Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Μιὰ ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα



Γιά­ννης Πα­γώ­νης

 

Μιὰ ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα


ΗΜΕΡΑ σκο­τώ­θη­κα στὴ δου­λειά», τῆς πέ­τα­ξε βα­ρι­ε­στη­μέ­να ὁ σύ­ζυ­γος γυρ­νών­τας ἀ­πο­με­σή­με­ρο στὸ σπί­τι καὶ χω­ρὶς δεύ­τε­ρη κου­βέν­τα, χά­θη­κε στὴ κρε­βα­το­κά­μα­ρα.

       Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Τὸ σή­κω­σε ἐ­κεί­νη.

       «Σᾶς παίρ­νω ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Εὐ­αγ­γε­λι­σμός… Λυ­πᾶ­μαι κυ­ρί­α μου, μὰ βρί­σκο­μαι στὴ δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ σᾶς ἀ­να­κοι­νώ­σω…»

       «Πα­να­γιά μου» στρίγ­γλι­σε, δι­α­κό­πτον­τας ἀ­πό­το­μα τὸν ἄγ­γε­λο τῶν κα­κῶν εἰ­δή­σε­ων. «Ἔ­πα­θε μή­πως κά­τι ὁ πα­τέ­ρας μου;»

       «Ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­χω», ἀ­κού­στη­κε τό­τε ἀ­πὸ μέ­σα ἡ φω­νὴ τοῦ ἄν­τρα της, ἀ­νά­κα­τη γέ­λιο πι­κρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


		
Advertisements