Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).


		
Advertisements

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης: Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το



Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το


ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΑΘΟΡΥΒΟ, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα τὶς κι­νή­σεις τοῦ κον­δυ­λο­φό­ρου καὶ στέ­γνω­νε γρή­γο­ρα τὶς ἔγ­χρω­μες στα­γό­νες τῆς με­λά­νης, κα­θρε­φτί­ζον­τας πά­νω του τὰ ση­μά­δια της. Ἡ ἁ­φὴ τῶν μα­θη­τι­κῶν μου ἀ­να­μνή­σε­ων. Δι­ευ­κό­λυ­νε τὴν ἀ­νά­γνω­ση καὶ φρόν­τι­ζε τὴν εὐ­τα­ξί­α τῆς σε­λί­δας, ἀ­φή­νον­τας ὅ­μως στὰ πα­τή­μα­τα κά­ποι­α δυσ­δι­ά­κρι­τα ἴ­χνη τῶν γρα­φο­μέ­νων.

     Ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῆς γρα­φῆς, ἕ­νας συμ­μα­θη­τὴς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου, στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη τοῦ Γυ­μνα­σί­ου στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, ἔ­στη­σε μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἀν­τι­γρα­φι­κὴ κομ­πί­να ποὺ ἄ­φη­σε ἐ­πο­χή. Ὁ εὐ­φάν­τα­στος μα­θη­τής, Βά­νιας τ’ ὄ­νο­μά του τὸ μι­κρό, πρό­δρο­μος τῶν ση­με­ρι­νῶν χά­κερ, γιὸς γνω­στοῦ για­τροῦ τῆς πό­λης, τρο­φο­δο­τοῦ­σε τοὺς συμ­μα­θη­τές του μὲ δι­α­φη­μι­στι­κὰ δῶ­ρα ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες στὸν πα­τέ­ρα του. Ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ «δῶ­ρα» ἦ­ταν καὶ κά­ποι­ες ὄ­μορ­φες δι­α­φη­μι­στι­κὲς κάρ­τες δι­πλῆς ὄ­ψης. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ πρό­βαλ­λαν ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες μὲ τὶς θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ φαρ­μά­κου καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη εἶ­χαν τὴν ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς κα­νο­νι­κοῦ στυ­πό­χαρ­του. Τὶς χρη­στι­κὲς ἐ­κεῖ­νες κάρ­τες πρό­σφε­ρε καὶ στοὺς κα­θη­γη­τές, ἀλ­λὰ σ’ αὐ­τοὺς μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη φει­δώ. Στὸν αὐ­στη­ρὸ μά­λι­στα μα­θη­μα­τι­κὸ τὸν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ἄθ­θο, ἐ­πει­δὴ ἔ­τρω­γε τὸ σίγ­μα ἀ­πὸ τοὺς ἄσ­σους ποὺ φι­λο­δω­ροῦ­σε στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα τοὺς μα­θη­τές, ἔ­δι­νε ἀ­πὸ μί­α μό­νο κάρ­τα στυ­πό­χαρ­του κά­θε φο­ρὰ καὶ μά­λι­στα ζη­τοῦ­σε νὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὴν προ­η­γού­με­νη γιὰ νὰ τοῦ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει μὲ και­νούρ­για. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ στυ­πό­χαρ­των πέ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ ὑ­πο­κλέ­ψει τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων στὸ μά­θη­μα τῆς Ἄλ­γε­βρας. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε: Ὁ Ἄθ­θος ἔ­γρα­φε ἀ­μέ­ρι­μνος, μὲ πέ­να καὶ με­λά­νι, στὴν αἴ­θου­σα τῶν κα­θη­γη­τῶν τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Στέ­γνω­νε βι­α­στι­κὰ τὶς ἀ­ρά­δες, περ­νών­τας ἀ­πὸ πά­νω τους τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ χαρ­τί, χω­ρὶς νὰ δί­νει ση­μα­σί­α, ἂν σ’ αὐ­τὸ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἕ­να μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων του. Ἡ «ὑ­πο­κλο­πὴ» ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ τῶν στυ­πό­χαρ­των καὶ μὲ τὴ χρή­ση κα­θρέ­φτη. Ὁ μα­θη­τὴς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς λύ­σεις τῶν ἀ­σκή­σε­ων ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ καὶ τὶς μοί­ρα­σε σὲ ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς συμ­μα­θη­τές του. Ὅ­λοι, ἀ­κό­μη καὶ ὁ πα­νύ­ψη­λος «ὑ­πο­δε­κά­με­τρος» ποὺ δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ μα­θη­μα­τι­κά, ἔ­γρα­ψαν σχε­δὸν ἄ­ρι­στα. Προ­κλή­θη­κε σκάν­δα­λο καὶ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ τὸ δι­α­γώ­νι­σμα λό­γῳ τῆς κα­θο­λι­κῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ δὲν προ­έ­κυ­ψε δό­λος ἀ­πὸ που­θε­νά, δὲν δό­θη­κε συ­νέ­χεια. Ὁ Ἄθ­θος ὅ­μως δὲν τό­ ‘βα­λε κά­τω, βαθ­μο­λό­γη­σε μὲ βά­ση τὰ ὀρ­θο­γρα­φι­κὰ λά­θη, τὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα καὶ τὶς μουν­τζοῦ­ρες. Δυ­ὸ-τρεῖς πῆ­ραν πά­λι ἄθ­θο κι ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἦ­ταν ὁ γιὸς τοῦ για­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν κα­κο­γρά­φος καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι συγ­κε­χυ­μέ­νες. Λέ­νε ὅ­τι ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ ἀ­κτι­νο­λό­γου στὸ Λὸς Ἀν­τζε­λὲς ἢ ὅ­τι ἔ­γι­νε χρη­μα­τι­στὴς στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1939). Ἐ­ρευ­νη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων δρα­στη­ρι­ο­τή­των, δι­α­τη­ρεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ στὴν ἔ­ρευ­να πολ­λῶν ἐρ­γα­σι­ῶν στὸ χῶ­ρο τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Πρωτοχρονιά στὴν Πάρνηθα


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Πρω­το­χρο­νιὰ στὴν Πάρ­νη­θα


ΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ. Ἕ­νας ἄ­γριος, μα­νι­α­σμέ­νος βο­ριὰς λυσ­σο­μα­νά­ει. Πα­ρα­μο­νὴ πρω­το­χρο­νιᾶς. Ἀ­πο­λο­γι­σμὸς ἑ­νὸς ὁ­λό­κλη­ρου χρό­νου καὶ ἐλ­πί­δες γιὰ τὸν ἑ­πό­με­νο.

          Εἶ­μαι σκο­πὸς σ’ ἕ­να φυ­λά­κιο στρα­τι­ω­τι­κὸ στὴν Πάρ­νη­θα. Ἔ­χω νὰ πά­ρω γράμ­μα ἀ­π’ τοὺς δι­κούς μου κον­τὰ δύ­ο μῆ­νες. Δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα γιὰ τὸν κό­σμο. Κρυ­ώ­νω. Φο­βᾶ­μαι. Πει­νά­ω. Τὸ τσι­γά­ρο ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται κι ἂν ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε. Δὲν ξέ­ρω τί ὥ­ρα εἶ­ναι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Κι ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ μὴν προ­χω­ρά­ει. Τὸ νῆ­μα τῆς ὕ­φαν­σής του ἔ­χει τε­λει­ώ­σει πρὸ πολ­λοῦ, χω­ρὶς ν’ ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ. Ἡ σμί­λη τοῦ τορ­νευ­τὴ χά­θη­κε. Ὁ χρό­νος ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἕ­νας ὀγ­κό­λι­θος ἀ­κα­τέρ­γα­στος, ὁ­λό­κλη­ρος, ἀ­τό­φιος, ἐ­κεῖ κον­τά μου στὶς νό­τι­ες ὑ­πόρει­ες τῆς Πάρ­νη­θας, κον­τὰ στὸ φυ­λά­κιο Καύ­κα­σό μου καὶ κε­λί μου.

          Ὅ­λα μοῦ ἔ­δι­ναν μιὰ ἄλ­λη ὄ­ψη, το­νί­ζον­τας τὴν ἄ­χα­ρη τού­τη πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς. Τὰ οὐρ­λι­ά­σμα­τα τῶν τσα­κα­λι­ῶν καὶ οἱ ὑ­στε­ρι­κὲς κραυ­γὲς τῶν ὄ­μορ­φων στὸ φτέ­ρω­μα πα­γω­νι­ῶν, ἐ­πι­δεί­νω­ναν τὴν ὅλη κα­τά­στα­ση. Κι ἐ­γὼ μὲ τ’ ὅ­πλο γε­μά­το στὰ χέ­ρια. Οἱ τά­φοι τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­ταν πο­λὺ μα­κριά, ἀλ­λὰ νω­πὰ ἀ­κό­μα τὰ χώ­μα­τα ποὺ τοὺς σκέ­πα­ζαν. Γι’ αὐ­τὸ μιὰ ἠ­χὼ ἔ­φερ­νε στ’ αὐ­τιά μου μό­νο τὴ λέ­ξη φρί­κη…

          Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ πού ἀ­κου­γό­ταν ἀ­πὸ λί­γα λε­πτὰ πρίν, φώ­να­ζε τὸ ξε­χα­σμέ­νο πραγ­μα­τι­κό μου ὄ­νο­μα. Τώ­ρα τὸ ἀ­κού­ω κα­θα­ρά. Δη­μή­τρη… Δη­μή­τρη… Μιὰ γλυ­κεί­α φω­νὴ μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἔ­χει κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­χει χά­σει τὸν ἄν­θρω­πό του καὶ ψά­χνει νὰ τὸν βρεῖ. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν πο­λὺ κον­τά μου, για­τί κα­θὼς ὁ ἀ­έ­ρας ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἔ­παιρ­νε τὴ φω­νή της σὰν ἕ­να φίλ­τρο καὶ τὴν ἔ­φερ­νε κα­θα­ρή, γλυ­κεί­α, καρ­τε­ρι­κὴ στ’ αὐ­τιά μου. Ἡ γνώ­ρι­μη κι ἀ­γα­πη­μέ­νη μου φω­νὴ ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­π’ τὰ πρῶ­τα ἔ­λα­τα. Στὸ δρό­μο ποὺ ἐρ­χό­ταν γιὰ τὸ φυ­λά­κιό μου.

          Ἀ­κούμ­πη­σα ὄρ­θιο τὸ ὅ­πλο μου, ἀ­να­σή­κω­σα λί­γο τὸ κρά­νος βγά­ζον­τας ἔ­ξω τὸ κε­φά­λι γιὰ ν’ ἀ­φουγ­κρα­στῶ κα­λύ­τε­ρα. Τώ­ρα πιὰ ἤ­μουν σί­γου­ρος σὲ ποι­ὰ ἀνῆ­κε ἡ φω­νή, ποὺ φώ­να­ζε τ’ ὄ­νο­μά μου. Ἴ­δια ἡ φω­νή της. Ἱ­κε­τευ­τι­κή, γλυ­κεί­α, πο­νε­μέ­νη, ὅ­πως τό­τε πού μὲ φώ­να­ζε τὴν ὥ­ρα πού χω­ρί­σα­με. Χω­ρὶς ἐ­γὼ νὰ γυ­ρί­σω πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε. Πλη­σί­α­σε ἀ­κό­μα. Ἡ σι­λου­έ­τα τῆς ἴ­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α κα­μιά. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Ἤ­μουν πιὰ σί­γου­ρος. Τὸ το­πί­ο κι ἡ νύ­χτα μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ζαν λί­γο τὴν ὄ­ψη της, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Ἤ­ξε­ρε, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι πλη­σιά­ζει σὲ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη πε­ρι­ο­χή, ὅ­τι, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ος ἄλ­λος στὸ φυ­λά­κιο, θὰ κιν­δύ­νευ­ε ἄ­με­σα ἡ ζω­ή της; Οὔ­τε τὰ «στὸπ» τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου δρό­μου, οὔ­τε τ’ ἄ­λε­πάλ­λη­λα δι­κά μου «ἂλτ» τὴν ἐμ­πό­δι­σαν νὰ πλη­σιά­σει.

          Ἡ ἕλ­ξη καὶ ἡ ἀ­πώ­θη­ση ταυ­τί­στη­καν σὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα ἀ­ξε­χώ­ρι­στα με­τα­ξύ τους. Τὰ δέν­τρα τρι­γύ­ρω εὐθυ­γραμ­μίστη­καν κά­νον­τας δε­ξιὰ ἀ­ρι­στε­ρὰ ἐ­πί­ση­μο ἄ­γη­μα, στὴν ἀ­νε­πί­ση­μη ἀ­πο­ψι­νὴ πα­ρου­σί­α της. Ἡ μη­χα­νὴ πα­ρα­γω­γῆς ἠ­λε­κτρι­κοῦ ρεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε, φορ­τώ­νον­τας, τὶς λυ­χνί­ες της μὲ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀμ­πέρ, ἐ­ναρ­μο­νι­ζό­με­νη κι αὐ­τὴ στὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς. Πα­ρα­βι­ά­ζον­τας τὸν ἀ­έ­να­ο ρυθ­μό της…

          Γα­λή­νια πό­δια, τρε­μά­με­να, αἰχ­μά­λω­τα, κα­τέ­βη­καν τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκο­πιᾶς, κι ἀλ­λά, πάν­λευ­κα ἔ­κα­ναν τὰ δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­α βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου.

          Κα­τα­λά­βα­με… Δὲν ἤ­μουν ἐ­γὼ γι’ αὐ­τὴν οὔ­τε αὐ­τὴ γιὰ μέ­να. Τ’ ὄ­νο­μά μου ταί­ρια­ζε ἁ­πλὰ μ’ ἐ­κεῖ­νο τοῦ συ­νό­δου της.

          Κι ἐ­γὼ ὁ ἀ­νό­η­τος πί­στε­ψα, πώς μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Διηγήματα, Πλέθρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


 

Σταυρούλα Τσούπρου: Ἐκτὸς διαδρομῆς


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς


Στὴν Ἡρὼ Νικοπούλου

μὲ ἀφορμὴ τὸ ὁμότιτλο ζωγραφικὸ της ἔργο

 

ΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Σή­με­ρα θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν συ­νη­θι­σμέ­νη κα­θη­με­ρι­νὴ πο­ρεί­α του σὲ μί­α ἀ­κρο­βα­σί­α ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς. Σή­με­ρα θὰ ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη του ἀ­το­μι­κὴ προ­σπά­θεια, χω­ρὶς κοι­νό, ἤ, μᾶλ­λον, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς μό­νο καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ θε­α­τή· θε­α­τὴ καὶ θε­ώ­με­νο συ­νά­μα.

         Ὅ­λα ἦ­ταν κα­νο­νι­σμέ­να. Τὸ εἰ­δι­κὸ σκοι­νὶ εἶ­χε τεν­τω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ δύ­ο με­γα­θή­ρια ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν προ­η­γου­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, τὸ εἶ­χε στε­ρε­ώ­σει στὶς φτι­αγ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ὑ­πο­δο­χές, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ τό­σες φο­ρὲς νὰ γί­νε­ται στὴ δου­λειά του, στὸ τσίρ­κο, ἀ­πὸ τοὺς τε­χνι­κούς. Ἂν πε­τύ­χαι­νε ἐ­τού­τη ἡ ἀ­πό­πει­ρα, θὰ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια δι­α­δι­κα­σί­α, με­θο­δι­κὰ καὶ μὲ ὑ­πο­μο­νή, καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα ψη­λὰ κτή­ρια τῆς πό­λης. Ἦ­ταν τό­σα πολ­λά. Ἔ­φτα­ναν γιὰ μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή. Γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν δι­κή του ζω­ή, του­λά­χι­στον.

         Πλύ­θη­κε, ἔ­φα­γε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πρω­ι­νὸ καὶ ἔ­κα­νε τὴν του­α­λέ­τα του σχο­λα­στι­κά, χω­ρὶς ἄγ­χος. Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ σει­ρά. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­χαν παρ­θεῖ.

         Ξε­κρέ­μα­σε τὴν φο­ρε­σιά του καὶ τὴν χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει δὲν χόρ­ται­νε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τὸ στε­νὸ ἐ­λα­στι­κὸ πο­δη­λα­τι­κὸ παν­τε­λο­νά­κι ἦ­ταν τὸ κα­τάλ­λη­λο μαῦ­ρο φόν­το γιὰ τὴν ἀ­ρα­δω­τὴ ἄ­σπρο-μαῦ­ρο καὶ φω­σφο­ρι­ζὲ πορ­το­κα­λὶ μπλού­ζα του μὲ τὰ ἀ­σορ­τὶ ἀ­θλη­τι­κὰ πο­δη­λα­τι­κὰ πα­πού­τσια. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρο­μοιά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­γρι­ο­μέ­λισ­σα (ὄ­χι μὲ σφή­κα) ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε μὲ τὸν δι­κό της τρό­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τσι­μέν­το στὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νό, ἐ­λεύ­θε­ρη πιὰ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὶς σκι­ὲς τῶν κτι­ρί­ων.

         Ντύ­θη­κε καὶ ἄ­λει­ψε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ γυ­μνὰ ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του μὲ ἕ­να κα­λὸ ἀν­τη­λια­κό. Ἔ­στω καὶ τὰ ἐ­λα­φρᾶς μορ­φῆς ἐγ­καύ­μα­τα δὲν θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν πα­ρά­ση­μο.

         Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος. Ἔ­ξω εἶ­χε ξη­με­ρώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­τό του καὶ ἀ­νέ­βη­κε μὲ τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα στὴν τα­ρά­τσα. Αὐ­τὴν τὴν φο­ρά, λοι­πόν, θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τῆς δου­λειᾶς του ὄ­χι γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὔ­τε γιὰ τὸν συ­χνὰ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο ἴ­λιγ­γο τοῦ κιν­δύ­νου, ἀλ­λὰ ὡς δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ δού­λευ­ε γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Τί πιὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­πὸ αὐ­τό;

         Βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀ­νά­κλη­σης λει­τουρ­γοῦ­σε σω­στά. Εἶ­χε συν­δέ­σει τὸν δι­α­κό­πτη ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴ κί­νη­ση τοῦ πο­δη­λά­του του μὲ τὸ φρέ­νο καὶ τὸ τι­μό­νι. Ἂν κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀν­τὶ νὰ γεί­ρει θὰ γύ­ρι­ζε κα­τευ­θεί­αν πί­σω.

         Ἕ­νας μό­νον ἦ­ταν ὁ φό­βος του. Ἕ­νας, ἀλ­λὰ φαρ­μα­κε­ρός. Ἂν μπλο­κά­ρι­ζε ὁ μη­χα­νι­σμός, θὰ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ κτή­ρια ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά, πά­λι καὶ πά­λι, ἱ­πτά­με­νος πο­δη­λά­της αἰχ­μά­λω­τος τῆς δί­ψας του γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὥ­σπου κά­ποι­ος νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­πεγ­κλω­βί­σει ἀ­π’ τὸ κε­νό.

         Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τό­σο πο­λὺ τὸν εἶ­χε τυ­ραν­νή­σει αὐ­τὸς ὁ φό­βος ὅ­λον τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του, ὥ­στε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξοι­κει­ώ­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α. Κα­λύ­τε­ρα νὰ πα­λιν­δρο­μεῖ στοὺς αἰ­θέ­ρες πα­ρὰ στοὺς δρό­μους καὶ στὰ πε­ζο­δρό­μια, στὰ δω­μά­τια καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, ἐ­κεῖ κά­τω χα­μη­λά, στὴν σκιὰ τῶν τσι­μέν­των. Θὰ τὸν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν κά­ποι­α στιγ­μή, θὰ τὸν ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, ζων­τα­νὸ ἢ νε­κρό. Μέ­χρι τό­τε, θὰ εἶ­χε προ­λά­βει νὰ εἰ­σπνεύ­σει ἀρ­κε­τὴ ξε­νοια­σιά, ἀρ­κε­τὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ ὅ­λα, ἀρ­κε­τὴ ἠ­ρε­μί­α τοῦ μυα­λοῦ καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν του ὀρ­γά­νων. Μέ­σω τῆς δου­λειᾶς του στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ τὸ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πάν­το­τε τό­σο πο­λὺ ἡ πο­δη­λα­σί­α στὰ ψη­λά. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἀν­τί­ο.

         Πεν­τὰλ καὶ φύ­γα­με…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Πίνακας τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου ἀπὸ τὴν ζωγραφικὴ ἐνότητα Ἡ ἄλλη πόλη.