Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Πά­χνη ξα­νὰ στὰ λει­βά­δια…]


Three years after the Chernobyl accident, on Sept. 15, 1989, dolls are stacked on empty beds in a kindergarten of Pripyat after people were evacuated from the town 5 km from the Chernobyl nuclear power plant in Ukraine. On April 26, 1986, an accident at the Chernobyl nuclear power plant became one of the largest ecological catastrophes ever. Pripyat was a young town with many children--the average age of the population was 26 years old.

Three years after the Chernobyl accident, on Sept. 15, 1989, dolls are stacked on empty beds in a kindergarten of Pripyat after people were evacuated from the town 5 km from the Chernobyl nuclear power plant in Ukraine. On April 26, 1986, an accident at the Chernobyl nuclear power plant became one of the largest ecological catastrophes ever. Pripyat was a young town with many children–the average age of the population was 26 years old.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Πά­χνη ξα­νὰ στὰ λει­βά­δια]

[Wieder Reif auf den Wiesen…]


02-PiΑΧΝΗ ξα­νὰ στὰ λει­βά­δια. Τί κα­κὸ μ’ αὐ­τὴ τὴν Ἄ­νοι­ξη! Σφα­γὲς παν­τοῦ. Αὔ­ριο ἡ Ἡ­μέ­ρα Τσερ­νόμ­πιλ. Πε­θαί­νουν ἐ­κεῖ σὰν τὶς μύ­γες. Μό­λις ποὺ προ­λα­βαί­νει νὰ μυ­η­θεῖ κα­νεὶς ἐγ­καί­ρως. Στὸ με­τα­ξύ, τη­λε­ο­πτι­κὲς εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ γυ­μνω­μέ­να χω­ριά. Δὲν εἶ­ναι πο­τὲ ἀρ­κε­τὰ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πω. Ἡ ἐ­σπευ­σμέ­νη ἐκ­κέ­νω­ση φέρ­νει μιὰ μα­γεί­α μα­ζί της. Ἐν­τύ­πω­ση Μα­γε­μέ­νης Βα­σι­λο­πού­λας. Τὰ ροῦ­χα κρέ­μον­ται βρεγ­μέ­να πά­νω ἀ­πὸ τὴ σκά­φη. Τὰ γυ­ά­λι­να δο­χεῖ­α βαλ­μέ­να στὴ σα­νί­δα τοῦ φρά­χτη γιὰ στέ­γνω­μα, ἥ­λιος στὰ πα­ρά­θυ­ρα μὲ τὰ γα­λα­νὰ κου­φώ­μα­τα. Πα­ρά­λο­γη αἰ­σθη­τι­κή, ὅ­πως τὴν δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἢ με­ρι­κοὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι ἐ­πι­στρέ­φουν κρυ­φὰ στὰ μο­λυ­σμέ­να ἀ­πὸ ρα­δι­ε­νέρ­γεια χω­ριά τους. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ ἦ­ταν τὸ σχο­λεῖ­ο. Ὁ ἄ­νε­μος ξε­φυλ­λί­ζει ἀλ­φα­βη­τά­ρια. Παι­δι­κὲς ζω­γρα­φι­ὲς γιὰ τὴν Ἄ­νοι­ξη στοὺς τοί­χους. Τὰ παι­διὰ ἔ­χουν μό­λις ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν τά­ξη. Με­γά­λο δι­ά­λειμ­μα. Πομ­πη­ΐ­α. Ἡ πε­ρι­ο­χὴ θὰ εἶ­ναι πά­λι κα­τοι­κή­σι­μη τὸ νω­ρί­τε­ρο με­τὰ ἀ­πὸ τρι­α­κό­σια χρό­νια. Τὰ πλοῖ­α ἐ­κεῖ στὰ πο­τά­μια εἶ­ναι σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ μο­λυ­σμέ­να ποὺ ἡ ρα­δι­ε­νέρ­γεια τοῦ νε­ροῦ δια­ρκῶς αὐ­ξά­νε­ται. Ἀ­θό­ρυ­βες πε­ρι­ο­χὲς ἐ­κεῖ. Τὰ φυλ­λο­βό­λα δέν­τρα νε­κρά, τὰ κω­νο­φό­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, ἀ­πί­θα­να πρά­σι­να. Ὅ­λα Science-Fiction-Προ­γράμ­μα­τα. [56]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: