Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: