξύ­πνη­σε κι ἡ μνή­μη. «Εἶ­μαι φο­ρέ­ας», εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της. «Θε­έ μου! ἄς ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­να κα­κὸ ὄ­νει­ρο. Ἄς μὴν ἤ­μουν ἐ­γώ.» Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Τὰ ὄ­νει­ρα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Ἐ­κεῖ­νο δὲ θὰ τε­λεί­ω­νε πο­τέ. Κοί­τα­ξε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸν κα­θρέ­φτη, ἄγ­γι­ξε τὸ σῶ­μα της, βε­βαι­ώ­θη­κε πὼς ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει. Τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα, τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες θὰ πά­λευ­ε συ­νε­χῶς νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θεῖ κα­νο­νι­κά, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως πρίν.

        Ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε πὼς τί­πο­τα δὲ θά ’­ταν ἴ­διο.  Ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν γύ­ρω της, κα­θὼς ἀλ­λά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Φί­λοι, ἐ­χθροὶ, ἐ­ρα­στὲς ἔρ­χον­ται φεύ­γουν, δει­λιά­ζουν φο­βοῦν­ται. Ὅ­πως ὅ­λοι μας, ἔ­τσι κι ἐ­κεί­νη ζη­τᾶ ἕ­να ση­μεῖ­ο στα­θε­ρὸ νὰ πια­στεῖ. Τὸ πρω­ὶ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί πή­γαι­νε. Γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ; Γιὰ νὰ μὴν σκέ­φτε­ται; Γιὰ νὰ ξε­φύ­γει;  Ἕ­να ἄλ­λο πρω­ὶ βγῆ­κε βόλ­τα στὸ πάρ­κο μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Ἦ­ταν δί­πλα της πάν­τα, ἕ­να μ’ ἐ­κεί­νη. Μι’ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε γιὰ κα­φὲ μὲ τὴ φί­λη της. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες ἔπια­σε ξα­νὰ πι­νέ­λο καὶ γύ­ρι­σε στὴ σχο­λή. Ἄλ­λες φο­ρὲς κά­θε­ται ἀ­κί­νη­τη στὸν κα­να­πέ, σπρώ­χνον­τας ἁ­πλῶς τὴν ὥ­ρα κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κου­βέρ­τα, τὸ κε­φά­λι μέ­σα κι ἐ­κεῖ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ δι­κό της ἄ­συ­λο.

        Ἐ­κεί­νη, λοι­πόν, φο­βᾶ­ται πο­νά­ει σω­ρι­ά­ζε­ται κά­τω. Ἐ­κεί­νη ἐλ­πί­ζει ση­κώ­νε­ται πά­νω καὶ τρέ­χει, ἐ­κεί­νη, λὲς κι αὐ­τὸς ὁ ἐ­φιά­λτης δὲν εἶ­ναι δι­κός μου. Καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μαῦ­ρο τε­λι­κὰ τί νὰ εἶ­ναι; Ἕ­νας τοῖ­χος νὰ κλεί­σω τὴ μοί­ρα μου ἢ τὸ μαῦ­ρο κρυμ­μέ­νο πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ φύ­γω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος (Ἀ­λε­ξάν­δρεια Ἠ­μα­θί­ας). Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ὁ Μι­κρὸς Ὀ­δυσ­σέ­ας (ποί­η­ση, Ἰ­ωλ­κός, 2009). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν βρα­βευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


		
Advertisements