Ἀλεξάνδρα Σάνδη: Τὰ γενέθλια


Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη


Τὰ γε­νέ­θλια


ΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ τὰ γε­νέ­θλιά του. Ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ στὸ γρα­φεῖ­ο δὲν ἔ­χει ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Δὲ δου­λεύ­ει. Δὲν προ­λα­βαί­νει, ἔ­χει τό­σες εὐ­χὲς νὰ ἀ­παν­τή­σει. Στὸ φέ­ισ­μπουκ, στὸ μέ­ιλ, στὸ κι­νη­τό. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ‘χει πά­ρει ἄ­δεια σή­με­ρα ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναί­κα του δὲν τὸν ἄ­φη­σε. Ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τα­ξί­δι. Οἱ εὐ­χὲς κα­τα­φθά­νουν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὁ ἦ­χος εἰ­δο­ποί­η­σης εἶ­ναι χα­μη­λω­μέ­νος ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὸς γιὰ νὰ τὸν δι­ε­γεί­ρει. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἀ­κού­ει τοῦ γαρ­γα­λᾶ τὸ στο­μά­χι. Γι’ αὐ­τὸν δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὸ πράγ­μα νὰ ἀ­παν­τᾶ σὲ εὐ­χές. Εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­κτι­κός. Νὰ μὴν ἀ­δι­κή­σει κα­νέ­ναν, νὰ μὴ φα­νεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο ἐγ­κάρ­διος, νὰ μὴ δώ­σει δι­και­ώ­μα­τα. Σὲ αὐ­τοὺς ποὺ γρά­φουν τὸ ὄ­νο­μά του στὴν εὐ­χή, γρα­φεῖ κι αὐ­τὸς τὸ δι­κό τους. Ὑ­πο­λο­γί­ζει πά­νω κά­τω τὶς λέ­ξεις καὶ ἀ­παν­τᾶ μὲ ἀν­τί­στοι­χο νού­με­ρο. Ἂν ἡ εὐ­χὴ πε­ρι­λαμ­βά­νει χα­ρι­τω­μέ­να εἰ­κο­νί­δια, καὶ μό­νο τό­τε, προ­σθέ­τει κι αὐ­τός, πάν­τα κά­τι κα­λαί­σθη­το. Με­τρᾶ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ καὶ ἀν­τα­πο­δί­δει μὲ ἀ­κρί­βεια. Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὰ κα­τα­φέρ­νει μιὰ χα­ρά. Ἔ­χει πιὰ χτί­σει μέ­θο­δο. Ἐ­νί­ο­τε χαί­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ μέ­θο­δό του πα­ρὰ μὲ τὸν κό­σμο ποὺ τοῦ εὔ­χε­ται. Συ­χνὰ πυ­κνὰ τσε­κά­ρει τὸ ἰν­μπόξ. Ξέ­ρει πὼς ἂν ἐ­κεί­νη τοῦ στεί­λει θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του. Ἔ­τσι ἐλ­πί­ζει του­λά­χι­στον. Κά­νει συ­νε­χῶς ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα μή­πως αὐ­τὸ φταί­ει καὶ δὲ φτά­νει τὸ μή­νυ­μα. Κά­θε ἀ­να­νέ­ω­ση καὶ μιὰ νέ­α ἐλ­πί­δα ποὺ σύν­το­μα δι­α­λύ­ε­ται σὲ ἄ­πει­ρα σω­μα­τί­δια σκό­νης μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρω­ί, συ­νε­χί­ζει νὰ ἐλ­πί­ζει.

         Ἡ γυ­ναί­κα του καρ­δι­ο­χτυ­πᾶ μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κοι­τά­ει καὶ ξα­να­κοι­τᾶ τὸν τοῖ­χο του. Ξέ­ρει ὅ­τι ἂν ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νι­στεῖ θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά. Φο­βᾶ­ται ὅ­μως τὴν πρό­κλη­ση, αὐ­τὴ ποὺ δὲ θὰ ἀ­φή­σει πε­ρι­θώ­ρια γιὰ τυ­φλὰ ση­μεῖ­α καὶ σι­ω­πές. Κά­νει συ­χνὰ ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα. Σφίγ­γε­ται, φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι βλέ­πει τὴ φω­το­γρα­φί­α της, αὐ­τὴ μὲ τὸ κόκ­κι­νο μπι­κί­νι καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα πό­δια. Πό­σο ἀ­ψε­γά­δια­στα εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ πό­δια. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­με­νε μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη νὰ τὰ χα­ζεύ­ει. Ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ χαί­ρε­ται πο­λὺ ποὺ ὑ­πάρ­χουν τό­σο τέ­λεια πό­δια. Χαί­ρε­ται νὰ τὰ βλέ­πει. Σή­με­ρα ὅ­μως τρέ­μει. Τρέ­μει καὶ μό­νο στὴν ἰ­δέ­α τους. Ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν φα­νεῖ. Εἶ­ναι πρω­ί. Συ­νε­χί­ζει νὰ τρέ­μει.

         Εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι. Ἐ­κεί­νη τρέ­μει ἡ­μί­γυ­μνη πά­νω σε ἕ­να κρε­βά­τι. Τρέ­μει καὶ βογ­γά­ει. Τὸ σῶ­μα της εἶ­ναι ὑ­γρὸ καὶ γυ­α­λί­ζει ἔν­το­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς. Κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὸ φῶς φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὰ μα­κριά της πό­δια δι­πλώ­νουν πρὸς τὸ στῆ­θος της. Τὸ σῶ­μα της μοιά­ζει νὰ βρί­σκε­ται σὲ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἔκ­στα­ση σὰν νὰ δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Ξάφ­νου ἡ ἀ­νά­σα της γί­νε­ται γρή­γο­ρη, τό­σο γρή­γο­ρη. Δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θεῖ σὲ ἕ­να πη­γαῖ­ο οὐρ­λια­χτό.

         Εἶ­ναι με­σά­νυ­χτα. Ἐ­κεῖ­νος κλεί­νει τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ μοι­ρα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ὁ δι­χα­σμὸς του γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὸς ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα. Κα­τα­λα­βαί­νει. Τὸν πλη­σιά­ζει. Ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται. Συ­ζη­τοῦν γιὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους προ­ο­ρι­σμούς.

         Ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον κοι­μᾶ­ται. Τὰ πό­δια της, ἀ­νή­συ­χα προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦν ἀ­πὸ τὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι. Μοιά­ζει νὰ ζε­σταί­νε­ται. Δί­πλα της, τὸ νε­ο­γέν­νη­το κοι­μᾶ­ται βα­θιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ τὴν Ἰ­α­τρι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὴ Σχό­λη τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ


		
Advertisements

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης: Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας



Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας


ΠΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ στὰ κα­τα­ρά­χια. Πο­τὲ σπί­τι. Εἶ­χε βα­ρέ­σει ντα­ου­ζά­κος* τὴν κυ­ρά του. Τὸ σπί­τι δὲν τὸν χώ­ρα­γε. Ξε­λη­μέρ­να­γε* στοῦ Μπά­ρα τὸ ρέ­μα. Κά­τω ἀ­πὸ μιὰ με­γά­λη πλα­τά­να, στὰ στερ­νά του. Εἶ­χε κα­μιὰ κο­σα­ριὰ προ­βα­τά­κια. Ἀ­πο­κα­μέ­νος. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ βου­νό. Πού­λη­σε γί­δια, πάν­τρε­ψε τὰ κο­ρί­τσια του. Κρά­τη­σε καὶ καμ­πό­σο μπα­γι­ό­κο* γιὰ τὰ στερ­νά. Δὲ ‘ρ­χό­τα­νε ὁ βλο­γη­μένος νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸν κά­τω κό­σμο. Ξα­νά­κα­με τὸ μπα­γι­ό­κο – προ­βα­τά­κια. «Δὲν πο­θαί­νω», λέ­ει, «θὰ πά’ ν’ ἀ­γο­ρά­σω πρό­βα­τα». Καὶ ξα­να­ρί­χτη­κε τσο­πα­νά­κος, στὰ χα­μη­λά.

       Στὸν Ἅ­ι-Λιά, βου­να­λά­κι, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ στρέμ­μα­τα, τά ‘­κα­με χω­ρά­φι. Τὰ ξε­κου­τσού­ρω­σε. Ἔ­χτι­σε μάν­τρα γύ­ρω. Ἔ­φτια­σε πε­ζοῦ­λες. Ἔ­σπει­ρε σι­τά­ρι. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­πι­α­νε τ’ ἀ­λέ­τρι κεῖ πά­νω στὶς ρά­χες, τό ‘­σκα­βε μὲ τὸ ξι­νά­ρι. Φυ­τούρ­γη­σε κα­ρυ­δι­ές. Ἔ­χτι­σε καὶ δυ­ὸ χα­μο­κα­λύ­βες. Μιὰ γιὰ λό­γου του, μιὰ μαν­τρὶ γιὰ τὸ κο­πά­δι. Τὴν ἄ­ρα­ζε κεῖ πά­νω χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, μὲ τὸ ντου­φέ­κι συν­τρο­φιά. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σπί­τι. Καὶ ἡ ζουρ­λὴ γυ­ναί­κα δὲν πα­λεύ­ε­ται. Κρα­σά­κι. Τὸ στούμ­πα­γε* ὅ­που τό ‘­βρι­σκε. Ξε­θυ­λά­κω­νε κα­νέ­να πε­νην­τα­ρά­κι ἀ­πὸ τὸν ντορ­βά, τό ‘­δι­νε στὸ μα­γα­ζά­το­ρα. Κο­πά­να­γε ἑ­νά­μι­σι πο­τή­ρι. Ἕ­να τὸ πε­νην­τα­ρά­κι καὶ μι­σὸ ἡ δο­κι­μή. Ἀ­παν­τι­ό­ταν μὲ τὴ Βα­σί­λω καὶ τὸ Βλα­σά­κι στὴ Λε­σιά. Φά­τσα-φά­τσα οἱ ξώ­πορ­τες στὰ σπί­τια τους. Ἔ­τρε­χε τὸ Βλα­σά­κι στὸ κα­τώ­ι, ἄ­νοι­γε τὴν κά­νου­λα ἀ­π’ τὸ βα­γέ­νι*, γι­ό­μι­ζε τὸ πο­τή­ρι. Τὸ ‘­φερ­νε στὸν Κω­τσι­α­ρί­τσα. Τό ‘­πι­νε μο­νο­ρού­φι ὁ γε­ρο-Κώ­τσιος. «Κα­λὴ αὐ­ρια­νή», ἔ­λε­γε καὶ χα­νό­τα­νε. Λα­γός. Καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια, ζε­μα­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Τοῦ δε­ξιοῦ ἡ πα­λά­μη εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­να­κού­κουρ­δα*. Τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ὁ δεί­χτης πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­χε ἕ­να παι­δί. Τὸ Φί­λιπ­πα. Φυ­μα­τι­κό. Γιὰ νὰ μὴν κολ­λή­σουν τ’ ἄλ­λα τὸν εἶ­χαν καὶ κοι­μό­ταν μο­νά­χος. Στὴν πε­ρι­στε­ρι­ώ­να. Ἐ­κεῖ ψη­λά του πά­γαι­ναν τὸ φα­ΐ. Ἐ­κεῖ κι ἐ­πέ­θα­νε.

       Ἔ­τσι κι οἱ Με­μαῖ­οι, ἀ­να­κά­λυ­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν νὰ δοῦν τὸ γε­ρο-Κώ­τσιο κάμ­πο­σες μέ­ρες. Ἀ­νε­βή­κα­νε ψη­λά. Στὰ μαν­τριά του. Σὲ μιὰ πε­ζού­λα εἶ­χε γεί­ρει. Βαλ­μέ­νο τὸ χέ­ρι του προ­σκέ­φα­λο, τή­ρα­ε τὸν κάμ­πο. Κα­τα­γά­λα­να μά­τια, ψυ­χρὰ σὰν κρού­σταλ­λο.

       Ἦ­ταν πε­θα­μέ­νος. Ἀ­πο­δί­πλα ἡ σκυ­λί­τσα του ἔ­κλαι­ε.


ντα­ου­ζά­κος = σοβαρὴ ψυχικὴ ἀσθένεια [ἴ­σως ἀπὸ τὸ «ντα­ου­ζάς» = ἀρ­ρώ­στια ζώ­ων, τέ­τα­νος, τυ­μπα­νί­της].

ξε­λη­μερ­νάω = περνάω τὴ μέρα μου [ὁλημερίζω>λημεριάζω].

μπα­γι­ό­κο = χρήμα· αποταμίευση, κομπόδεμα.

στουμ­πάω = κοπανάω· πίνω.

βα­γέ­νι = βαρέλι.

ἀ­να­κού­κουρ­δα = ὀκλαδόν.



Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἐ­πει­σό­διο



Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


­πει­σό­διο


Ο ΣΠΙΤΙ ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ καρ­βου­νά­δι­κο καὶ τὴ γω­νί­α τῆς στε­νῆς γέ­φυ­ρας πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεί­μαρ­ρο ποὺ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τοὺς βο­ρι­νοὺς λό­φους τῆς πό­λης. Σπί­τι ξύ­λι­νο, σὲ κα­λὴ κα­τά­στα­ση, δί­πα­το, ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς Τουρ­κί­ας. Σφα­λι­σμέ­να τὰ παν­τζού­ρια. Ἕ­να πεῦ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἕ­να λι­γνὸ πλα­τά­νι, ποὺ ἔ­βγαι­νε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, ρί­χναν τὸν ἴ­σκιο τους πά­νω στὰ κε­ρα­μί­δια, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι, σχε­δὸν γε­μά­το, φώ­τι­ζε ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη, κα­πνα­πο­θῆ­κες.

       Μιὰ πα­λιὰ Μερ­σεν­τὲς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸ δρό­μο τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου. Κα­τέ­βη­καν τρεῖς. Στά­θη­καν γιὰ λί­γο στὴ γω­νιὰ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, με­τὰ ὁ ἕ­νας πῆ­γε καὶ στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νό­η­μα τῶν ἄλ­λων πέ­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να δι­πλα­νὸ τοῖ­χο καὶ πῆ­γε πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι κα­τά­κλει­στο φάν­τα­ζε ἔ­ρη­μο. Ὁ ἄλ­λος ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα, στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τῆς κα­πνα­πο­θή­κης πά­νω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ ἔ­μει­νε κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ πά­ει γιὰ τὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α πέ­ρα­σαν ἄν­θρω­ποι, αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη του κι ἔ­κα­νε πὼς κά­τι ψά­χνει στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἄλ­λος τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα πὼς ὁ πρῶ­τος εἶ­χε τὴ θέ­ση του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τό­τε μὲ ἀρ­γὰ βή­μα­τα προ­χώ­ρη­σε, στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε πε­ρί­στρο­φο. Τὸ φεγ­γά­ρι στὸν οὐ­ρα­νὸ λι­ω­μέ­νος ἀ­σβέ­στης. Χτύ­πη­σε τὸ ἐ­πι­θύ­ριο χε­ρά­κι τῆς πόρ­τας καὶ ἔ­κα­νε λί­γο πί­σω, κα­μιὰ κί­νη­ση μέ­σα στὸ σπί­τι, χτύ­πη­σε μὲ κλο­τσιὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν πόρ­τα, ψυ­χή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε λί­γο καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε πά­λι μὲ κλο­τσιά, πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ γκρε­μι­στεῖ, ὅ­ταν φά­νη­κε στὸ βά­θος, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς πόρ­τας, ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ φῶς, ἀλ­λὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ αὐ­τὸς ποὺ στε­κό­ταν στὴ γω­νιὰ τοῦ κα­πνο­μά­γα­ζου φώ­να­ξε: «Πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα.» Κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ χα­μη­λὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ σπι­τιοῦ πή­δη­ξε μ’ ὁρ­μὴ στὰ νε­ρὰ καὶ τὰ σκου­πί­δια. Ἀ­μέ­σως αὐ­τὸς ποὺ φώ­να­ξε πι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα τῆς γέ­φυ­ρας κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει στὸ ρέ­μα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἤ­δη ἔ­τρε­χε γρή­γο­ρα πα­τών­τας σὲ μέ­ρη ποὺ θὰ ‘­πρε­πε νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἦ­ταν στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, περ­νών­τας ἕ­να τοι­χά­κι, μπῆ­κε στὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ χτυ­ποῦ­σε θέ­λον­τας νὰ πα­ρα­βιά­σει τὴν πόρ­τα, μό­λις ἄ­κου­σε πὼς κά­ποι­ος πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα, ἔ­τρε­ξε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς γέ­φυ­ρας, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δεῖ τί γί­νε­ται, φω­νά­ζον­τας: «Στα­μα­τῆστε τον.» Στὸ ἄ­σπρο φῶς φαι­νό­ταν κα­θα­ρὰ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­τρε­χε μὲς στὸ ρέ­μα, «Γα­μη­μέ­νε, θὰ πε­θά­νεις», φώ­να­ξε καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τρέ­χει. Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα φά­νη­καν τώ­ρα οἱ δι­κοί του, αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα πέ­ρα­σε στὸ δι­πλα­νὸ δρο­μά­κι, μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­τι ρο­δι­ές, τρέ­χον­τας νὰ τὸν προ­λά­βει σὲ μιὰν ἄλ­λη γέ­φυ­ρα λί­γο πιὸ κά­τω, δί­πλα στὸν πα­λιὸ κα­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο Πα­τέ. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἔ­τρε­χε μὲ δύ­να­μη, πί­σω του ἄ­κου­γε τοὺς ἄλ­λους κι ἕ­ναν ἀ­κό­μη πυ­ρο­βο­λι­σμό, ἔ­πρε­πε κά­που νὰ χω­θεῖ, ἔ­τρε­χε κι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει μιὰν ἀ­πό­φα­ση, τὰ πό­δια του γυ­μνὰ δὲ θὰ τὸν βο­η­θοῦ­σαν γιὰ πο­λὺ ἀ­κό­μη, μέ­σα σὲ σκου­πί­δια καὶ χα­λί­κια καὶ τε­νε­κέ­δες, ὅ­μως δὲν εἶ­χε πολ­λὲς ἐ­πι­λο­γές, ἢ θ’ ἀ­νέ­βαι­νε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ κά­τι πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια στὸν κῆ­πο τῆς τα­βέρ­νας τοῦ Ἀν­θή­λα­ου, στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ, ἢ πα­ρα­κά­τω, ἀλ­λὰ μα­κριά, κον­τὰ στὰ μπορ­ντέ­λα. Τοῦ ἔ­με­νε ἡ πρώ­τη ἔ­ξο­δος. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἔ­κο­ψε δρό­μο μέ­σ’ ἀ­πὸ τὶς ρο­δι­ές, ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα τὴν ὥ­ρα ποὺ αὐ­τὸς βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς σκά­λας, μα­κριὰ ἔρ­χον­ταν τρέ­χον­τας μέ­σα στὸ ρέ­μα οἱ ἄλ­λοι, πυ­ρο­βό­λη­σε, αὐ­τὸς ποὺ ἦ­ταν στὴ σκά­λα χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ κά­τι δέν­τρα τοῦ κή­που. Ὁ ἄλ­λος ποὺ πυ­ρο­βό­λη­σε ἔ­τρε­ξε στὴν τα­βέρ­να, μπῆ­κε μέ­σα καὶ πέ­ρα­σε στὴν πί­σω πλευ­ρά, ἄ­νοι­ξε τὴν τζα­μω­τὴ πόρ­τα τοῦ βά­θους καὶ βγῆ­κε στὸν κῆ­πο. Ὁ τα­βερ­νιά­ρης καὶ κά­να-δυ­ὸ πε­λά­τες πά­γω­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χί­τη. Τὸν βρῆ­κε πε­σμέ­νο στὴ μέ­ση της μι­κρῆς αὐ­λῆς. Τὴν αὐ­λὴ τὴν κλεῖ­ναν δυ­ὸ τοῖ­χοι ἀ­πὸ κα­πνα­πο­θῆ­κες καὶ τὸ ρέ­μα μὲ τὶς ρο­δι­ές. Πλη­σί­α­σε, ἄ­κου­σε ἕ­να μουγ­κρη­τό, μὲ δύ­να­μη τοῦ ‘­δω­σε μιὰ κλο­τσιὰ στὸ κε­φά­λι, ὁ πε­σμέ­νος φο­ροῦ­σε πα­λιὸ μπα­λω­μέ­νο που­κά­μι­σο, χα­κὶ παν­τε­λό­νι ποὺ τὸ ‘­χε δε­μέ­νο στὴ μέ­ση του μὲ σκοι­νί, κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Τὰ χέ­ρια του, οἱ πα­λά­μες, σὰν πλα­τα­νό­φυλ­λα. Στὸ πε­ζού­λι ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τῆς σκά­λας φά­νη­καν τὰ κε­φά­λια τῶν ἄλ­λων ποὺ βγαῖναν ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, λα­χα­νι­α­σμέ­νοι, τοὺς ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ καὶ ἄ­δεια­σε τὶς ὑ­πό­λοι­πες σφαῖ­ρες στὸ κε­φά­λι τοῦ πε­σμέ­νου.

       Ἔ­κα­νε ἕ­να-δυ­ὸ βή­μα­τα πί­σω, σή­κω­σε τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ σκού­πι­σε τὸ πα­πού­τσι του στὴ γάμ­πα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ του πο­διοῦ. Ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ τὸν πά­ρουν. Γύ­ρι­σε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λει­α (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2001).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Μι­χα­ή­λα Πλια­πλιά: Θέ­ση Νε­κρά



Μι­χα­ή­λα Πλια­πλιά


Θέ­ση Νε­κρά


ὸ δε­ξί του χέ­ρι ἀ­να­παύ­ε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο ἄ­το­να πά­νω στὸν μο­χλὸ τῶν τα­χυ­τή­των. Σὲ κά­θε ἐ­πα­νά­λη­ψη τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τῆς Νε­κρᾶς ἐ­φαρ­μό­ζει, πρὶν πε­ρά­σει στὴν στά­ση ἀ­νά­παυ­σης, κι­νή­σεις ὅ­μοι­ες μὲ αὐ­τὲς ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὴν προ­σπά­θεια ἀ­πο­τί­να­ξης ἑ­νὸς ἐν­τό­μου ποὺ αἰφ­νι­δί­ως ἔ­χει ἐ­πι­κα­θί­σει στὸ χέ­ρι ἢ αἰφ­νι­δί­ως ἔ­χει ἐ­νο­χλή­σει: ἕ­να τα­χὺ τρέ­μου­λο τοῦ τε­λευ­ταί­ου μὲ ἄλ­λα λό­για. Ὁ λε­βι­ὲς τραν­τά­ζε­ται κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν χτυ­ποῦν πό­τε ἡ κυρ­τω­μέ­νη του πα­λά­μη, πό­τε ὁ ἀν­τί­χει­ρας καὶ πό­τε τὰ ὑ­πό­λοι­πα δά­χτυ­λα. Μοιά­ζει σὰν αὐ­τοὶ οἱ σπα­σμοὶ ἐξ συ­νη­θεί­ας νὰ εἶ­χαν ἀρ­χι­κά, καὶ γιὰ ὅ­σο πα­ρέ­με­νε ἄ­πει­ρος ὡς ὁ­δη­γός, κά­ποι­α λει­τουρ­γί­α· ἴ­σως ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο το ὅ­τι ὁ μο­χλὸς βρί­σκε­ται ὄν­τως στὴ νε­κρὰ θέ­ση.

 

 


Μιχαήλα Πλιαπλιά (Κα­βά­λα, 1980). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στη­μια­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας  IUAV, στὸ Τε­χνο­λο­γι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ντὲλφτ TU Delft καὶ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος σπου­δῶν τῆς Ἀ­νώ­τα­της Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν «Ψη­φια­κὲς Μορ­φὲς Τέ­χνης». Ἔρ­γα της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ σὲ ἐκ­θέ­σεις τέ­χνης καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὅ­πως στo «Learning from Cities» (10η Μπι­ε­νά­λε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας, 2006, Βε­νε­τί­α / Μα­κε­δο­νι­κὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης, 2007, Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ δι­κτύ­ου καλ­λι­τε­χνώ­ν Res Ratio Network. Λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να καὶ δο­κί­μια ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κῆ­πος τῆς Νό­νας



Δήμητρα Παναγιωτοπούλου


Ὁ κῆ­πος τῆς Νό­νας


ΤΗΝ ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ ἡ Νό­να σκα­λί­ζει τ’ ἀ­γρι­ό­χορ­τα κό­βει μὲ τὸ τσα­πί της στὴ μέ­ση τα σκου­λή­κια πα­τά­ει μὲ τὸ πό­δι της τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες τρα­βά­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ σέ­σκου­λα τοὺς μά­ρα­θους καὶ τὶς ἀν­τρά­κλες γί­νον­ται πρά­σι­να τὰ νύ­χια καὶ κα­φὲ σὰ νὰ φυ­τρώ­νουν στὰ δά­χτυ­λά της ἀ­γρι­ό­χορ­τα εἶ­ναι ἔρ­χον­ται κα­τὰ πά­νω της οἱ μέ­λισ­σες κι οἱ πε­τα­λοῦ­δες βλέ­πεις ἐ­κεῖ τὸν τρυ­πο­φρά­χτη λέ­ει στὸ γέ­ρο της ἡ Νό­να ἀ­κοῦς ποὺ κε­λα­η­δά­ει μέ­σα στὰ χόρ­τα; ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δὶ ὁ τρυ­πο­φρά­χτης λέ­ει ἡ Νό­να μιὰ μέ­ρα ἔ­φα­γε ὅ­λες τὶς λι­βε­λοῦ­λες καὶ τὶς κάμ­πι­ες τῆς αὐ­λῆς κι ἄρ­χι­σε νὰ τσιμ­πο­λο­γά­ει καὶ τὰ μυρ­μήγ­κια τά ‘ψά­χνε μὲ μα­νί­α μέ­σα στὶς φλοῦ­δες τῆς κυ­δω­νιᾶς πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω στὸν κορ­μὸ στα­μα­τη­μὸ δὲν εἶ­χε καὶ τί θὰ γί­νεις τοῦ λέ­ει ἡ μά­να του γιὰ ποῦ τὸ πᾶς νὰ γί­νεις μιὰ τε­ρά­στια μπά­λα; γιὰ πή­γαι­νε στὸ τζά­μι τῆς κου­ζί­νας νὰ δεῖς κα­η­μέ­νε μου πῶς εἶ­σαι κα­λὰ λέ­ει ὁ μι­κρὸς ἀλ­λὰ ἄ­φη­νέ με νὰ τοὺς ξυ­πνά­ω ἐ­γὼ κά­θε πρω­ὶ καὶ νὰ ἔ­χω τὸν ἔ­λεγ­χο ποι­ός μπαί­νει καὶ ποιός βγαί­νει ἀ­π’ τὸ σπί­τι κα­νέ­να πρό­βλη­μα τοῦ λέ­ει ἡ μά­να του ἂς γί­νεις ὁ πορ­τι­έ­ρης τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τσι εἶ­πε ἡ Νό­να καὶ γε­λοῦ­σε δεί­χνον­τας πρὸς τὸ φρά­χτη μὲ τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να νύ­χια της ἄ­α! λέ­ει τό­τε ὁ γέ­ρος της ἄ­α! λέ­ει καὶ τὴν κυ­ρὰ χε­λώ­να ἐ­κεῖ τὴ βλέ­πεις μὲ τί βι­α­σύ­νη κα­βα­λά­ει τὰ σύρ­μα­τα; θέ­λει νὰ φύ­γει δί­χως ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο νὰ πά­ει στὸ σταθ­μὸ καὶ νὰ προ­λά­βει τὸ τραῖ­νο τῶν ἑ­φτὰ κοί­τα μὲ τί βι­α­σύ­νη σκαρ­φα­λώ­νει δὲν ξέ­ρει ἡ δό­λια φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ σταθ­μάρ­χης τό ‘σκά­σε μὲ τὴ γυ­ναί­κα τοῦ ἐ­φο­ρια­κοῦ καὶ στὸ σταθ­μὸ πη­γαί­νουν τώ­ρα ὅ­σοι ἔ­χουν εἰ­σι­τή­ριο ἀ­πὸ πρὶν ἀλ­λι­ῶς δὲ στα­μα­τά­ει τὸ τραῖ­νο καὶ ποῦ νὰ πά­ει θὰ μοῦ πεῖς μί­α γριὰ χε­λώ­να μὲ τὸ κα­βού­κι της ἔ­τσι βα­ρὺ ποὺ εἶ­ναι τί ἄλ­λο σπί­τι νὰ βρεῖ πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει; ἔ­τσι εἶ­πε ὁ γέ­ρος κι ἡ Νό­να φέρ­νει δα­μά­σκη­να κε­ρά­σια καὶ κα­ΐ­σια σ’ ἕ­να πλε­κτὸ κα­λά­θι γιὰ νὰ φᾶ­νε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου ( Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Ψυ­χο­λο­γία καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.



		

	

Andonis Zervas: En el pozo antiguo



Andonis Zervas


En el pozo antiguo


e había acostumbrado a coger sus cosas y marcharse (con maleta ajena). Se había acostumbrado a volver después de haber devuelto previamente las llaves que pedía siempre con el apasionado sueño de la convivencia pacífica. Se había acostumbrado a llamar a posteriori e implorar, enfurecerse con sus súplicas, insultar arrepentida y, al final, callarse con sus pastillas. Nunca lloraba, nunca.

       Era una chica guapa, sin ninguna gracia particular y casi sin gusto para con las modas más provocativas pero con sensualidad irrefrenable y una increíble libertad que transformaba la cosa en organismo vivo y el organismo vivo en cosa. Se sabía de memoria todas las canciones, populares, de autor y extranjeras. Pero le había dado por las letras y creía que el espíritu es flores, colores y comunicación.

       Su mirada no dejaba de ser oscura, incluso en sus grandes dichas. Era su pozo, decía. Se caía dentro y tenías que precipitarte para sacarla. Tenías que sujetarla siempre para que no se volviera a precipitar. Mientras la mantuvieras fuera, daba gran placer. Fiel como hija adoptiva de otra época, la cara ropa interior no le aportaba nada. Tenía la línea de una yegua bien cuidada. Y su mente estaba siempre puesta en el pueblo donde se había criado entre montañas sobresalientes, con un río ancho, de donde todos querían irse para regresar ricos.

       Era especial, como todas las paradojas que nacen de los matrimonios de la pasión y de la banalidad, sobre las cuales cuanto más hablas, más paradójicas se vuelven.



Fuente: Primera publicación blog Planodion-Historias Bonsái, 25 de agosto de 2016.

Andonis Zervas (El Pireo, 1953). Es poeta, ensayista, traductor. Su ultimo libro Διάλογοι με τον Αρχίλοχο (2016).

La traducción colectiva es producto de las clases de Lengua Española que imparte Konstantinos Paleologos en el Centro [Διδασκαλείο] de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas. Tradujeron los estudiantes Panayota Bugá, Dionisía Nikolopulu, Leonidas Ikonomu, Zoe Tsianava

Revisión: Eduardo Lucena.



		

	

Petros Tachópulos: La terquedad



Petros Tachópulos


La terquedad


o recuerdo mi última frase. Supongo que no se saldría del camino trillado. No caería con el ruido seco de una lápida o con la ira de una calamidad. Tal vez fuera algo más cortante de lo habitual, pero por otro lado, tal vez no, no recuerdo.

       Lo que recuerdo claramente, como si lo tuviera delante de mis ojos, es que me levanté del sillón, mientras estaba todavía hablando, y me dirigí hacia el dormitorio. No podía imaginar que con este simple movimiento –en parte espontáneo, en parte fingido– clavaba una estaca entre nosotros. Estuve esperando a que transcurrieran unos minutos y después escuchar sus pasos. Escucharla y, antes de que me diera tiempo de apartarme, verla caer en mis brazos. Entonces el contador de la tensión se pondría a cero. Nuestras duras palabras correrían a encontrarse con las palabras similares que habíamos intercambiado en el pasado. A archivarse y olvidarse.  Para dejar solo una pequeña cicatriz, al lado de tantas otras. Escuché sus pasos, en efecto, pero no los escuché acercándose. Los escuché alejándose. Tronó la puerta tras ella. Sin embargo, no me moví.

       Calculé que aún tenía unos cuantos segundos más a su disposición hasta llamar al ascensor, hasta que el ascensor subiera al sexto piso. Ella podría volver a llamar al timbre. Entonces me levantaría de un salto de la cama. Otra vez el contador se pondría a cero. Tal vez la cicatriz tampoco quedaría, ni siquiera la cicatriz. La cubriría el olvido.

       Aunque han pasado muchísimos años desde el día que se fue, no he dejado de preguntarme si acaso ella estaba esperando el momento en que yo regresaría al salón, que caería en sus brazos.

       Acaso ella también estaba segura, mientras se acercaba el ascensor, de que yo abriría la puerta y la atraería de nuevo hacia mí. Acaso nuestros caminos se separaron porque sencillamente nuestras maneras de pensar siguieron el mismo trayecto.



Fuente: Primera publicación: periódico Ta Nea, 13 de agosto de 1994.

Petros Tachópulos (Retimno, 1959) es escritor griego. Apareció en 1980 con la novela Οι ανήλικοι [Menores de edad]. Fue diputado por Siryza desde 2012 hasta 2015.

La traducción colectiva es producto de las clases de Lengua Española que imparte Konstantinos Paleologos en el Centro [Διδασκαλείο] de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas. Tradujeron los estudiantes Panayota Bugá, Dionisía Nikolopulu, Leonidas Ikonomu, Zoe Tsianava

Revisión: Eduardo Lucena.