Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου: Τὸ μέ­τρη­μα



Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου

Τὸ μέ­τρη­μα


ΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ τῆς μέ­ρας τὰ φύλ­λα τῆς λεύ­κας πέ­φτουν. Τὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἔ­τσι κα­θὼς ἀ­πο­σπῶν­ται ἀ­πὸ τὸ κλα­δὶ καὶ μὲ ἁ­πα­λὲς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις, δι­α­γρά­φον­τας ἀρ­γοὺς αἰ­σθη­σια­κοὺς κύ­κλους, προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἔ­δα­φος. Ὥ­ρα τώ­ρα. Μέ­χρι ποὺ ἔρ­χε­ται τὸ σκο­τά­δι. Τό­τε ἀρ­χί­ζει νὰ με­τρά­ει. «Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α… τριά­ντα-ἑ­φτά, τριά­ντα-ὀ­χτώ…». «Δε­κα­τρί­α» τὴν δι­α­κό­πτει ὁ Κυ­ριά­κος, αἰφ­νι­δι­ά­ζον­τάς την γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ κεί­νη πι­ά­νον­τας τὸ νῆ­μα ἀ­πὸ τὸ και­νούρ­γιο ση­μεῖ­ο ἐκ­κί­νη­σης συ­νε­χί­ζει: «Δε­κα­τέσ­σε­ρα, δε­κα­πέν­τε…». «Κα­λη­σπέ­ρα Με­ρο­πά­κι» τῆς λέ­ει καὶ ἐ­νῶ περ­νά­ει τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νι­κούς της ὤ­μους, τρα­βών­τας την ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ πά­νω, τῆς σκά­ει ἕ­να φι­λὶ στὸ μά­γου­λο. «Εἴ­κο­σι ἑ­φτά, εἴ­κο­σι ὀ­χτώ…». « Κα­τά­λα­βα» μο­νο­λο­γεῖ ὁ Κυ­ριά­κος, « λευ­κὴ νύ­χτα θὰ πε­ρά­σου­με πά­λι ἀ­πό­ψε». Τὴν συμ­πα­θεῖ. Ἔ­τσι κα­θὼς κουρ­νιά­ζει συρ­ρι­κνω­μέ­νη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια, μὲ τὰ ἀ­σθε­νι­κά της χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να στὸ στῆ­θος καὶ τὰ γό­να­τα λυ­γι­σμέ­να πρὸς τὴν κοι­λιά. «Δε­κα­εν­νιὰ Με­ρό­πη» τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν θά­λα­μο, δε­κα­εν­νιά». Ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ, ἀ­πὸ ποι­ό βρα­χυ­κύ­κλω­μα ὁρ­μώ­με­νη τὸ κά­νει αὐ­τό. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους στὴν κλι­νι­κὴ δη­λα­δή. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἕ­να ἄγ­χος αὐ­τὸ τὸ ἀ­στα­μά­τη­το καὶ ἀ­δι­και­ο­λό­γη­το μέ­τρη­μα. Δού­λευ­ε καὶ τὴν ἄ­κου­γε, μί­α ἐ­πί­μο­νη ὑ­πό­κρου­ση ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς χτύ­πους τῆς καρ­διᾶς του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νον­ται, τοῦ ἐ­πι­βαλ­λό­ταν μὲ τὸν τρό­πο της, τὸν τρέ­λαι­νε. Κά­πο­τε τῆς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς μὰ τὸ με­τά­νι­ω­σε, εὐ­θὺς μό­λις εἶ­δε τὰ μά­τια της νὰ ὑ­γραί­νον­ται, ἐ­νῶ συ­νέ­χι­ζε, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη σὰν τὸν πον­τι­κὸ στὴ φά­κα, νὰ με­τρᾶ. «Ἑ­ξήν­τα- ἕ­ξι, ἑ­ξήν­τα- ἑ­φτά…». Οἱ συ­νά­δελ­φοι τὸν ἐ­πέ­πλητ­ταν. «Ἄ­σε την ρὲ σὺ τὴν κα­κο­μοί­ρα, τά ’χει χα­μέ­να, δὲν τὸ βλέ­πεις; Τὴν πα­ρη­γο­ρεῖ.» Κά­ποι­οι γε­λοῦ­σαν κρυ­φὰ μὲ τὴν ἐμ­μο­νή του ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ τὸ σχο­λιά­σουν φα­νε­ρά. Τὴν ἴ­δια δὲ φαι­νό­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε μὲ σι­σύ­φεια ἐ­πι­μο­νή, μέ­χρι ποὺ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος καὶ ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ οἱ δύ­ο. Κι ἕ­να βρά­δυ ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό. Τῆς ἀλ­λά­ζει τὰ σεν­τό­νια, τῆς βά­ζει κομ­πρέ­σες στὸ μέ­τω­πο νὰ δρο­σι­στεῖ. «Μέ­τρα μου λί­γο» τοῦ λέ­ει, κι αὐ­τὸς ἀρ­χί­ζει: «ἕ­να, δύ­ο, τρί­α,… , εἴ­κο­σι ἕ­να, εἴ­κο­σι δύ­ο…». « Πέν­τε… Κυ­ριά­κο». «Τί πέν­τε;» τὴ ρω­τά­ει. «Πέν­τε μῆ­νες κλεί­νω σή­με­ρα ἐ­δῶ» τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἡ Με­ρό­πη καὶ γυ­ρί­ζει πλευ­ρὸ νὰ κοι­μη­θεῖ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου. Σπούδασε ἰατρικὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται χρό­νια μὲ τὸ γράψιμο. Στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πεζὸ «Τὸ μπάσκετ».


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: