Σῶτος Ντανᾶς: [Εἶμαι στὸν ἕβδομο 7ο καὶ θὰ πηδήσω…]


Σῶτος Ντανᾶς


[Εἶμαι στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω…]

 

ΙΜΑΙ στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω.

Πε­τά­ω σή­με­ρα πε­τά­ω­ω­ω.

Ὅ­λα ἀ­στρά­φτουν!!!

Γυ­ρί­ζουν… ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζουν ὅ­λα.

Ἄγ­γε­λοι στὸν οὐ­ρα­νὸ χο­ρεύ­ουν… τοὺς βλέ­πω!!!

Μου­σι­κὲς οὐ­ρά­νι­ες, φω­νὲς γλυ­κὲς …τὶς ἀ­κού­ω!!!

Ἀγ­κα­λι­ὲς πε­λώ­ρι­ες… μὲ κα­λοῦν!!!

Τὸ μυα­λὸ βου­ΐ­ζει… ἡ καρ­διὰ θὰ σπά­σει.

Τρέλ­λα σοῦ λέ­ω… τρέλ­λα θεί­α!!!

Τρα­γου­δά­ω… χο­ρεύ­ω… ἀ­κρο­βα­τῶ!!!

Γε­ρὴ καὶ ἡ δό­ση ποὺ πῆ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή.

Ἔ­στη­σα καὶ τὴν κά­με­ρα στὸ κάγ­κελο, καὶ σελ­φά­ρω…

Κλεί­νω τὰ μά­τια, ὁρ­μά­ω… Καὶ πη­δά­α­α­ω­ω­ω!!!

Μα­τά­κιδες!

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σῶ­τος Ντα­νᾶς. (Καρίτσα, 1950). Σπούδασε ἰταλικὴ φιλολογία. Ζεῖ στὸ Βόλο.


Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).


 

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).


Σοφία Νικολαΐδου: Τσαμπουκάς


Σοφία Νικολαΐδου

 

Τσαμ­που­κὰς

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ στάθηκε γιὰ τὴ Χα­ρὰ μοι­ραῖ­ος ἄν­τρας. Εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει κι ἄλ­λο­νε πρω­τύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­γά­πη χλια­ρή. Ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ καρ­δού­λα της κοι­μό­ταν στὰ σκο­τει­νά της σπλά­χνα ἡ­συ­χα­σμέ­νη. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της μπῆ­κε μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω στὴ ζω­ή της. Ζή­σα­νε ἕ­ξι χρό­νια σφο­δροῦ ἔ­ρω­τα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­παν νὰ μεί­νου­νε μα­ζί, νὰ δοῦν πῶς μοιά­ζει. Βρή­κα­νε σπί­τι. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­θα­ρί­ζει ἡ Χα­ρὰ μὲ ζέ­ση. Νοι­κο­κυ­ρὰ μα­νια­κή, πρώ­τη φο­ρὰ ξε­δί­πλω­νε τὴν πα­στρι­κιά της χά­ρη. Στὸ πα­τρι­κὸ ὣς τὰ τριά­ντα της ἔμ­παι­νε κι ἔ­βγαι­νε σὰν ξέ­νη, δί­χως πο­τέ της νὰ τι­νά­ξει ξε­σκο­νό­πα­νο, νὰ πλύ­νει ἕ­να βρα­κί, νε­ρὸ νὰ βρά­σει. Πή­ρα­νε καὶ τὰ ἔ­πι­πλα. Κρε­βά­τι κι ἕ­ναν κα­να­πέ. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀρ­χί­σα­νε οἱ φί­λες της νὰ τὴν κεν­τοῦν μὲ σπόν­τες. Ξώ­πε­τσα στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα χώ­να­νε στὸ κρέ­ας τὰ βε­λό­νια τους. Τὸν εἴ­δα­με τὸν Πα­να­γι­ώ­τη χθὲς μὲ κεί­νη τὴ μι­κρὴ ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μὰ τί ἔ­χεις πά­θει; Χά­ζε­ψες; Δὲ βλέ­πεις; Δὲν πί­στευ­ε κου­βέν­τα. Σχε­δί­α­ζε Χρι­στού­γεν­να κον­τά του. Δέν­τρο μὲ μπά­λες, φῶ­τα καὶ δω­ρά­κια, κά­λαν­τα στὸ σὶ-ντί, γα­λο­πού­λα μὲ κά­στα­να στὸ φοῦρ­νο. Βρά­δυ Νο­έμ­βρη, ἔ­τσι, δί­χως λό­γο, τὸ πιὸ πο­λὺ νὰ κά­νου­νε κου­βέν­τα, τὸν ρώ­τη­σε. Μα­σού­λα­γε φι­στί­κια ἀ­μί­λη­τος. Χέ­ρι στὴ φον­τα­νι­έ­ρα ἁ­πλω­μέ­νο, μοῦ­τρο σκυ­φτό, θαρ­ροῦ­σε θὰ πε­ρά­σει. Ἔ­γνε­φε ναὶ σὲ ὅ­λα. Τὸν ἄ­φη­σε, δὲ γί­νον­ταν ἀλ­λι­ῶς. Ἔλ­πι­ζε ὅ­μως καὶ πε­ρί­με­νε. Μά­θαι­νε πὼς αὐ­τὸς ἔ­κα­νε τὴ ζω­ή του. Φυ­ραί­να­νε τὰ ζου­με­ρὰ ψα­χνού­δια της μέ­ρα τὴ μέ­ρα, κύρ­τω­σε τὸ ψη­λὸ κορ­μί. Τώ­ρα περ­πά­τα­γε λο­ξὰ σὰν νὰ τὴν πλα­τσου­κώ­να­νε στὸν τοῖ­χο. Κλεί­στη­κε μέ­σα.

        Ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴ βρῆ­καν οἱ δι­κοί της στὸ κο­ρι­τσί­στι­κο κρε­βά­τι της, ξε­σα­λω­μέ­νη. Μπρού­μυ­τα, τὸ σῶ­μα φα­σκι­ω­μέ­νο στὰ σκε­πά­σμα­τα, ἔ­σπα­ζε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ σβερ­κά­κι της κι ὕ­στε­ρα στὸ στρῶ­μα τυ­ραν­νοῦ­σε τὸ μοῦ­τρο μὲ μα­νί­α. Ἄ­φρι­ζαν οἱ κραυ­γές της στὰ σεν­τό­νια, τὶς πλά­κω­νε ἐ­κεί­νη ἄ­λα­λη. Τὴν πή­ρα­νε μὲ τὸ κα­λό. Μὲ χά­δια ὅ­λο κι ἥ­συ­χες κου­βέν­τες, νὰ πα­ρα­χώ­σου­νε τὰ πά­θη της. Μό­νο ποῦ. Και­ρὸ δὲν ἄ­κου­γε κα­λὰ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­πρε­πε δυ­ὸ φο­ρὲς νὰ ποῦν τὸ ἴ­διο πρά­μα. Λὲς κι ἤ­τα­νε σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο.

        Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, κά­πνι­ζε στὴν κου­ζί­να ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Κα­πνὸς πο­λύς, ἀ­νά­σα λι­γο­στὴ μὲς στὰ πνε­μό­νια της. Κού­φιο κορ­μί, αὐ­το­κόλ­λη­το, ξε­θυ­μα­σμέ­νη κόλ­λα. Στὸ δι­ά­ο­λο, ἔ­κα­νε μιά. Κι ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο στὴν πα­λά­μη της. Τσί­ρι­ξε τὸ κα­μέ­νο κρέ­ας. Στὸν τοῖ­χο τὸ βα­ροῦ­σε νὰ σω­πά­σει. Εἶ­χε και­ρὸ ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νή της. Βρόν­τη­σε ἡ πόρ­τα πί­σω της. Βγῆ­κε ἔ­ξω, τσαμ­που­κα­λε­μέ­νη. Νὰ πά­ει στὰ ρου­χά­δι­κα τῆς γει­το­νιᾶς, νὰ ψω­νι­στεῖ. Βα­στοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λόλο­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999),  Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


Δημήτρης Καλοκύρης: Vita Brevis


Δημήτρης Καλοκύρης

 


Vita Brevis


Ὄν, off



Πηγή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001).

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

 

Εἰκόνα: Ars Longa, vita brevis (1900), πίνακας τοῦ Ralph Hedley στὸ South Shields Museum & Art Gallery. Συναφὲς θέμα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (1919) καὶ τὸ παρακάτω τοῦ Armand Rassenfosse: