Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βίοι παράλληλοι


Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος


Βί­οι πα­ράλ­λη­λοι


ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΘΗΝΑ τοῦ 1860 με­σου­ρα­νοῦ­σε ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ραγ­κα­βῆς. Ἀ­ρι­στο­κρά­της Φα­να­ρι­ώ­της, ὑ­πῆρ­ξε εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια κα­θη­γη­τὴς τῆς ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, δι­ε­τέ­λε­σε πρε­σβευ­τὴς καὶ ὑ­πουρ­γὸς τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν, ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα στὸ συ­νέ­δριο τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα δι­έ­πρε­ψε ὡς δι­ά­ση­μος λο­γο­τέ­χνης.

            Ὡς ποι­η­τής, εἶ­χε κά­τι ἀ­π’ τὴν ἀ­βρό­τη­τα τῶν στι­χουρ­γῶν τοῦ Φα­να­ριοῦ. Στὰ πρῶ­τα του ποι­ή­μα­τα ἦ­ταν ζε­στὴ ἀ­κό­μα ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ λα­ϊ­κὰ θέ­μα­τα καὶ τὴν κοι­νὴ λα­λιά. Συ­νέ­θε­τε μά­λι­στα καὶ στί­χους γιὰ τρα­γου­δά­κια τοῦ συρ­μοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα προ­σαρ­μό­στη­κε στὶς ἀ­παι­τή­σεις τῶν και­ρῶν καὶ τῆς βαβαρο­κρα­τί­ας, τὸ γύ­ρι­σε στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα καὶ τὰ ἀρ­χαῖ­α θέ­μα­τα κι ἔ­γι­νε ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ.

            Πιὸ ρα­φι­νά­το πνεῦ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν ἐ­πο­χή του. Πε­ρι­ζή­τη­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να σα­λό­νια, μι­λών­τας μὲ ἄ­νε­ση τέσ­σε­ρις γλῶσ­σες, δι­έ­πρε­πε ὄ­χι μό­νο σὲ ὑ­πο­κλί­σεις καὶ χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­α. Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ γιὰ τὶς σχέ­σεις του μὲ τὸν Μπί­σμαρκ ἢ γιὰ τὴ γνω­ρι­μί­α του μὲ τὸν Οὐ­ί­τμαν ὅ­ταν ἔ­κα­νε πρε­σβευ­τὴς στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον. Σὲ κάμ­πο­σα σα­λό­νια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοὶ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν ποιός ἦ­ταν πρω­θυ­πουρ­γὸς στὴν Ἑλ­λά­δα, ἤ­ξε­ραν ὅ­μως πὼς ἡ Ἑλ­λὰς εἶ­χε ἕ­ναν λο­γο­τέ­χνη πρώ­του με­γέ­θους, τὸν Ραγ­κα­βῆ. Τὰ ἔρ­γα του με­τα­φρά­ζον­ταν δια­ρκῶς στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ γερ­μα­νι­κά, καὶ κά­θε ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου σ’ αὐ­τόν.

            Κά­θε ἔκ­δο­ση βι­βλί­ου του ἀ­πο­τε­λοῦ­σε παγ­κό­σμιο γε­γο­νός. Στὴν ἀρ­χὴ τύ­πω­νε στὴν Ἀ­θή­να, μι­κρά, κομ­ψὰ βι­βλί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Κο­ρο­μη­λά». Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δι­ε­θνὴ αἴ­γλη, τύ­πω­νε μό­νο στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ τὴ Λι­ψί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Δρου­γου­λί­νου». Οἱ ἐκ­δό­σεις αὐ­τὲς εἶ­χαν συ­νή­θως μέ­γα τέ­ταρ­το σχῆ­μα, μὲ χρυ­σὰ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὰ κα­πά­κια καὶ ρά­χη πλου­μι­στή. Βέ­βαι­α, κό­στι­ζαν πε­ρι­ου­σί­ες. Καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­λὸ σπί­τι στὴν Ἀ­θή­να, στὴν Πό­λη, στὴ Σμύρ­νη, στὸ Βου­κου­ρέ­στι, ποὺ νὰ μὴν προ­μη­θεύ­ον­ταν ἀ­μέ­σως κά­θε νέ­ο του ἔρ­γο. Καὶ δός του οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ ἄρ­θρα ἐγ­κω­μι­α­στι­κὰ καὶ κρι­τι­κὲς μὲ πη­χιαίους τί­τλους.

            Ὁ Ραγ­κα­βῆς δι­έ­πρε­ψε ἀ­κό­μη καὶ ὡς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι «Τοῦ Κου­τρού­λη ὁ γά­μος», ποὺ ὁ τί­τλος του ἔ­γι­νε πα­ροι­μί­α. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὲς δε­κα­τρι­σύλ­λα­βες τρα­γω­δί­ες καὶ κω­μω­δί­ες, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο, κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τὰ εἰ­δύλ­λια καὶ κω­μει­δύλ­λια μὲ θέ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς του, ποὺ δεί­χνουν ὅ­τι τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ στὴν ἠ­θο­γρα­φί­α. Κά­θε πρε­μι­έ­ρα ἔρ­γου του τὴν τι­μοῦ­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους ὁ βα­σι­λεὺς Γε­ώρ­γιος ὁ Α’, ἡ αὐ­λή, ἡ κυ­βέρ­νη­ση καὶ τὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ σῶ­μα. Ὁ βα­σι­λεύς, μά­λι­στα, ποὺ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­δυ­να­μί­α στοὺς ρο­μαν­τι­κούς, τοῦ ἀ­πέ­νει­με τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν με­γα­λό­σταυ­ρο. Λέ­νε ὅ­τι τὰ πα­ρά­ση­μα τοῦ Ραγ­κα­βῆ ξε­περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια του.

            Στὰ τέ­λη τῆς ζω­ῆς του συ­νέ­γρα­ψε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν λί­γο με­τὰ τὸν θά­να­τό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­με­ρῶς σὲ πό­σες χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες πα­ρα­βρέ­θη­κε, πό­σα χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἔ­δω­σε, σὲ πό­σα λευ­κώ­μα­τα ἐ­κλε­κτῶν νε­α­νί­δων ἔ­γρα­ψε στί­χους του, πῶς ἦ­ταν τὰ ἁ­μά­ξια τῆς ἐ­πο­χῆς του, μὲ πό­σες δι­α­ση­μό­τη­τες συ­νέ­φα­γε κτλ. κτλ. Τέ­λος, φρόν­τι­σε νὰ τυ­πώ­σει καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἅ­παν­τά του σὲ εἴ­κο­σι ὡ­ραί­ους τό­μους. Σ’ αὐ­τὰ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὰ ποι­η­τι­κά του ἔρ­γα, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα του «Ὁ αὐ­θέν­της τοῦ Μω­ρέ­ως», δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ζὰ καὶ με­λέ­τες, τὰ θε­α­τρι­κά, μιὰ γραμ­μα­το­λο­γί­α, δι­ά­φο­ρες με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων ἐκ τῆς παγ­κο­σμί­ου φι­λο­λο­γί­ας, καί, τέ­λος, τὰ «ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά» του. Εἶ­ναι ὁ μό­νος λο­γο­τέ­χνης ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ τυ­πώ­σει τὰ τό­σο τε­ρά­στια ἅ­παν­τά του, ποὺ ξε­περ­νοῦν κα­τὰ πο­λύ τά ἅ­παν­τα τοῦ Πα­λα­μᾶ.

            Πέ­θα­νε τὸ 1892 πλή­ρης δό­ξης καὶ τι­μῶν, ἐν­νιὰ χρό­νια πρὶν θε­σπι­στεῖ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ.


            Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να ζοῦ­σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο γε­ρόν­τιο ποὺ τὸ ἔ­λε­γαν Μα­κρυ­γιά­ννη. Ἦ­ταν πα­λιὸς Ρου­με­λι­ώ­της ὁ­πλαρ­χη­γός, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ κα­φε­τζὴς στὸ Λι­δο­ρί­κι καὶ κα­τά­φε­ρε νε­ώ­τα­τος νὰ γί­νει στρα­τη­γός. Πο­λέ­μη­σε λε­βέν­τι­κα καὶ γεν­ναί­α στὴν Ἄρ­τα, στὸ Να­βα­ρί­νο, στοὺς Μύ­λους καὶ ὑ­πε­ρά­σπι­σε τὴν Ἀ­θή­να σὲ ὅ­λες της τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ γί­νει τὸ κορ­μὶ του κέν­τη­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές, καὶ χώ­ρια οἱ δια­ρκεῖς προ­στρι­βές του μὲ τοὺς ἑ­κά­στο­τε ἰ­σχυ­ρούς τῆς ἡ­μέ­ρας, τὸν Ἀν­δροῦ­τσο, τὸν Γκού­ρα, τὸν Γεν­ναῖ­ο Κο­λο­κο­τρώ­νη, τὸν Κα­πο­δί­στρια καὶ ἄλ­λους. Μὲ τὴν ἀ­ξί­α του καὶ μὲ τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά του κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­κλε­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς πλη­ρε­ξού­σιος στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σεις, ὅ­που ἀ­γω­νί­ζον­ταν μὲ πεῖ­σμα ἐ­ναν­τί­ον κά­θε ἀ­δι­κί­ας. Πρὶν ἀ­κό­μα ἡ Ἀ­θή­να γί­νει πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα σ’ αὐ­τήν, ὑ­πῆρ­ξε μά­λι­στα καὶ ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς πρώ­τους της δη­μο­τι­κοὺς συμ­βού­λους. Κον­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Διός, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα πρὸς τι­μήν του ἡ συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννη, ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να χω­ρα­φά­κι μὲ μιὰ σπη­λιά, ἔ­χτι­σε ἕ­να σπί­τι γιὰ τὰ δώ­δε­κα παι­διά του καὶ με­τέ­τρε­ψε τὴ σπη­λιὰ σὲ πα­ρεκ­κλή­σι. Ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν τρύ­πα ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ τὰ βά­ζει μὲ τοὺς δυ­να­τούς: τὸν Ὄ­θω­να, τὸν Ἀρ­μαν­σμπεργχ, τὸν Χρι­στί­δη, τὸν Καλ­λέρ­γη καὶ ἁ­πα­ξά­παν­τες τοὺς πρω­θυ­πουρ­γούς. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πνί­ξει τὴν ὀρ­γή του γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, τὴν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση τῶν πα­λι­ῶν ἀ­γω­νι­στῶν, τὸ πλι­α­τσι­κο­λό­γη­μα τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν κω­λυ­σι­έρ­γειά τους νὰ δώ­σουν σύν­ταγ­μα στὸ λα­ό. Τὸ σύν­ταγ­μα ἦ­ταν τὸ μό­νι­μο με­ρά­κι του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πο­τόλ­μη­σε τὸ κί­νη­μα τῆς Τρί­της Σε­πτεμ­βρί­ου 1843, ποὺ ἦ­ταν ἔρ­γο κα­θα­ρὰ δι­κό του. Αὐ­τὸ ὁ Ὄ­θων δὲν τοῦ τὸ συγ­χώ­ρη­σε πο­τέ. Ἄρ­χι­σαν οἱ κα­τα­τρεγ­μοὶ ἀ­π’ τὸ πα­λά­τι, τὶς κυ­βερ­νή­σεις, τοὺς ἴ­διους τοὺς πα­λιούς του συ­νερ­γά­τες· ἡ μιὰ δο­λο­φο­νι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐ­ναν­τί­ον του δι­α­δέ­χον­ταν τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πα­νω­τές, οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ κα­τ’ οἶ­κον, τὸ σύρ­σι­μο στὶς φυ­λα­κές, τὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Στὸ τέ­λος κα­τα­δι­κά­στη­κε κι αὐ­τός σε θά­να­το γιὰ συ­νω­μο­σί­α κα­τὰ τῆς ζω­ῆς τοῦ Ὄ­θω­να καὶ γλί­τω­σε τὸ κε­φά­λι του μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας, χά­ρη στὴν ἐ­πέμ­βα­ση δι­α­φό­ρων προ­σω­πι­κο­τή­των.

            Οἱ πολ­λὲς πλη­γὲς ποὺ εἶ­χε στὸ κορ­μὶ του τὸν εἶ­χαν με­τα­βά­λει σ’ ἕ­να ἰ­δι­ό­τρο­πο καὶ στριμ­μέ­νο μορ­μο­λύ­κει­ο, γε­ρα­σμέ­νο πρὶν τὴν ὥ­ρα του· τί­πο­τα δὲ θύ­μι­ζε τὸν ὡ­ραῖ­ο λε­βέν­τη τοῦ 1821, ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με ἀ­πὸ τὴ γνω­στὴ γκρα­βού­ρα. Αὐ­τὸ λοι­πὸν τὸ χού­φτα­λο ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε με­ρά­κι νὰ γρά­ψει τὰ ὅ­σα ἔ­ζη­σε. Ἤ­ξε­ρε ἀ­π’ τὰ νιά­τα του πέν­τε κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα, ἔ­μα­θε κι ἄλ­λα πέν­τε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­γό­νι του, καὶ μιὰ καὶ δυ­ὸ ἄρ­χι­σε νὰ δο­κι­μά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὰ ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τά του. Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ὅ­λο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, κα­τα­πά­στη­κε καὶ μὲ τὴ βαβαρο­κρα­τί­α. Τί­πο­τα δὲν ἀ­να­φέ­ρει ποὺ νὰ μὴν τὸ ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ κον­τά. Μᾶς χά­ρι­σε τριά­ντα χρό­νια νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ζω­ῆς, ὄ­χι ὅ­πως τὰ ξέ­ρου­με ἀ­π’ τὰ ἐγ­χει­ρί­δια ἱ­στο­ρί­ας, τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τοὺς πλη­ρω­μέ­νους κα­λα­μα­ρά­δες, ἀλ­λὰ ὅ­πως τὰ εἶ­δε ἕ­νας ντόμ­προς καὶ ἀ­χά­λα­στος λα­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος. Βέ­βαι­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ’­ρι­χνε στὸ χαρ­τὶ ὅ­πως τοῦ ‘ρχον­ταν, σὰ νὰ μι­λοῦ­σε — δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, μά­λι­στα, πρῶ­τα νὰ τά ’­λε­γε φω­να­χτὰ καὶ με­τὰ νὰ τά ‘γρα­φε. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο ποῦ βρῆ­κε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς τό­ση ὑ­πο­μο­νὴ γιὰ νὰ γρά­ψει πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, καὶ πῶς κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ θυ­μη­θεῖ ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ­λό­κλη­ρες στι­χο­μυ­θί­ες. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­ναν αὐ­τά, ξό­δε­ψε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει ἕ­ναν λα­ϊ­κὸ ζω­γρά­φο νὰ τοῦ «ἱ­στο­ρή­σει» τὸ 21, ὅ­πως αὐ­τὸς τὸ εἶ­δε καὶ τὸ ἔ­ζη­σε, κι ὄ­χι ὅ­πως τὸ εἶ­χαν μο­λέ­ψει οἱ δι­ά­φο­ροι ξέ­νοι καὶ ξε­νο­μα­θη­μέ­νοι.

            Δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν ἐκ­θρό­νι­ση τοῦ Ὄ­θω­να πέ­θα­νε κι αὐ­τὸς ἀ­π’ τὶς πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση. Κοι­μή­θη­κε τα­πει­νὰ τὸν ὕ­πνο του δι­καί­ου, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ὑ­περ­πο­λυ­τε­λὴ ἔκ­δο­ση ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» τοῦ Ραγ­κα­βῆ.


            Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν ἑ­κα­τὸ χρό­νια καί. Ἡ Ἑλ­λά­δα δο­κί­μα­σε πολ­λὲς βα­βα­ρο­κρα­τί­ες, ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς ἔ­πε­σε σὰ χάρ­τι­νος πύρ­γος. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ἐ­κτο­πί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Πα­λα­μᾶ, ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Κα­βά­φη. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ξε­χά­στη­κε ὁ­λό­τε­λα. Τὰ ποι­ή­μα­τά του θε­ω­ρή­θη­καν ἀν­τί­γρα­φα τῶν Γάλ­λων ρο­μαν­τι­κῶν, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του κρί­θη­κε σὰν ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ «Ἰ­βα­νό­η» τοῦ Οὐῶλ­τερ Σκότ, ἡ γραμ­μα­το­λο­γί­α του εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τη, τὰ θε­α­τρι­κά του δὲ δι­α­βά­ζον­ται, τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά του ἀ­πο­δεί­χτη­καν φτη­νὰ μα­ζέ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ. Τὸ ὄ­νο­μά του θὰ τὸ βρεῖ­τε βέ­βαι­α σὲ με­ρι­κὲς σχο­λα­στι­κὲς γραμ­μα­το­λο­γί­ες, ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα σὲ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ οἱ εἴ­κο­σι τό­μοι τῶν ἅ­πάν­των του κο­σμοῦν ἀ­ζή­τη­τοι με­ρι­κὲς δη­μό­σι­ες βι­βλι­ο­θῆ­κες. Ἔ­πε­σε ὁ κο­λοσ­σὸς τῆς πα­λιᾶς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς σχο­λῆς τί­πο­τα δὲν ἔ­μει­νε ἀ­π’ τὸ πέ­ρα­σμά του.

            Κι ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης; τὸ μορ­μο­λύ­κει­ο τῆς βα­βα­ρο­κρα­τί­ας; Αὐ­τὸς βέ­βαι­α δὲν λα­χτα­ροῦ­σε φι­λο­λο­γι­κὲς δό­ξες, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μᾶς ἀ­φή­σει γραμ­μέ­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α του, νὰ μά­θου­με ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τί τέ­ρα­τα κυ­βέρ­νη­σαν καὶ χαν­τά­κω­σαν τὴν Ἑλ­λά­δα. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια τὰ χει­ρό­γρα­φά του εἶ­χαν χα­θεῖ, μέ­χρι ποὺ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Βλα­χο­γιά­ννης σ’ ἕ­να μπα­κά­λι­κο, ποὺ τὰ εἶ­χαν γιὰ νὰ τυ­λί­γουν ἀν­τσοῦ­γες. Τὰ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ δι­ά­βα­σε καὶ μὲ χί­λια βά­σα­να κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ τυ­πώ­σει τὸ 1907. Ὅ­λοι ἔ­μει­ναν κα­τά­πλη­κτοι ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή τους ἀ­ξί­α, τὴ ζου­με­ρὴ λα­ϊ­κὴ γλώσ­σα, τὴν πα­ρα­στα­τι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, τοὺς ὁ­λο­ζών­τα­νους δι­α­λό­γους, τοὺς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κοὺς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, τὴ λα­ϊ­κὴ θυ­μο­σο­φί­α. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν μᾶς ἔ­δω­σε τό­σο δρα­μα­τι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­πο­χὲς 1821 – βα­βα­ρο­κρα­τί­α καὶ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ζω­γρά­φι­σε πιὸ πα­ρα­στα­τι­κὰ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὰ πά­θη τοῦ λα­οῦ μας. Σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­χτοῦν καὶ τοὺς πιὸ δύ­σκο­λους γραμ­μα­το­λό­γους, νὰ τυ­πώ­νον­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, νὰ με­τα­φρά­ζον­ται ἔ­ξω καὶ νὰ θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς ἰ­σά­ξια μὲ τὰ πε­ζο­γρα­φή­μα­τα τοῦ Πα­πα­δι­α­μάν­τη. Σή­με­ρα ὁ κα­φε­τζὴς ἀ­πὸ τὸ Λι­δο­ρί­κι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους λο­γο­τέ­χνες μας, κι ἂς μὴν ἀ­ξι­ώ­θη­κε πο­τὲ στὴ ζω­ή του οὔ­τε τοὺς με­γα­λό­σταυ­ρους τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, οὔ­τε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ Μπί­σμαρκ, οὔ­τε κὰν μιὰ συ­νεν­τευ­ξού­λα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.



Πη­γή: Ἡ κά­τω βόλ­τα (Δι­α­γώ­νιος, 1991, δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ).

Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1931). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση, κρι­τι­κή. Σπού­δα­σε κλα­σι­κή φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἴ­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κό οἶ­κο «Δι­α­γώ­νιος» καὶ τὸ ὁ­μό­νυ­μο πε­ρι­ο­δι­κό. Πρῶ­το του βι­βλί­ο εἷ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῶν ἰ­σχνών ἀ­γε­λά­δων (ποί­η­ση, Κο­χί­ας, 1950). Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Γραμ­μά­των γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του, ἀρ­νή­θη­κε ὅ­μως νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει πα­ρα­πέμ­πον­τας γιὰ τοὺς λό­γους σὲ σχε­τι­κὸ κεί­με­νό του Ε­ναν­τί­ον τοῦ 1979.