Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Τὸ κέρασμα


banargiotisaleksandros-tokerasma-eikona-05


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Τὸ κέ­ρα­σμα


k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ σὲ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο μπάρ. Πα­ρήγ­γει­λαν ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. Ἤ­πιαν ἀρ­κε­τὰ καὶ κου­βέν­τια­σαν. Ἦ­ταν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός. Κά­τι μέ­σα του τὸν κρα­τοῦ­σε. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸν ἄγ­γι­ξε στὸ γό­να­το μὲ τὸ γό­να­τό της καὶ καρ­φώ­νον­τας μὲ τὸ μα­χαί­ρι ἕ­να κομ­μά­τι μῆ­λο τοῦ τὸ πρό­σφε­ρε μὲ νό­η­μα. Ἐ­κεῖ­νος τὸ δάγ­κω­σε, τὸ μα­χαί­ρι ἔ­μει­νε γυ­μνὸ κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


 

Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κύριος και ἡ κυρία Δοτική

panagiotopouloudimitra-okyrioskaiikyriadotiki-eikona-01 


Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου


Ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κὴ


01-thitaΑ ΗΤΑΝ ἕ­να ὄ­μορ­φο ζευ­γά­ρι σί­γου­ρα, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κή. Θὰ ζοῦ­σαν σ’ ἕ­ναν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο στὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη. Θ’ ἀ­σφά­λι­ζαν μὲ σι­δε­ρέ­νιο κλει­δὶ τὴ μυ­στι­κὴ πορ­τού­λα ποὺ θὰ ἕ­νω­νε τὰ δω­μά­τιά τους. Στὸ χώ­ρι­σμα ἐ­κεί­νη θὰ στοί­βα­ζε ὅ­λα τα βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­σε τὰ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος θὰ στρί­μω­χνε ἀ­π’ τὴ με­ριά του στὸ πέ­ρα­σμα τῆς μυ­στι­κῆς τους ἕ­νω­σης ὅ­λες τὶς γλά­στρες του μὲ ἀ­ρω­μα­τι­κὰ φυ­τά. Θὰ ἀ­γα­ποῦ­σαν κι δυ­ὸ τοὺς μο­να­χι­κοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ ἄλ­ση μὲ λεῦ­κες, τὶς πτώ­σεις μὲ ἀ­λε­ξί­πτω­το στὰ πα­γω­μέ­να νε­ρὰ τῆς Βαλ­τι­κῆς καὶ τὶς ἄλ­λες πτώ­σεις, ὅ­ταν τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ κα­τρα­κυ­λᾶ μέ­χρι ποὺ γί­νε­ται ἀν­τί­λα­λος σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι· τό­τε ποὺ σὲ τρο­μά­ζει ἡ φω­νή σου ὅ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη μέ­ρα τοῦ χει­μώ­να σκύ­βεις γιὰ λί­γο νὰ κα­θρε­φτι­στεῖς στὰ σκο­τει­νὰ νε­ρά του. Θὰ τοῦ ‘στέλ­νε αὐ­τὴ τὸ πιὸ χον­τρό, τὸ πιὸ κα­λο­ψη­μέ­νο στρα­γά­λι νὰ τὸν ξυ­πνᾶ στὸν ὕ­πνο του τὰ βρά­δια. Θὰ τῆς ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος τὰ πιὸ ἀ­πί­θα­να ὀ­νό­μα­τα νὰ τὴ φω­νά­ζει, Που­έ­λα καὶ Ἀ­μά­τα, ὅ­λα σὲ πλά­για πτώ­ση, ἀ­πὸ ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ καὶ κά­τω. Θὰ εἶ­χαν πέν­τε γά­τες, ἀ­πὸ δύ­ο ὁ κα­θέ­νας, ἡ πέμ­πτη θὰ ἦ­ταν κα­νε­λὶ καὶ  θὰ τό ’­χε σκά­σει ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τους τὴ νύ­χτα ποὺ θὰ γι­όρ­τα­ζαν τὰ δι­α­κο­σι­ο­στὰ γε­νέ­θλιά τους. Κά­θε πρω­ὶ ἐ­κεῖ­νος θὰ τῆς ἔ­στελ­νε τὸν Τρο­φαν­τό του νὰ τὴν ξυ­πνή­σει στοὺς μέλ­λον­τες τῶν πιὸ ἀρ­χαί­ων γλωσ­σῶν μὲ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα κι ἐ­κεί­νη θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε ἀ­πὸ τὸ ρα­διό­φω­νο τὰ πιὸ ὀ­νει­ρο­πό­λα φάν­τος. Ὅ­μως ἡ βε­λο­νιὰ τσίμ­πη­σε ἀλ­λοῦ στὴν ἐ­τα­μὶν κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­παιρ­νε κά­θε πρω­ὶ τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ Κη­φι­σιά, ἔ­παι­ζε τζό­κερ πάν­τα τοὺς ἴ­διους ἀ­ριθ­μούς, ἔ­τρι­βε τὸ μέ­τω­πο ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ ὅ­ταν πή­γαι­νε τὸ κα­λο­καί­ρι στὴ Σκο­τί­να φο­ροῦ­σε ἐμ­πρι­μὲ βερ­μοῦ­δες κι ἔ­λυ­νε σουν­τό­κου, ἐ­νῶ οἱ γιοὶ του ψά­ρευ­αν στὰ ἀ­βα­θῆ μὲ πε­το­νιὰ σα­κοῦ­λες καὶ κομ­μέ­νες σα­γι­ο­νά­ρες. Ἐ­κεί­νη πά­λι ἔ­σερ­νε τὶς μπουρ­νου­ζὲ παν­τοῦ­φλες της στὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου καὶ τρα­γου­δοῦ­σε αὐ­το­σχέ­δι­ες ἄ­ρι­ες ποὺ τὶς τε­λεί­ω­νε μὲ κά­τι ἀλ­λό­κο­τους λα­ρυγ­γι­σμούς, δι­ά­βα­ζε μὲ μα­νί­α ἀ­στυ­νο­μι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἔπια­νε πά­νω τὰ μαλ­λιὰ μ’ ἕ­να μαῦ­ρο μο­λύ­βι ὅ­ταν ἔ­κα­νε φα­σί­να καὶ κα­τέ­βαι­νε κά­θε πρω­το­χρο­νιὰ στῆς θεί­ας της στὰ Πε­τρά­λω­να γιὰ νὰ φᾶ­νε ψη­μέ­να γου­ρου­νό­που­λα ποὺ ἔ­μοια­ζαν μὲ ρὸζ μω­ρά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου (Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­τρω­γε τὶς λέ­ξεις


espadamanuel-topaidipouetrogetislekseis-eikona-01


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­τρω­γε τὶς λέ­ξεις


02-SigmaΕ ΚΑΠΟΙΑ ΑΤΟΜΑ κά­νουν με­τα­μό­σχευ­ση πνευ­μό­νων. Σὲ ἄλ­λα, με­τα­μό­σχευ­ση καρ­διᾶς ἢ κε­ρα­το­ει­δοῦς, ὅ­μως πάν­το­τε πρέ­πει νὰ πε­θά­νει κά­ποι­ος. Ἡ πε­ρί­πτω­σή μου ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρὸς δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, του­λά­χι­στον ὄ­χι ὅ­πως τὰ ἄλ­λα παι­διά. Κά­θε συλ­λα­βὴ ἀ­παι­τοῦ­σε τὸ μέ­γι­στο τῶν προ­σπα­θει­ῶν μου. Ὡ­στό­σο, ὁ πα­τέ­ρας μου κέρ­δι­ζε τὸ ψω­μί του μὲ τὶς λέ­ξεις. Πα­ρά­δο­ξο. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­μαι μιὰ Κυ­ρια­κὴ ποὺ γύ­ρι­σε μὲ μιὰ πα­λιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­ζε τὴν πα­λιὰ Olivetti πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Το­πο­θέ­τη­σε ἕ­να φύλ­λο ρι­ζό­χαρ­το στὸν κύ­λιν­δρο, πῆ­ρε τὸν δεί­κτη μου καὶ γρά­ψα­με τὸ ὄ­νο­μά μου. Ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ ἔ­κο­ψε μὲ τὸ ψα­λί­δι, τὸ ἔ­κα­νε μιὰ μπα­λί­τσα καὶ μοῦ εἶ­πε: «Νό­στι­μο». Ὅ­ταν τὸ χαρ­τὶ κα­τέ­βη­κε τὸν οἰ­σο­φά­γο μου εἶ­πα τὸ ὄ­νο­μά μου δυ­να­τά. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ προ­φέ­ρει ξα­νά. Ἔ­πει­τα ἀ­κο­λού­θη­σαν πολ­λὲς ἄλ­λες λέ­ξεις. Ὁ πα­τέ­ρας μου μοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ δά­χτυ­λο, μοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πράγ­μα­τα στὸ αὐ­τί, τὰ πλη­κτρο­λο­γού­σα­με κι ὕ­στε­ρα μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς λέ­ξεις στὸ στό­μα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε πο­τὲ ξα­νά. Πρῶ­τα ἔ­μει­νε χω­ρὶς οὐ­σι­α­στι­κά, ὕ­στε­ρα χω­ρὶς ρή­μα­τα, ἀρ­γό­τε­ρα μοῦ πέ­ρα­σε τὰ ἐ­πί­θε­τα, τὰ ἄρ­θρα, τὶς προ­θέ­σεις, μέ­χρι ποὺ μοῦ με­τα­μό­σχευ­σε ὅ­λες τὶς λέ­ξεις τοῦ κό­σμου. Ἕως ποὺ ἔ­μει­νε βου­βός.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου: Χρό­νος ἄ­χρο­νος


giannakopouloutriseygeni-chronos-achronos-eikona-01


Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου


Χρό­νος ἄ­χρο­νος


01-ThitaΥΜΑΜΑΙ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ἐκ­δρο­μὴ ποὺ κα­θί­σα­με νὰ πι­οῦ­με κα­φὲ σὲ ἕ­να ἐ­ξο­χι­κὸ κα­φε­νε­δά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πρά­σι­νο ἴ­σκιο μιᾶς λεύ­κας δι­α­τα­ράσ­σον­τας τὴ συμ­με­τρί­α ἀ­πὸ τὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νες ἀ­νὰ τε­τρά­δες κα­ρέ­κλες. Ὅ­ταν ση­κω­θή­κα­με νὰ φύ­γου­με ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ πί­σω καὶ εἶ­δα τὴ δι­α­σα­λευ­μέ­νη τά­ξη ποὺ εἶ­χαν τὰ τρα­πε­ζά­κια, πο­τή­ρια νε­ροῦ μι­σο­γε­μά­τα, μι­κρὰ καὶ με­γά­λα φλι­τζά­νια μὲ ὑ­πο­λείμ­μα­τα κα­φέ, ἄ­δεια μπου­κά­λια ἀ­πὸ ἀ­να­ψυ­κτι­κά, ὅ­λα τὰ ση­μά­δια τοῦ πε­ρά­σμα­τός μας ὑ­πῆρ­χαν στὴ χα­ρού­με­νη ἀ­να­στά­τω­ση ποὺ εἴ­χα­με δη­μι­ουρ­γή­σει. Σκέ­φτη­κα τό­τε ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να ὁ­ρα­τὸ ἴ­χνος τῆς ὕ­παρ­ξης τῆς πα­ρέ­ας μας στὸ χω­ρο­χρό­νο. Στὸ δρό­μο θυ­μή­θη­κα ὅ­τι ξέ­χα­σα κά­τι καὶ γυ­ρί­σα­με νὰ τὸ πά­ρου­με. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν πρά­σι­νο ἴ­σκιο τῆς λεύ­κας ἀν­τί­κρι­σα τὰ τρα­πε­ζά­κια κα­θα­ρὰ καὶ ἄ­δεια, τὶς κα­ρέ­κλες στὴ θέ­ση τους, τὰ ἴ­χνη μας νὰ ἔ­χουν σβη­στεῖ σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τὸ πέ­ρα­σμά μας ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἔ­νοι­ω­σα ἕ­ναν ὀ­ξὺ πό­νο σὰ μα­χαι­ριὰ για­τί ἦ­ταν σὰ νὰ ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ στὸ μέλ­λον ὅ­ταν τὰ ἴ­χνη τῆς ὕ­παρ­ξής μας θὰ ἔ­χουν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Τό­τε, ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­λη­θι­νὰ αὐ­τὴ ἡ πα­ρέ­α ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­τη­κα τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τοῦ τοῦ πρω­ι­νοῦ κα­φὲ κά­τω ἀ­πὸ τὴν πρά­σι­νη λεύ­κα, ἂν κύ­λη­σε πραγ­μα­τι­κὰ ὁ χρό­νος ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πρω­το­αν­τί­κρι­σα αὐ­τὸ τὸ κα­φε­νε­δά­κι τὸ ἴ­διο πρω­ί.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1950). Εργάστηκε ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Οἰ­κο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Μη­χα­νι­κῶν τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα καὶ βι­βλίο μὲ τί­τλο: Συ­στή­μα­τα, Οἰ­κο­συ­στή­μα­τα καὶ Βι­ω­σι­μό­τη­τα. Φαι­νό­με­να Θερ­μο­δυ­να­μι­κῆς καὶ Αὐ­το­ορ­γά­νω­σης στὸ Σύγ­χρο­νο Κό­σμο (2008). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Γιῶργος Χουλιάρας: Πυροτεχνήματα

chouliarasgiorgos-pyrotechnimata-eikona-01


Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα


01-thitaΑ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ καὶ ἄλ­λα, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἕ­να μό­νον εἶ­δα βγαί­νον­τας στὸ μπαλ­κό­νι καὶ ἔ­τρε­ξα νὰ τῆς πῶ μή­πως προ­λά­βει, κα­θὼς ἐ­κρη­κτι­κὰ εἶ­χε μπεῖ στὸ μπά­νιο. Ἤ­δη ὅ­μως εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ νε­ρό, ποὺ κυ­λᾶ στὸ σῶ­μα ὅ­πως οἱ φω­τει­νὲς λάμ­ψεις στὶς πτυ­χώ­σεις τοῦ σκο­τει­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ἐ­νῶ ὅ­ταν ξα­να­βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι εἶ­χαν ὅ­λα τε­λει­ώ­σει.

Οἱ λέ­ξεις εἶ­ναι πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, ἴ­σως ἔ­λε­γε, ἂν τῆς δι­ά­βα­ζα πο­τὲ ὅ­σα εἶ­χα γρά­ψει. Τὰ δι­ά­βα­σα, ἐ­νῶ στέ­γνω­νε τὸ κε­φά­λι της. Με­τὰ μπῆ­κα στὸ μπά­νιο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ στὴ Νέα Ὑ­όρ­κη, ἐρ­γά­στη­κε ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κὸς λέ­κτο­ρας, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που. Ὑπῆρξε συνιδρυτής τῶν περιοδικῶν Τρὰμ καὶ Χάρτης καὶ ἐπιμελητής ἀγγλόγλωσσων (λογοτεχνικῶν καὶ επιστημονικῶν) περιοδικῶν στὶς ΗΠΑ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Λεξικὸ ἀναμνήσεων (ἐκδ. Μελάνι, 2013).

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ Ἑ­λέ­νη


striggarielena-ieleni-eikona-01


Ἕλενα Στριγγάρη

 

Ἡ Ἑ­λέ­νη


06-sΑΡΑΝΤΑΡΙΣΕ ὁ παπ­πούς. Κι αὐ­τὸς καὶ τ’ ἀ­δέρ­φια του ζοῦ­σαν στε­ρη­μέ­νοι καὶ μό­νοι. (Ὁ κό­σμος τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «Κα­λό­γη­ρους» καὶ τὴν πε­ρι­ο­χὴ ὅ­που ζοῦ­σαν τὴν ὀ­νό­μα­ζαν τῶν «Κα­λο­γή­ρων».) Ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­μως, πα­ρὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τους, ὀ­νει­ρευ­όν­του­σαν νὰ φτιά­ξουν, ἐ­πι­τέ­λους, ὁ κα­θέ­νας τους δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια. Νὰ ζή­σου­νε ἀν­θρώ­πι­να. Νὰ χα­ροῦ­νε παι­διά, ποὺ δὲν θὰ ζοῦ­σαν στε­ρη­μέ­να, κι ἂν ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός, καὶ ἐγ­γό­νια. Πρῶ­τα, ἀ­πο­κα­τέ­στη­σαν τὶς ἀ­δερ­φές τους. Τὶς κα­λο­προί­κι­σαν καὶ τὶς τα­κτο­ποί­η­σαν, τώ­ρα ποὺ εἶ­χαν μπεῖ κι αὐ­τοὶ σὲ μιὰ σει­ρά. Με­τά, ἕ­να-ἕ­να παν­τρεύ­τη­καν καὶ τὰ ἀ­γό­ρια. Ὁ παπ­πούς μου πῆ­ρε, βέ­βαι­α, τὴν για­γιά μου, ποὺ ἤ­τα­νε τό­τε κο­ρί­τσι εἴ­κο­σι χρο­νῶν. Δὲν ξέ­ρω ἂν πέ­ρα­σαν κα­λὰ μα­ζί. Ἡ για­γιὰ δὲν μοῦ εἶ­χε ἀ­να­φέ­ρει οὔ­τε ἕ­να πα­ρά­πο­νο. Μά­λι­στα, τὸν θε­ω­ροῦ­σε πρά­ο, κα­λό­βο­λο ἄν­θρω­πο καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σε­μνό. Μοῦ ’­δει­χνε πῶς τοῦ ἔ­κο­βε τσιμ­πιὰ μὲ τὸ με­γά­λο καὶ τὸ δεύ­τε­ρο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ της, ὅ­ταν παί­ζα­νε στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­τα­νε νὰ πε­θαί­νεις ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Ὅ­μως ὁ παπ­πούς, λέ­ει, γε­λοῦ­σε! Ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δυ­να­τός. Αὐ­τό, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν για­γιά, τὸ ἔ­λε­γαν καὶ οἱ ἄλ­λοι. Ἀ­πό­δει­ξη καὶ τὸ σπά­νιου με­γέ­θους δα­χτυ­λί­δι του, ποὺ τὸ ἔ­χου­με ἀ­κό­μα. Δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χει πα­ρό­μοι­ο. Λοι­πόν, πα­ρ’ ὅ­τι ἡ για­γιὰ μοῦ ’λε­γε πώς, τώ­ρα, ζεῖ πιὸ κα­λά, θὰ πρέ­πει νὰ μὴν πέ­ρα­σε καὶ ἄ­σχη­μα μα­ζί του. Πα­ρέ­α, ἔ­ζη­σαν μο­νά­χα λί­γα χρό­νια. Κά­να­νε τέσ­σε­ρα παι­διά. Μά, ὁ παπ­ποὺς δὲν τὰ χά­ρη­κε, οὔ­τε καὶ τὰ προ­στά­τε­ψε ὅ­σο θά ’­θε­λε. Πέ­θα­νε, τὸ 1933, τρί­α χρό­νια με­τὰ τὴ γέν­νη­ση τῆς μη­τέ­ρας μου, τοῦ μι­κρό­τε­ρου παι­διοῦ του. Τὸν τρό­μα­ξε ὁ ἕ­νας του ἀ­δελ­φός, μὲ φω­νὲς καὶ προ­τε­τα­μέ­νη κα­τα­πά­νω του μιὰ κα­ραμ­πί­να γιὰ κτη­μα­τι­κὲς δι­α­φο­ρές. Τοῦ ’­σπα­σε τὴν χο­λή, τὸν ἔ­στει­λε στὸν «Εὐ­αγ­γε­λι­σμό» κ’ ὕ­στε­ρα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Για­υτό, ἐ­μεῖς, τὸν «Εὐ­αγ­γε­λι­σμό» οὔ­τε ποὺ θέ­λου­με νὰ τὸν ἀ­κοῦ­με, δὲν τὸν ἐμ­πι­στευ­ό­μα­στε καί, βέ­βαι­α, δὲν χω­νέ­ψα­με πο­τὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἀ­νεκ­δι­ή­γη­το θεῖο. Ἔ­μει­νε ἡ για­γιὰ νὰ με­γα­λώ­νει τέσ­σε­ρα παι­διὰ στὴν ἀρ­χή, πιὸ ὕ­στε­ρα τρί­α καὶ στὸ τέ­λος δύ­ο. Πα­ρό­τι ἦ­ταν μά­να τῶν ὀρ­φα­νῶν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τους, τὴν ἔ­συ­ραν στὰ δι­κα­στή­ρια, γιὰ τὴν ἐξ ἀ­δι­αι­ρέ­του κλη­ρο­νο­μιὰ τῶν ἀ­δερ­φῶν Κα­λό­γη­ρων, ἐ­πὶ εἰ­κο­σι­έ­να χρό­νια. Πι­έ­ζα­νε τὴν με­γα­λύ­τε­ρή της κό­ρη, τὴν Ἑ­λέ­νη, νὰ κα­τα­θέ­σει πὼς δὲν πέρ­να­γε κα­λά, γιὰ νὰ δι­εκ­δι­κή­σουν μέ­σῳ της τὴν κη­δε­μο­νί­α τῶν παι­δι­ῶν, τὴ δι­α­χεί­ρι­ση καὶ τοῦ με­ρι­δί­ου τῆς για­γιᾶς μου. Ἡ Ἑ­λέ­νη, μὴν ἀν­τέ­χον­τας τὴν πί­ε­ση, δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν παι­δὶ μὲ μιὰ σφαί­ρα ἔ­φυ­γε ἀ­π’ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὴν σκό­τω­σε κά­ποι­ος ἁ­ψύς, για­τί δὲν τὸν ὑ­πά­κου­σε. Γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὴν βρή­κα­νε ἡ θεί­α Λί­κα κι ἡ μα­μά, ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ντι­βά­νι σὰν ζων­τα­νή – μὲ μιὰ μι­κρού­λα τρύ­πα στὴν καρ­διά. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α βρῆ­κε τὸ ὅ­πλο κι ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς πὼς ἤ­τα­νε παρ­θέ­να. Εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο τί ἄ­θλι­ες, ἀ­πί­θα­νες ἱ­στο­ρί­ες φτιά­ξα­νε με­τά, γι’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­πό­θε­ση. Ὅ­μως, ὁ κό­σμος, ποὺ γνώ­ρι­ζε τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες καὶ τὸ γε­γο­νὸς τῆς δι­κα­στι­κῆς ἀν­τι­δι­κί­ας δὲν τοὺς ἔ­δι­νε βά­ση. Ἐ­ξάλ­λου, οἱ φταῖ­χτες πέ­φτα­νε σὲ ἀν­τι­φά­σεις, σὲ ὅ­ποι­αν αὐ­το­σχέ­δια ἱ­στο­ρί­α δι­η­γόν­ταν. Γιὰ τύ­ψεις, με­τα­μέ­λεια, οὔ­τε λό­γος. Πε­ρα­σμέ­να-ξε­χα­σμέ­να, κα­θὼς στα­μά­τη­σαν καὶ οἱ ἔ­ρευ­νες, λό­γῳ τοῦ πο­λέ­μου καὶ πο­τὲ δὲν βγῆ­κε ἄ­κρη…

          Μὲ θύ­μω­νε αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α. Χα­ραγ­μέ­νη στὴν ψυ­χὴ μέ­νει ἀ­κό­μη. Θυ­μᾶ­μαι πό­σο ἤ­θε­λα νὰ μπο­ρέ­σω νὰ ξεμ­προ­στιά­σω τοὺς ἄ­θλιους φταῖ­χτες, γιὰ νὰ τι­μω­ρη­θοῦν. Νὰ ἐκ­δι­κη­θῶ τὸν θά­να­το τῆς χα­μέ­νης Ἑ­λέ­νης (πού μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά της) καὶ ν’ ἁ­πα­λύ­νω λι­γά­κι τὸν ἀ­πέ­ραν­το πό­νο τῆς για­γιᾶς. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ θεῖ­ος μου, ὁ ψυ­χί­α­τρος, μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ με­λαγ­χο­λί­α ἡ Ἑ­λέ­νη. Τὸν πι­στεύ­ω, ἀλ­λά, κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο, πι­στεύ­ω ἀ­κό­μα καὶ στὰ λό­για τῆς για­γιᾶς, πὼς τὴν σκό­τω­σαν τὴν Ἑ­λέ­νη. Στὸ κά­τω-κά­τω, ἡ με­λαγ­χο­λί­α χρει­ά­ζε­ται, φαν­τά­ζο­μαι, μιὰν αἰ­τί­α γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ, νὰ χει­ρο­τε­ρέ­ψει, νὰ προ­βεῖ σὲ μοι­ραί­α πρά­ξη. Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, πο­τὲ δὲν θὰ μά­θω, ἀ­κρι­βῶς τί συ­νέ­βη.

           Θὰ μεί­νω μπερ­δε­μέ­νη κι ὀρ­γι­σμέ­νη. Στὴ μνή­μη τῆς Ἑ­λέ­νης, θ’ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ παλ­μοὶ καὶ θὰ βουρ­κώ­νω…

           Κα­η­μέ­νη θεί­α!

           Κα­η­μέ­νη Ἑ­λέ­νη!..

           Κα­η­μέ­νο παι­δί, πο­νε­μέ­νο!..

           Τρυ­φε­ρό μου ἀ­πάγ­κιο, χα­μέ­νο…

          Νὰ τρι­γυρ­νᾶς στοῦ πα­ρα­δεί­σου τὶς ἀ­λέ­ες γε­λα­στή. Νὰ μὴν θυ­μᾶ­σαι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).


Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).