Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κῆ­πος τῆς Νό­νας



Δήμητρα Παναγιωτοπούλου


Ὁ κῆ­πος τῆς Νό­νας


ΤΗΝ ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ ἡ Νό­να σκα­λί­ζει τ’ ἀ­γρι­ό­χορ­τα κό­βει μὲ τὸ τσα­πί της στὴ μέ­ση τα σκου­λή­κια πα­τά­ει μὲ τὸ πό­δι της τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες τρα­βά­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ σέ­σκου­λα τοὺς μά­ρα­θους καὶ τὶς ἀν­τρά­κλες γί­νον­ται πρά­σι­να τὰ νύ­χια καὶ κα­φὲ σὰ νὰ φυ­τρώ­νουν στὰ δά­χτυ­λά της ἀ­γρι­ό­χορ­τα εἶ­ναι ἔρ­χον­ται κα­τὰ πά­νω της οἱ μέ­λισ­σες κι οἱ πε­τα­λοῦ­δες βλέ­πεις ἐ­κεῖ τὸν τρυ­πο­φρά­χτη λέ­ει στὸ γέ­ρο της ἡ Νό­να ἀ­κοῦς ποὺ κε­λα­η­δά­ει μέ­σα στὰ χόρ­τα; ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δὶ ὁ τρυ­πο­φρά­χτης λέ­ει ἡ Νό­να μιὰ μέ­ρα ἔ­φα­γε ὅ­λες τὶς λι­βε­λοῦ­λες καὶ τὶς κάμ­πι­ες τῆς αὐ­λῆς κι ἄρ­χι­σε νὰ τσιμ­πο­λο­γά­ει καὶ τὰ μυρ­μήγ­κια τά ‘ψά­χνε μὲ μα­νί­α μέ­σα στὶς φλοῦ­δες τῆς κυ­δω­νιᾶς πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω στὸν κορ­μὸ στα­μα­τη­μὸ δὲν εἶ­χε καὶ τί θὰ γί­νεις τοῦ λέ­ει ἡ μά­να του γιὰ ποῦ τὸ πᾶς νὰ γί­νεις μιὰ τε­ρά­στια μπά­λα; γιὰ πή­γαι­νε στὸ τζά­μι τῆς κου­ζί­νας νὰ δεῖς κα­η­μέ­νε μου πῶς εἶ­σαι κα­λὰ λέ­ει ὁ μι­κρὸς ἀλ­λὰ ἄ­φη­νέ με νὰ τοὺς ξυ­πνά­ω ἐ­γὼ κά­θε πρω­ὶ καὶ νὰ ἔ­χω τὸν ἔ­λεγ­χο ποι­ός μπαί­νει καὶ ποιός βγαί­νει ἀ­π’ τὸ σπί­τι κα­νέ­να πρό­βλη­μα τοῦ λέ­ει ἡ μά­να του ἂς γί­νεις ὁ πορ­τι­έ­ρης τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τσι εἶ­πε ἡ Νό­να καὶ γε­λοῦ­σε δεί­χνον­τας πρὸς τὸ φρά­χτη μὲ τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να νύ­χια της ἄ­α! λέ­ει τό­τε ὁ γέ­ρος της ἄ­α! λέ­ει καὶ τὴν κυ­ρὰ χε­λώ­να ἐ­κεῖ τὴ βλέ­πεις μὲ τί βι­α­σύ­νη κα­βα­λά­ει τὰ σύρ­μα­τα; θέ­λει νὰ φύ­γει δί­χως ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο νὰ πά­ει στὸ σταθ­μὸ καὶ νὰ προ­λά­βει τὸ τραῖ­νο τῶν ἑ­φτὰ κοί­τα μὲ τί βι­α­σύ­νη σκαρ­φα­λώ­νει δὲν ξέ­ρει ἡ δό­λια φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ σταθ­μάρ­χης τό ‘σκά­σε μὲ τὴ γυ­ναί­κα τοῦ ἐ­φο­ρια­κοῦ καὶ στὸ σταθ­μὸ πη­γαί­νουν τώ­ρα ὅ­σοι ἔ­χουν εἰ­σι­τή­ριο ἀ­πὸ πρὶν ἀλ­λι­ῶς δὲ στα­μα­τά­ει τὸ τραῖ­νο καὶ ποῦ νὰ πά­ει θὰ μοῦ πεῖς μί­α γριὰ χε­λώ­να μὲ τὸ κα­βού­κι της ἔ­τσι βα­ρὺ ποὺ εἶ­ναι τί ἄλ­λο σπί­τι νὰ βρεῖ πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει; ἔ­τσι εἶ­πε ὁ γέ­ρος κι ἡ Νό­να φέρ­νει δα­μά­σκη­να κε­ρά­σια καὶ κα­ΐ­σια σ’ ἕ­να πλε­κτὸ κα­λά­θι γιὰ νὰ φᾶ­νε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου ( Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Ψυ­χο­λο­γία καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: