Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ἦ­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη…]


04-kirschsarah-itanmalista-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ­νά­γνω­σης τὴν ­νοι­ξη]

[Ja es gab sie die Lesereise im Frühjahr…]


03-HttaΤΑΝ μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δέ­σπο­ζαν ἕ­να που­λὶ καὶ πόρ­τες ἀ­νοι­χτές. Κά­θε βρά­δυ, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θέ­ση, καὶ ἄλ­λα που­λιά, ἄλ­λες πόρ­τες ἀ­νοι­χτές, καὶ μα­ζὶ τὸ δι­κό μου ποί­η­μα γιὰ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χή, τὸ ἀν­τί­στοι­χο που­λί, τὴν πόρ­τα ποὺ χτυ­πᾶ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ πό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἦ­ταν κά­θε ποὺ συ­νέ­πι­πταν τὸ ποί­η­μα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα αὐ­τὸ τὸ κεί­με­νο δυ­να­τά, μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως ἕ­να εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή μου ὅ­πως μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ τὴν ἀ­κού­ω στὸν χῶ­ρο αὐ­τὸ τοῦ σή­με­ρα, ἄ­κου­γα τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χὴ ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τὸ κο­τσύ­φι, καὶ ἡ πόρ­τα, ἡ πραγ­μα­τι­κὰ δι­α­θέ­σι­μη, ἡ πρὸς τὰ ἔ­ξω ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, χτύ­πη­σε στὴ θέ­ση τῆς πόρ­τας ποὺ χτυ­ποῦ­σε ‘δῶ κι ἐ­κεῖ κι ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα γιὰ τὸ κοι­νό, γιὰ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, καὶ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ τρα­βή­ξω ὅ­σο κρα­τοῦ­σε ἡ σύν­δε­ση μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο, ἡ πόρ­τα ἡ ὄν­τως ἀ­νοι­χτὴ χτυ­πών­τας ’­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ τὸ κο­τσύ­φι ἢ ὁ τρυ­πο­φρά­κτης ἡ τουρ­λί­δα καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μοῦ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­γα­πη­τό. [24-25]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: