Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ ποί­η­ση


02-buzzati-ipoiisi-mtf-apotaitalikap-fournarisl657-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ ποί­η­ση

(La poesia)


06-sΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ τῆς θα­λα­μη­γοῦ του, ὁ Τζόρ­τζιο Κάμ, ἰ­δι­ο­κτή­της με­ταλ­λεί­ων, εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ σώ­σει ἕ­ναν νε­α­ρὸ ποὺ πά­λευ­ε μὲ τὰ κύ­μα­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας νε­α­ρού­λης ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς, ποὺ προ­έ­κυ­ψε ὅ­τι ἦ­ταν καὶ παι­δὶ τοῦ Θε­οῦ. Αὐτὸς, ἐ­πει­δὴ τοῦ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος, ἔ­στει­λε νὰ τὸν φω­νά­ξουν καὶ τὸν ρώ­τη­σε τί ἀν­τα­μοι­βὴ θὰ ἤ­θε­λε.

       «Αἰ­σθά­νο­μαι εὐ­γνώ­μων», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της με­ταλ­λεί­ων, «ἀλ­λά, για­τί μοῦ κά­νεις αὐ­τὴ τὴν προ­σφο­ρὰ μὲ τό­σο ἐ­πι­τι­μη­τι­κὸ τρό­πο;»

       «Στὴ θέ­α πλου­σί­ων τοῦ εἴ­δους σου χα­λι­έ­μαι λί­γο, ἀλ­λὰ μὴ δί­νεις ση­μα­σί­α· ὅ­λοι ἔ­χου­με τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες μας. Πές μου κα­λύ­τε­ρα μιὰ ἐ­πι­θυ­μί­α σου. Ὅ­σο δύ­σκο­λος κι ἂν εἶ­μαι, θὰ κά­νω ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ρῶ.»

       Ὁ Κάμ, ποὺ περ­νι­ό­ταν γιὰ δι­α­νο­ού­με­νος καὶ προ­σκα­λοῦ­σε συ­χνὰ στὶς δε­ξι­ώ­σεις του φι­λο­σό­φους, συγ­γρα­φεῖς, ζω­γρά­φους, μου­σι­κούς, θέ­λη­σε νὰ κά­νει κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση:

       «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μοῦ κά­νεις δῶ­ρο τὴν ποί­η­ση.»

       «Τί εἴ­δους ποί­η­ση;»

       «Τὴν ποί­η­ση τοῦ Γου­όλ­τερ Τριμ­πο­λάν­τι.» Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ εἶ­χε ἀ­κού­σει νὰ μι­λοῦν πο­λὺ γι΄ αὐ­τὸν τὸ νε­α­ρὸ ποι­η­τή, κι ὁ ἴ­διος τὸν εἶ­χε δι­α­βά­σει, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα.

       «Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα», εἶ­πε ὁ Θε­ός. «Τὰ ποι­ή­μα­τα τοῦ Τριμ­πο­λάν­τι που­λι­οῦν­ται σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α· ἂν θυ­μᾶ­μαι κα­λά, γιὰ χί­λι­ες πεν­τα­κό­σι­ες λί­ρες τὸ ἕ­να.»

       «Δὲν ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τό. Θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα νὰ μοῦ χα­ρί­σεις τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ ὁ­ρι­σμέ­νοι φί­λοι μου ὁρ­κί­ζον­ται ὅ­τι ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς στί­χους, καὶ ποὺ ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα μά­ται­α ν΄ἀ­πο­κτή­σω.»

       Ὁ Θε­ὸς κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του: «Δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τὰ γιὰ σέ­να, πί­στε­ψέ με. Ἄλ­λο δῶ­ρο θὰ σοῦ ταί­ρια­ζε.»

       «Τί ἄλ­λο νὰ ζη­τή­σω;» ἀ­πάν­τη­σε ὁ με­γι­στά­νας. «Ὅ­λα τὰ ἄλ­λα τὰ ἔ­χω ἤ­δη. Μό­νο ἡ ποί­η­ση μοῦ λεί­πει.»

       «Ἀ­φοῦ ἐ­πι­μέ­νεις», εἶ­πε ὁ παν­το­δύ­να­μος, «θὰ σὲ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω μὲ αὐ­τήν». Κι ἔ­βγα­λε ἀπ΄τὸν μαν­δύ­α του ἕ­να μι­κρὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γα­λα­νὸ χαρ­τὶ καὶ δε­μέ­νο μὲ μιὰ χρυ­σα­φιὰ κορ­δέ­λα. «Ἐ­δῶ μέ­σα εἶ­ναι ἡ ποί­η­ση ποὺ ἐ­πι­θυ­μεῖς. Ἀλ­λὰ μὴ στε­νο­χω­ρη­θεῖς, ἂν δὲν μπο­ρέ­σεις νὰ βρεῖς τὸ εὐ­ερ­γέ­τη­μα ποὺ πε­ρι­μέ­νεις.»

       Ὁ Κάμ, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε πρῶ­τα μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, ἔ­φυ­γε μὲ τὸ πα­κέ­το του ποὺ ἦ­ταν τό­σο ἐ­λα­φρὺ σὰν νὰ ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ἀ­νέ­βη­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ πῆ­ρε τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο του δρό­μο. Λό­γῳ τῆς θε­ϊ­κῆς πρό­σκλη­σης εἶ­χε ἀ­να­βάλ­λει πολ­λὲς ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις μπῆ­κε στὸ γρα­φεῖ­ο του, ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἦρ­θε βι­α­στι­κὰ ὁ γραμ­μα­τέ­ας κρα­τών­τας μιὰ στοί­βα ἀ­πὸ ἔγ­γρα­φα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὸν πλη­ρο­φό­ρη­σαν γιὰ μιὰ κα­το­λί­σθη­ση στὸ φρε­ά­τιο νού­με­ρο 27 – ὅ­που θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ σπεύ­σει ἀ­μέ­σως γιὰ νὰ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Ἀ­πὸ κεῖ, στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς 1, ἐ­δῶ καὶ μιὰ ὥ­ρα, πε­ρί­με­νε ὁ Θάν­τε­ους Φαν­τού­σκα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα γιὰ νὰ τοῦ ὑ­πο­βάλ­λει ἕ­να σχέ­διο γιὰ συγ­χώ­νευ­ση ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς 2 ἔ­τρε­με ἀ­πὸ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α ἄλ­λος ἕ­νας ἀ­να­στα­τω­μέ­νος ἄν­θρω­πος: Ὁ Μομ­πί­λιο Σα­τούρπ —πλη­ρε­ξού­σιος των συν­δι­κα­λι­στι­κῶν ὀρ­γά­νων—, καὶ στὸν δερ­μά­τι­νο χαρ­το­φύ­λα­κά του ὑ­πῆρ­χαν ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν νὰ κά­νουν μὲ τὸ ξέ­σπα­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της, πεν­τα­ε­τοῦς ἀ­περ­γί­ας.

       Ἔ­τσι ὁ Κάμ, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­χω­σε τὸ πα­κέ­το μὲ τὴν ποί­η­ση σ΄ἕ­να συρ­τά­ρι τοῦ γρα­φεί­ου του, ἀ­φέ­θη­κε νὰ πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὴ τρο­με­ρὴ κα­ται­γί­δα ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε προ­κα­λέ­σει τὴν ἡ­μέ­ρα πού, ὄν­τας φτω­χὸς με­ταλ­λω­ρύ­χος, εἶ­χε ἐ­ξο­ρύ­ξει ἀ­πὸ τὴ βα­θιὰ γῆ ἕ­να τε­ρά­στιο δι­α­μάν­τι.

       Οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις οἱ συ­ζη­τή­σεις τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα οἱ συ­ναν­τή­σεις οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις οἱ συ­νο­μι­λί­ες τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου στὸ ἄλ­λο οἱ δε­ξι­ώ­σεις τὰ συμ­βό­λαι­α τὰ ραν­τε­βοὺ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα οἱ συ­ναν­τή­σεις τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα ὁ­λο­έ­να αὐ­ξά­νον­ται καὶ μπάνγκ! ξαφ­νι­κὰ τὸν ξα­να­βρί­σκου­με στὸ προ­ε­δρι­κό του γρα­φεῖ­ο: ἀ­σπρο­μάλ­λης καὶ κου­ρα­σμέ­νος κοι­τά­ει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Για­τὶ σή­με­ρα αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας τοῦ πλα­νη­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος· ὡ­στό­σο ἀ­να­στε­νά­ζει βα­θιὰ σὰν νὰ ἦ­ταν (συγ­χω­ρέ­στε μέ!): δυ­στυ­χι­σμέ­νος. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς ποί­η­σης, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πα­σχο­λή­σει τὸ μυα­λό του, δὲν ἔ­χει μεί­νει οὔ­τε ἡ πιὸ ἀ­μυ­δρὴ ἀ­νά­μνη­ση…

       Τό­τε, ψά­χνον­τας ἕ­να ἐ­νερ­γεια­κὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κο χά­πι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀ­νοί­γει τὸ δεύ­τε­ρο συρ­τά­ρι δε­ξιά. Τὸ χέ­ρι του συ­ναν­τᾶ κά­τι: ἕ­να πα­κέ­το· εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ σκο­νι­σμέ­νο, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γα­λά­ζιο χαρ­τί. Τὸ ζυ­γιά­ζει στὸ δε­ξί του χέ­ρι —δι­στα­χτι­κός— καὶ δὲν βρί­σκει στὰ ἐγ­κε­φα­λι­κά του ἀγ­γεῖ­α τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­να­φο­ρὰ γι΄ αὐ­τό. Κα­τα­λή­γει: «Ποιός ξέ­ρει ποι­ός ἔ­χω­σε αὐ­τὸ τὸ σκου­πί­δι ἐ­δῶ μέ­σα;» Καὶ τὸ ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει στὸ κα­λά­θι τῶν ἀ­χρή­στων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια»

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: