Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


papathanasopoulosgiorgos-igorgonatoubounou-eikona-01


Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΠΟΥ ΤΡΙΑ ΜΙΛΙΑ ἀ­νοι­χτὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ στὸ Μπο­χώ­ρι στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Εὔ­η­νου, μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ νύ­χτα, ἕ­να τη­νια­κὸ Μπάρ­κο Μπέ­στια μὲ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτὰ θα­λασ­σό­λυ­κους πλή­ρω­μα καὶ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα κα­νό­νια, πλεύ­ρι­σε τὸ πει­ρα­τι­κὸ τὸ Σιρ­κου­ί, τὸ μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὶς κα­νο­νι­ὲς κι ἔ­ρι­ξε κά­βους στὴν πρύ­μνη μὲ γάν­τζους καὶ τὸ τρά­βη­ξε κον­τὰ καὶ πή­δη­ξαν ἀ­πά­νω οἱ νη­σι­ῶ­τες μὲ στι­λέ­τα καὶ τσε­κού­ρια κι ἔ­γι­νε τρο­με­ρὴ μά­χη σῶ­μα μὲ σῶ­μα μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς σκό­τω­σαν ὅ­λους, χά­νον­τας καὶ αὐ­τοὶ δε­κα­τρεῖς ἄν­τρες. Δύ­ο μό­νο σώ­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­τὲς ὁ Θα­νά­σης ἀ­πὸ τὸ Ὀ­ρει­νὸ τῶν Κρα­βά­ρων κι ὁ Χου­ὰν ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Καρ­θα­γέ­νη. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ τὸ πουγ­γὶ γε­μά­το χρυ­σὲς λί­ρες, ποὺ εἶ­χε ἐν­θυ­λα­κώ­σει ἀ­πὸ τοὺς κούρ­σους, κρε­μα­σμέ­νο στὸ σβέρ­κο, πρό­λα­βε κι ἔ­ρι­ξε μιὰ λάν­τζα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη τὴν κά­πως ἀ­θέ­α­τη καὶ σκο­τει­νὴ πλευ­ρὰ τοῦ Σιρ­κου­ί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἔ­γει­ρε νὰ βυ­θι­στεῖ καὶ γλί­στρη­σε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ κου­πιὰ ἔ­βα­λε πλώ­ρη γιὰ τὴν ἀ­κτή. Ὁ Χου­άν, ποὺ γιὰ νὰ σω­θεῖ σκαρ­φά­λω­σε στὸ κα­τάρ­τι, βού­τη­ξε ἀ­πὸ ψη­λὰ στὰ νε­ρά, κο­λύμ­πη­σε γρή­γο­ρα καὶ πι­ά­στη­κε μὲ τὸ δε­ξὶ στὴν πλευ­ρὰ τῆς βάρ­κας καὶ φώ­να­ξε «ayuda colega». Ὁ Θα­νά­σης σή­κω­σε ψη­λά το κου­πὶ καὶ τοῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν γαν­τζω­μέ­να στὸ ξύ­λο κι ἔ­μει­νε ὁ Χου­ὰν στὸ νε­ρὸ νὰ τὸν φά­νε τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. «Ἄ­ϊ στὸ δι­ά­ο­λο βρο­μό­σκυ­λο», εἶ­πε ὁ Θα­νά­σης κα­θὼς κα­τέ­βα­ζε μὲ δύ­να­μη τὸ κου­πί.

       Μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ τὰ κου­πιὰ βγῆ­κε στὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ δέλ­τα, ξε­θε­ω­μέ­νος, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα καὶ τὴ στέ­ρι­ω­σε στὴν ἄμ­μο κι ἔ­πε­σε ἀ­νά­σκε­λα καὶ κοι­μή­θη­κε. Βγῆ­καν τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα οἱ γορ­γό­νες κι ἔ­παι­ζαν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν με­λω­δι­κά, ἐ­κεῖ στὶς ξέ­ρες, ποὺ σμί­γουν τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ μὲ τ΄ ἁλ­μυ­ρὰ τῆς θά­λασ­σας καὶ ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης κι ἔ­δω­σε ἕ­να σάλ­το κι ἔ­πι­α­σε μιὰ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γορ­γό­να, ποὺ εἶ­χε πλη­σιά­σει στὰ ρη­χά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἔ­φευ­γαν τρο­μαγ­μέ­νες. Τῆς ἔ­δε­σε τὰ λε­πτά της τὰ χέ­ρια πί­σω καὶ τὴν κρά­τη­σε σὲ ὁ­μη­ρί­α. Αὐ­τὴ ἔ­κλα­ψε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει, ἀλ­λὰ ὁ Θα­νά­σης ἦ­ταν σκλη­ρὸς πει­ρα­τὴς καὶ δὲν τὴ λευ­τέ­ρω­σε.

       Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἔ­ρι­ξε τὴ γορ­γό­να στὴ λάν­τζα μπῆ­κε στὸ πο­τά­μι καὶ προ­χώ­ρη­σε κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, πέ­ρα­σε τὴ γέ­φυ­ρα Μπα­νιά, τὴν Πεί­να, τὸ Κα­ρέ­λι, τὸ το­ξω­τὸ γε­φύ­ρι τῆς Ἀρ­το­τί­βας κι ἔ­φτα­σε στὸ Βαλ­τσό­ρε­μα στὸ νε­ρό­μυ­λο. Ὁ μυ­λω­νὰς τὸν βο­ή­θη­σε νὰ δέ­σει τὴ βάρ­κα καὶ νὰ βγά­λει τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να ἔ­ξω. Τὸν φί­λε­ψε τὸ Θα­νά­ση ζε­στὸ ψω­μὶ καὶ τσί­που­ρο καὶ τοῦ ΄στρωσε, πα­ρέ­κει, ἕ­να ἀ­χυ­ρό­στρω­μα καὶ κοι­μή­θη­κε. Ὁ πο­νό­ψυ­χος ὁ μυ­λω­νὰς ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ κι ἄ­φη­σε τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να νὰ μπεῖ λί­γο στὸ νε­ρὸ στὴν κά­λα­νη τοῦ μύ­λου, ἀλ­λὰ τὸ στοι­χει­ὸ βρῆ­κε τὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κο­λύμ­πη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ ρεῦ­μα, βγῆ­κε στὴ δέ­ση καὶ μ΄ ἕ­ναν πῆ­δο χά­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης, ἔ­δει­ξε λί­γο πει­ραγ­μέ­νος, ποὺ δὲν βρῆ­κε τὴ γορ­γό­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δὲν ἔ­δω­σε συ­νέ­χεια. Ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ χω­ριό του τὸ Ὀ­ρει­νό, πρὸς τὰ βου­νὰ τὰ Κρα­βα­ρί­τι­κα, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν Καμ­πλά­κι καὶ τ΄ Ἀ­χλα­δό­κα­στρο. Στὸν μυ­λω­νὰ ἄ­φη­σε τὴ λάν­τζα κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­κα­ψε τὸ χει­μώ­να στὴ φω­τιὰ γιὰ συνὰ ζε­στα­θεῖ, για­τὶ δὲν εἶ­χε τί ἄλ­λο νὰ τὴν κά­νει. Ὁ Θα­νά­σης πῆ­γε στὸν Ἅ­ι Νι­κό­λα στὸ Ὀ­ρει­νὸ καὶ ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ὁ παπ­πᾶς τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε σὲ αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν καὶ με­τὰ τὴ νη­στεί­α τὸν με­τά­λα­βε καὶ συ­χω­ρέ­θη­καν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε λί­γες λί­ρες κουρ­σά­ρι­κες γιὰ τὸ να­ό. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ ἀ­λα­φρω­μέ­νη τὴ συ­νεί­δη­σή του πλέ­ον, ἔ­χτι­σε τὸ σπί­τι του κι ὁ λα­ϊ­κὸς τε­χνί­της, ποὺ κα­τὰ δαι­μο­νι­κὴ συ­νερ­γία ἦ­ταν γιὸς τοῦ μυ­λω­νᾶ, σκά­λι­σε στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ μιὰ μι­κρὴ γορ­γό­να ὁ­λό­λευ­κη μὲ ὡ­ραῖ­α γα­λά­ζια μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στοὺς λε­πτοὺς ὤ­μους, χέ­ρια σὲ κί­νη­ση χο­ροῦ στὸ νε­ρό, ὄ­μορ­φα καὶ σφρι­γη­λὰ νε­α­νι­κὰ στή­θη καὶ πτε­ρύ­για σὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ γα­λά­ζιου. Ὑ­πέ­γρα­ψε τὸ ἔρ­γο του μὲ κόκ­κι­νη μπο­γιά, χω­ρὶς νὰ δώ­σει κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἔμ­πνευ­σή του.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ πὼς βρέ­θη­κε ἡ γορ­γό­να στὸ Ὀ­ρει­νό, ἐ­κεῖ στὰ χί­λια μέ­τρα ψη­λὰ στὰ βου­νά. Καὶ συγ­χρό­νως εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ λα­ϊ­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη στοὺς ἔκ­πλη­κτους πα­ρα­θε­ρι­στὲς καὶ στοὺς δι­α­φό­ρους ἐ­ρω­τι­δεῖς κι αὐ­τό­κλη­τους κρι­τι­κούς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νίας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Δό­ξα τῷ Θε­ῷ!…]


07-kirschsarah-doksatotheo-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Δό­ξα τῷ Θε­!…]

[Gottlob!…]

 

01-DeltaΟΞΑ τῷ Θε­ῷ! Ξα­νὰ ἐ­δῶ. Χτὲς ἦ­ταν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μέ­ρα, ἀλ­λὰ σὲ μιὰ με­γά­λη πό­λη ὅ­λα λει­τουρ­γοῦν δι­α­στρο­φι­κά. Τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο εἶ­ναι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­κρου­στι­κό. Στὴν Unter den Linden*, ἂν πά­ει κα­νεὶς ἐ­κεῖ, κά­θε δι­α­κό­σια μέ­τρα ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το χτυ­πη­μέ­νο καὶ πα­ρα­τη­μέ­νο γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα στὴ με­σαί­α λω­ρί­δα. Μπο­ρεῖ κα­νέ­νας θαρ­ρα­λέ­ος νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐ­κεῖ νὰ δεῖ κά­τι τέ­τοι­ο ἐν τῇ γε­νέ­σει του. Μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα εἶ­δα τέσ­σε­ρα ἀ­τυ­χή­μα­τα. Ἡ ἀ­νά­γνω­ση στὸ Deutsches Theater (ἡ Christa Wolf: Τί ἄλ­λο θέ­λει τέ­λος πάν­των αὐ­τή; Ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ μπαί­νει στὸ Deutsches Theater!) ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Ἡ Elke** μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι μί­α κυ­ρί­α ἔ­χυ­νε δά­κρυ­α ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Τέ­τοι­ες πι­έ­νες γνω­ρί­ζουν μό­νο ἀ­να­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κὰ ἀμ­φί­βια. [51]


* Τὸ γνω­στὸ βου­λε­βάρ­το τοῦ Βε­ρο­λί­νου «Ὑ­πὸ τὰς φι­λύ­ρας», ὅ­πως ἀ­πο­δό­θη­κε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­μό­τι­τλο ρο­μάν­τσο τοῦ Ἀλ­φόν­σου Κάρ (Sous les Tilleuls, 1832). Μὲ τὸν ἴ­διο τί­τλο ποί­η­μα τοῦ γερ­μα­νοῦ ποι­η­τῆ τοῦ Με­σαί­ω­να Walther von der Vogelweide καὶ σπον­δυ­λω­τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα τῆς Christa Wolf (1969/1974).
** Ἡ γερ­μα­νί­δα ποι­ή­τρια Elke Elbe (1938).

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη μά­χη τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων…]


06-kirschsarah-timegalyterimachi-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη μά­χη τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων]

[Die größte Panzerschlacht…]


10-hΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων με­τὰ τὸν Β’ Παγ­κό­σμιο πό­λε­μο λέ­νε οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ ὅ­τι ἔ­χουν δώ­σει ἐ­ναν­τί­ον τῆς Φρου­ρᾶς τοῦ Χουσ­σε­ΐν. Ὑ­πὸ κα­ταρ­ρα­κτώ­δη βρο­χή. Σή­με­ρα πρέ­πει νὰ πε­ρά­σω στὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­νο­ή­τως εἶ­μαι πο­λὺ νω­ρὶς στὸ πό­δι, με­σά­νυ­χτα, καὶ τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πρέ­πει νὰ δι­α­βά­σω τὸ κεί­με­νο τοῦ Meister* στὴν Ἔκ­θε­ση-Πέ­τερ Βά­ϊς, εἶ­μαι ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη. Θὰ τὸ κοι­τά­ξω στὸ τραῖ­νο. Ἕ­να προ­σχέ­διο τοῦ «Ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τοὺς γο­νεῖς». Ἄχ, ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω ἀ­κού­σει τὴν κό­ρη μου. Νὰ μὴν ἐ­κτε­θῶ σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­πει­δὴ στὴν Ἑ­ται­ρεί­α-Πέ­τερ Βά­ϊς πρό­κει­ται γιὰ συ­νά­θροι­ση ἐ­πι­κίν­δυ­νων γιὰ μέ­να ὑ­πο­λειμ­μά­των ἀ­ρι­στε­ρῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀλ­λὰ βρί­σκο­μαι ἀ­κό­μη στὸ Τ.** Στὸ Τ. τί­πο­τε δὲν μὲ στε­νο­χω­ρεῖ. Πρέ­πει νὰ πά­ρω μα­ζί μου ἕ­ναν χάρ­τη τῆς πό­λης, ἔ­χω ξε­χά­σει τὶς πε­ρι­ο­χές. Τρά­βη­ξα ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή μας. Γρά­φει «Βε­ρο­λῖ­νο» ἐ­πά­νω, κα­τό­πιν «εἶ­ναι ὡ­στό­σο ἁ­πλῶς πρω­τεύ­ου­σα». Τῆς Γερ­μα­νι­κῆς Λα­ϊ­κῆς ΓΛΛΔ.*** Πρέ­πει νὰ κοι­τά­ξω ἕ­ναν ἄλ­λο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἕ­νας δι­α­λυ­μέ­νος χάρ­της. Ὁ Schumann ἀ­πο­ρεῖ ποὺ σκα­λί­ζω τὸ ρά­φι. Ἀ­γνο­εῖ τί ἦ­ταν κά­πο­τε γιὰ μέ­να τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Τώ­ρα εἶ­μαι μιὰ χω­ριά­τα ὅ­πως αὐ­τὸς καὶ εὐ­τυ­χὴς γι’ αὐ­τό. [49]


* Ἐν­νο­εῖ τὸν γερ­μα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Peter Weiss (1916-1982) καὶ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του ἀ­φή­γη­μα Abschied von den Eltern (1961).
** Tielenhemme.
*** Στὸ κεί­με­νο «DDDR». Ἂν δὲν με­τα­φέ­ρει τυ­πο­γρα­φι­κὸ σφάλ­μα τοῦ χάρ­τη ἢ δὲν εἰ­ρω­νεύ­ε­ται τὸν δη­μο­κρα­τι­κὸ/λα­ϊ­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμὸ τοῦ κρά­τους μὲ τὴν ἐμ­φα­τι­κὴ ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ «D», ἡ Kirsch παί­ζει μὲ τὰ ἀ­κρω­νύ­μια τῆς Λα­ϊ­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Γερ­μα­νί­ας (DDR) καὶ τοῦ νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας δι­πλο­ε­στια­κοῦ βη­μα­το­δό­τη «DDDR».

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).



		

	

Χριστόφορος Μηλιώνης: Στὴν Κατάρα

milionischristoforos-stinkatara-eikona-02


Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Στὴν Κα­τά­ρα


04-htta ΠΑΡΑΓΚΑ ΦΩΤΙΖΕΤΑΙ ἀ­πὸ ἕ­να λοὺξ κρε­μα­σμέ­νο στὸ δο­κά­ρι, ἕ­να λοὺξ μι­κρὸ ποὺ σι­γο­βρά­ζει καὶ ρί­χνει ὁ­λό­γυ­ρα ἕ­ναν κύ­κλο φω­τει­νό.

           — Δὲ θὰ κρα­τή­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, λέ­ει τὸ γκαρ­σό­νι κι ἀ­νε­βαί­νει σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ τὸ τρομ­πά­ρει.

           Τὸ φῶς γί­νε­ται πιὸ δυ­να­τό, ὁ ἦ­χος ὀ­ξύ­τε­ρος, κι ὁ φω­τει­νὸς κύ­κλος τα­λαν­τεύ­ε­ται μιὰ στὸ δά­πε­δο, μιὰ στὸν τοῖ­χο, ὥ­σπου νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει. Οἱ τοῖ­χοι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ χον­τρὸ ξύ­λο κα­στα­νιᾶς κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ξύ­λο εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος κι ὁ πάγ­κος καὶ τὰ ρά­φια πί­σω του. Τὸ γκαρ­σό­νι στέ­κε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια καὶ στὸν πάγ­κο, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἀγ­κῶ­νες, μὲ τὸ κε­φά­λι μέ­σα στὶς πα­λά­μες του. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ποὺ βρί­σκε­ται σ’ ἕ­να ρά­φι παί­ζει μιὰ ἁ­πα­λὴ νυ­χτε­ρι­νὴ μου­σι­κή, ποὺ ἀ­πο­κοι­μί­ζει.

           — Ὁ δρό­μος δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες, ἀ­να­κοι­νώ­νει μ’ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τὸ γκαρ­σό­νι.

           Στὴ μέ­ση, λί­γο πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­φέ­ρεια τοῦ φω­τει­νοῦ κύ­κλου, καί­ει μιὰ θερ­μά­στρα μὲ ξύ­λα. Ἡ τζα­μα­ρί­α δί­πλα στὸ ἀ­κρι­νὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι ἱ­δρω­μέ­νη, ὅ­μως ἀ­πὸ ἕ­να τζά­μι της ποὺ τό ‘­χουν κα­θα­ρί­σει μὲ τὸ χέ­ρι φαί­νον­ται ἔ­ξω ἀρ­κε­τὰ πράγ­μα­τα.

           Μπρο­στὰ-μπρο­στὰ μιὰ με­τάλ­λι­νη ὑ­ψο­με­τρι­κὴ πι­να­κί­δα στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς σι­δε­ρέ­νιου στύ­λου δεί­χνει ὑ­ψό­με­τρο 1.700 μέ­τρα. Στὴ βά­ση τοῦ στύ­λου εἶ­ναι σω­ρι­α­σμέ­νο πο­λὺ χι­ό­νι, ποὺ προ­έρ­χε­ται βέ­βαι­α ἀ­πὸ τὸ ξε­χιόνι­σμα τοῦ δρό­μου, ὅ­μως ὁ δρό­μος εἶ­ναι ἀ­κό­μα σκε­πα­σμέ­νος ἀ­πὸ ἕ­να στρῶ­μα χι­ο­νιοῦ πα­τη­μέ­νο ἀ­πὸ τρο­χούς, ἐ­νῶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά του οἱ ὄ­χτοι εἶ­ναι κά­που ἕ­να μέ­τρο ψη­λοί. Ὁ­λό­γυ­ρα ὅ­μως στὸ γυ­μνὸ ὀ­ρο­πέ­διο τὸ χι­ό­νι εἶ­ναι παρ­θέ­νο ὣς πέ­ρα στὸ βά­θος, ὅ­που δι­α­γρά­φε­ται ἀ­χνὰ ἡ λευ­κὴ φι­γού­ρα τοῦ βου­νοῦ. Τὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ λάμ­πει σ’ ὅ­λη τὴν κά­τα­σπρη γυ­μνὴ ἔ­κτα­ση, ὅ­μως τὸ ἴ­διο τὸ φεγ­γά­ρι δὲ φαί­νε­ται, για­τὶ τὸ κρύ­βει τὸ γεί­σω­μα τῆς στέ­γης.

           Στὸ ἀ­κρι­νὸ τρα­πέ­ζι, κον­τὰ στὴν τζα­μα­ρί­α, κά­θε­ται ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­ναι ἀ­ξού­ρι­στος πολ­λὲς μέ­ρες, ἔ­τσι ποὺ τὸ πρό­σω­πό του φαί­νε­ται σὰν νὰ κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ μαύ­ρη μά­σκα, ἐ­νῶ τὰ μα­κριὰ κι ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά του πέ­φτουν καὶ σκε­πά­ζουν τὸ μέ­τω­πο ὣς τὰ φρύ­δια. Κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα, ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴν εἴ­σο­δο, ἔ­τσι ποὺ θά ‘­λε­γες πὼς ὁ ἄν­θρω­πος προ­τι­μᾶ πιὸ πο­λὺ νὰ βλέ­πει πα­ρὰ νὰ τὸν βλέ­πουν. Δί­πλα του εἶ­ναι ἡ ἱ­δρω­μέ­νη τζα­μα­ρί­α μὲ τὸ κα­θα­ρι­σμέ­νο κομ­μά­τι, ἀ­π’ ὅ­που φαί­νε­ται τὸ χι­ο­νι­σμέ­νο ὀ­ρο­πέ­διο, ἡ ὑ­ψο­με­τρι­κὴ πι­να­κί­δα, ὁ δρό­μος μὲ τὶς ρο­δι­ές καὶ στὸ βά­θος, ἀ­χνά, ἡ φι­γού­ρα τοῦ βο­υνοῦ. Ἀ­κού­ον­ται κου­βέν­τες μπερ­δε­μέ­νες καὶ χά­χα­να, ἐ­νῶ κά­ποι­οι στα­μα­τοῦν κά­τω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Δὲν δι­α­κρί­νον­ται, για­τί στά­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­χνι­σμέ­νο τζά­μι, λί­γα μέ­τρα πιὸ πέ­ρα, ἀλ­λὰ πά­νω στὸ σω­ρὸ τοῦ χι­ο­νιοῦ ποὺ βρί­σκε­ται στὴ ρί­ζα τοῦ σι­δε­ρέ­νιου στύ­λου τῆς πι­να­κί­δας τι­νά­ζον­ται δυ­ὸ κι­τρι­νω­πὰ ὑ­δά­τι­να τό­ξα καὶ τὸ χι­ό­νι ἐ­κεῖ γί­νε­ται κί­τρι­νο. Ὕ­στε­ρα ἀ­κού­ον­ται πά­λι χά­χα­να, βη­μα­τι­σμοὶ καὶ χτυ­πή­μα­τα πα­που­τσι­ῶν ποὺ ξε­χιονί­ζον­ται στὴν εἴ­σο­δο.

           Μπαί­νουν δυ­ὸ ἄν­τρες ψη­λοί, γε­ρο­δε­μέ­νοι, ντυ­μέ­νοι μὲ μο­νο­κόμ­μα­τες φόρ­μες ἀ­πὸ χον­τρὸ πρά­σι­νο κα­ρα­βό­πα­νο. Οἱ με­γά­λοι λε­κέ­δες ἀ­πὸ μη­χανό­λα­δο δεί­χνουν πὼς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὁ­δη­γοὶ φορ­τη­γῶν ἢ ἴ­σως χει­ρι­στὲς στὶς μπουλ­ντό­ζες ποὺ κά­νουν τὸ ξε­χι­ό­νι­σμα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ πρό­σω­πά τους εἶ­ναι ρυ­τι­δω­μέ­να καὶ ψη­μέ­να ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά. Ὁ ἕ­νας τρα­βά­ει στὸ ρά­φι μὲ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ στρί­βει τὸ κουμ­πί. Ἀ­κού­ον­ται στὴν ἀρ­χὴ πα­ρά­σι­τα μα­ζὶ μὲ τὸ τέ­λος μιᾶς φρά­σης —«ὁ και­ρὸς ἐ­πι­δει­νοῦ­ται»—, ὕ­στε­ρα μιὰ ἁ­πα­λὴ μου­σι­κὴ ποὺ να­νου­ρί­ζει καὶ τέ­λος στα­μα­τά­ει. Οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες στέ­κον­ται γιὰ λί­γο ὄρ­θιοι μπρο­στὰ στὴ σόμ­πα, τρί­βουν τὰ χέ­ρια τους πά­νω ἀ­πὸ τὸ σκέ­πα­σμα, τρα­βοῦν τὰ φερ­μου­ὰρ ἀ­π’ τὸ λαι­μὸ ὣς τὴ μέ­ση καὶ κα­θὼς οἱ φόρ­μες τους ἀ­νοί­γουν, φαί­νον­ται στὸ στῆ­θος οἱ χον­τρὲς προ­βι­ὲς ποὺ φο­ροῦν ἀ­πὸ μέ­σα.

           Τὸ λοὺξ σι­γο­βρά­ζει καὶ τὸ φῶς του χα­μη­λώ­νει. Τὸ γκαρ­σό­νι ἀ­νε­βαί­νει σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ τὸ τρομ­πά­ρει.

           — Δὲ θὰ κρα­τή­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, λέ­ει κι ὕ­στε­ρα πη­γαί­νει καὶ στέ­κε­ται ὄρ­θιο πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο του κι ἀ­κουμ­πά­ει στοὺς ἀγ­κῶ­νες μὲ τὸ κε­φά­λι μέ­σα στὶς πα­λά­μες. Τὸ φῶς γί­νε­ται πιὸ δυ­να­τό, ὁ ἦ­χος ὀ­ξύ­τε­ρος, κι ἕ­νας φω­τει­νὸς κύ­κλος τα­λαν­τεύ­ε­ται, μιὰ στὸ δά­πε­δο, μιὰ στὸν ξύ­λι­νο τοῖ­χο ὥ­σπου ἰ­σορ­ρο­πεῖ.

           — Θὰ ἡ­συ­χά­σου­με.

           — Για­τί νὰ παι­δευ­ό­μα­στε ἄ­δι­κα; λέ­νε οἱ δυ­ὸ χει­ρι­στές, ἐ­νῶ τὸ γκαρ­σό­νι ἀ­να­κοι­νώ­νει ἐ­πί­ση­μα:

           — Ὁ δρό­μος δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες.

           Ὁ ἕ­νας ψά­χνει σὲ μιὰ γω­νιά, βρί­σκει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ξύ­λο, κι ὁ ἄλ­λος ἀ­νοί­γει τὸ κα­πά­κι τῆς θερ­μά­στρας. Με­ρι­κὲς σπί­θες μα­ζὶ μὲ στά­χτες καὶ κα­πνοὺς τι­νά­ζον­ται γιὰ λί­γο, ὥ­σπου νὰ ξα­να­κλεί­σει τὸ κα­πά­κι.

           Ἀ­π’ τὸ κα­θα­ρι­σμέ­νο κομ­μά­τι τῆς τζα­μα­ρί­ας φαί­νε­ται ἡ ὑ­ψο­με­τρι­κὴ πι­να­κί­δα, ποὺ δεί­χνει 1.700 μέ­τρα καὶ στὴ βά­ση της ὁ σω­ρὸς τὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο χι­ό­νι. Ὁ­λό­γυ­ρα εἶ­ναι τὸ γυ­μνὸ ὀ­ρο­πέ­διο καὶ πά­νω στὴ λευ­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χουν με­γά­λες κη­λί­δες, ἀλ­λοῦ πιὸ σκοῦ­ρες, ἀλ­λοῦ πιὸ φω­τει­νές, ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. Μὰ τὸ φεγ­γά­ρι τὸ ἴ­διο δὲ φαί­νε­ται, για­τί τὸ κρύ­βει τὸ γεί­σω­μα τῆς στέ­γης.

           Πέ­ρα στὸ βά­θος, ὅ­που δι­α­κρί­νον­ται ἡ φι­γού­ρα τοῦ βου­νοῦ, τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ ἕ­να γκρι­ζό­λευ­κο πα­ρα­πέ­τα­σμα ποὺ πέ­φτει κά­θε­τα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου ση­κώ­νει στὸ πέ­ρα­σμά της μι­κροὺς στρο­βί­λους ἀ­πὸ ψι­λό­χι­ο­νο κι ἔρ­χε­ται καὶ σπά­ζει πά­νω στὴν τζα­μα­ρί­α ποὺ τρί­ζει.

           — Ὅ­που καὶ νά ‘­ναι θὰ ξε­σπά­σει και­νού­ρια χι­ο­νο­θύ­ελ­λα κι ἔ­τσι θὰ ἡ­συ­χά­σου­με.

           — Πᾶ­με γιὰ ὕ­πνο, για­τί ἡ θερ­μά­στρα σβή­νει, λέ­νε οἱ δυ­ὸ χει­ρι­στές, κι ἔ­τσι ποὺ κι­νοῦν­ται ἀρ­γά, ὀγ­κώ­δεις, μὲ τὶς προ­βι­ὲς στὰ στή­θια, μοιά­ζουν μὲ ἀρ­κοῦ­δες ποὺ πη­γαί­νουν γιὰ χει­με­ρί­α νάρ­κη. Ἀ­νοί­γουν μιὰ πορ­τού­λα στ’ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ πάγ­κου καὶ βγαί­νουν σ’ ἕ­να μι­κρὸ δω­μά­τιο ἢ ἀ­πο­θή­κη, ποὺ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ μέ­σα.

           Στὴν πα­ράγ­κα ἀ­πο­μέ­νει τώ­ρα μο­νά­χα ὁ ἄν­τρας ποὺ κά­θε­ται δί­πλα στὴν τζα­μα­ρί­α, μὲ τ’ ἀ­ξού­ρι­στο πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιὰ νὰ τοῦ πέ­φτουν ὡς τὰ φρύ­δια.

           — Ἐ­δῶ τὸ λέ­νε Κα­τά­ρα, μο­νο­λο­γεῖ τὸ γκαρ­σό­νι. Κα­τά­ρα, ξα­να­λέ­ει κι ἀ­νε­βαί­νει στὴν κα­ρέ­κλα, γιὰ νὰ τρομ­πά­ρει τὸ λούξ, ποὺ σι­γο­βρά­ζει καὶ τὸ φῶς του πέ­φτει. Ὁ φω­τει­νὸς κύ­κλος ἀρ­χί­ζει πά­λι νὰ τρε­κλί­ζει, μι­σὸς στὸ πά­τω­μα μι­σὸς στὸν τοῖ­χο, μὰ ξαφ­νι­κά τὸ φῶς σβή­νει κι ἀ­πο­μέ­νει μο­νά­χα με­ρι­κὰ δευ­τε­ρόλε­φτα τὸ πυ­ρα­κτω­μέ­νο σα­κου­λά­κι ἀ­πὸ ἀ­μί­αν­το, πυ­ρο­κὸκκι­νο μὲς στὸ σκο­τά­δι, ὥ­σπου σι­γὰ σι­γὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κι αὐ­τό.

           Γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σκο­τά­δι εἶ­ναι πη­χτό. Ὕ­στε­ρα ἡ ἀν­ταύ­γεια τοῦ χι­ο­νιοῦ ἀρ­χί­ζει νὰ φιλ­τρά­ρε­ται με­σ’ ἀ­π’ τὰ τζά­μια καὶ δι­α­κρί­νε­ται ἀ­χνὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ γκαρ­σο­νιοῦ ποὺ μουρ­μου­ρί­ζει καὶ χά­νε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ πορ­τού­λα, στ’ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ πάγ­κου.

           Ὅ­ταν πιὰ ἡ ὁ­ρα­τό­τη­τα στα­θε­ρο­ποι­εῖ­ται, μιὰ ὁ­ρα­τό­τη­τα ποὺ μό­λις ἐ­πι­τρέ­πει νὰ δι­α­γρά­φε­ται σὲ πο­λὺ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὸ σχῆ­μα τῶν πραγ­μά­των, τῆς σόμ­πας, τοῦ πάγ­κου, τῶν ρα­φι­ῶν, στὴν πα­ράγ­κα ἡ ἡ­συ­χί­α εἶ­ναι βα­θιὰ κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ με­γά­λη. Ἡ πα­γω­νιὰ ἀρ­χί­ζει νὰ φιλ­τρά­ρε­ται κι αὐ­τὴ με­σ’ ἀ­π’ τὴν τζα­μα­ρί­α μα­ζὶ μὲ τὴν ἀν­ταύ­γεια τοῦ χι­ο­νιοῦ. Ὕ­στε­ρα μιὰ και­νού­ρια ρι­πὴ ἀ­νέ­μου τραν­τά­ζει σύ­ξυ­λη τὴν πα­ράγ­κα. Εἶ­ναι μιὰ ρι­πὴ ποὺ δὲν στα­μα­τά­ει μὰ σφυ­ρί­ζει ἀ­τέ­λει­ω­τα, κά­λυ­ψε ὁ­λό­τε­λα μὲ χι­ό­νι τὴν τζα­μα­ρί­α καὶ φυ­σά­ει τὴν πα­γω­νιὰ ἀ­π’ ὅ­λες τὶς πλευ­ρές.

           Σὲ λί­γο εἶ­τε μέ­σα εἶτε ἔ­ξω δὲν θὰ δι­α­φέ­ρει καὶ πο­λύ. Ἐ­δῶ τὸ λέ­νε Κα­τά­ρα.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Ε’, (ἐκ­δ. Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1990). (Ἀ­πὸ Τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Δο­κι­μα­σί­ας, ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1978.)


Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος
 (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).