Κέϊτ Σοπέν (Kate Chopin): Ὁ τυφλός

chopinkate-otyflos-eikona-01


Κέ­ϊτ Σο­πέν (Kate Chopin)


τυ­φλός

(The blind man)


04-omikron ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟ κόκ­κι­νο κου­τὶ στὸ χέ­ρι κα­τη­φό­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸν δρό­μο. Τὸ πα­λιὸ ψά­θι­νο κα­πέ­λο του καὶ τὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­να ροῦ­χα του ἔ­μοια­ζαν μου­σκε­μέ­να ἀ­π’ τὴ βρο­χὴ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες φο­ρὲς καὶ στε­γνω­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο ἄλ­λες τό­σες. Δὲν ἦ­ταν γέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­δει­χνε ἀ­δύ­να­μος· καὶ περ­πα­τοῦ­σε μὲς στὸν ἥ­λιο, πά­νω στὸ ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νο πε­ζο­δρό­μιο ποὺ τσου­ρού­φλι­ζε τὰ πό­δια του. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦ­σαν τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου, κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σαν εὐ­χά­ρι­στα κά­τω ἀ­π’ τὸν πλού­σιο ἴ­σκιο τῶν δέν­τρων ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε για­τί ἦ­ταν τυ­φλός, καὶ ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­νό­η­τος.

           Τὸ κόκ­κι­νο κου­τὶ πε­ρι­εῖ­χε μο­λύ­βια ποὺ πά­σχι­ζε νὰ που­λή­σει. Δὲν κρα­τοῦ­σε μπα­στού­νι, ἀλ­λὰ κα­θο­δη­γοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του σέρ­νον­τας πό­τε τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πέ­τρι­νες πλά­κες καὶ πό­τε τὸ χέ­ρι του πά­νω στὶς σι­δε­ρέ­νι­ες μπά­ρες. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ σκόν­τα­φτε στὰ σκα­λο­πά­τια κά­ποι­ου σπι­τιοῦ, τὰ ἀ­νέ­βαι­νε. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­φοῦ κα­τόρ­θω­νε νὰ φτά­σει στὴν πόρ­τα μὲ με­γά­λη δυ­σκο­λί­α, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι καὶ τό­τε κα­τέ­βαι­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ καὶ τρα­βοῦ­σε τὸν δρό­μο του. Κά­ποι­ες σι­δε­ρέ­νι­ες ἐ­ξώ­πορ­τες ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νες, ἀ­φοῦ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τῶν σπι­τι­ῶν ἔ­λει­παν σὲ δι­α­κο­πές, καὶ κεῖ­νος ξό­δευ­ε πολ­λὴ ὥ­ρα πα­λεύ­ον­τας νὰ τὶς ἀ­νοί­ξει, κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, κα­θὼς εἶ­χε ὅ­λο τὸν χρό­νο στὴ δι­ά­θε­σή του.

           Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ κα­τόρ­θω­νε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι, ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος τύ­χαι­νε νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει —ἄν­τρας ἢ γυ­ναί­κα— δὲν χρει­α­ζό­ταν μο­λύ­βια, οὔ­τε καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ τοὺς πα­ρα­κι­νή­σει ὥ­στε νὰ ἐ­νο­χλή­σουν τὴν κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ γιὰ κά­τι τό­σο ἀ­σή­μαν­το.

           Ὁ ἄν­τρας περ­πα­τοῦ­σε πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ εἶ­χε φτά­σει πο­λὺ μα­κριὰ δί­χως νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ που­λή­σει τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ κά­ποι­ος ποὺ ἐ­πι­τέ­λους εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ τὸν βλέ­πει νὰ τρι­γυ­ρί­ζει ἄ­σκο­πα τὸν ἐ­φο­δί­α­σε μ’ αὐ­τὸ τὸ κου­τὶ μὲ τὰ μο­λύ­βια καὶ τὸν ἔ­στει­λε νὰ βγά­λει τὸ ψω­μί του. Τὸν βα­σά­νι­ζε ἡ πεί­να, ποὺ τοῦ τρυ­ποῦ­σε τὸ στο­μά­χι μὲ τὰ σου­βλε­ρὰ δόν­τια της, καὶ ἡ δί­ψα ποὺ τοῦ ξέ­ραι­νε τὸ στό­μα. Ὁ ἥ­λιος τὸν ἔ­ψη­νε. Φο­ροῦ­σε πά­ρα πολ­λὰ ροῦ­χα, γι­λέ­κο καὶ παλ­τὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ που­κά­μι­σο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ εἶ­χε βγά­λει καὶ νὰ τὰ κου­βα­λά­ει στὸ χέ­ρι ἢ νὰ τὰ πε­τά­ξει· ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν ποὺ τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ κά­τι τέ­τοι­ο. Μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν εἶ­δε ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο κά­που ψη­λὰ τὸν λυ­πή­θη­κε κι εὐ­χή­θη­κε μέ­σα της νὰ δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο γιὰ νὰ πά­ει στὴ σκιά.

           Ὁ ἄν­τρας χώ­θη­κε σ’ ἕ­να στε­νὸ ὅ­που ἔ­παι­ζε μιὰ πα­ρέ­α ἐν­θου­σι­α­σμέ­νων παι­δι­ῶν κά­νον­τας φα­σα­ρί­α. Τὸ χρῶ­μα τοῦ κου­τιοῦ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή τους καὶ θέ­λη­σαν νὰ δοῦν τί πε­ρι­εῖ­χε. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε νὰ τοῦ τ’ ἁρ­πά­ξει. Αὐ­τός, ὅ­μως, προ­σπα­θών­τας ἐν­στι­κτω­δῶς νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του καὶ συ­νά­μα τὸ μο­να­δι­κὸ μέ­σο συν­τή­ρη­σής του, ἀν­τι­στά­θη­κε, ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς καὶ τὰ ἔ­βρι­σε. Κά­ποι­ος πε­ρα­στι­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, βλέ­πον­τας πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­να­τα­ρα­χῆς, τὸν τρά­βη­ξε ἀ­π’ τὸ κο­λά­ρο βί­αι­α· μό­λις, ὅ­μως, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν τυ­φλός, σκέ­φτη­κε μὲ σύ­νε­ση κι ἀ­πέ­φυ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τάς τον. Ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲς στὸν ἥ­λιο.

           Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἄ­σκο­πης πε­ρι­πλά­νη­σής του ἔ­στρι­ψε σ’ ἕ­ναν δρό­μο ὅ­που κι­νοῦν­ταν πά­νω κά­τω τε­ρα­τώ­δη τρὰμ μ’ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο, κου­δου­νί­ζον­τας τὰ καμ­πα­νά­κια τους καὶ κά­νον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸ ἔ­δα­φος νὰ τρέ­μει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τρο­με­ρῆς ὁρ­μῆς τους. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο.

           Τό­τε συ­νέ­βη κά­τι – κά­τι τρο­με­ρὸ ποὺ ἔ­κα­νε τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ λι­πο­θυ­μοῦν καὶ τοὺς πιὸ δυ­να­τοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἄν­τρες ποὺ τὸ εἶ­δαν νὰ λι­πο­ψυ­χοῦν καὶ νὰ ζα­λί­ζον­ται. Τὰ χεί­λη τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν γκρί­ζα ὅ­πως καὶ τὸ πρό­σω­πό του, γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια στα­χτογ­κρί­ζα κι αὐ­τὸς τραν­τα­ζό­ταν κι ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια ποὺ εἶ­χε κα­τα­βά­λει νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἄ­ρα­γε πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ τὰ πλή­θη τό­σο ξαφ­νι­κά, ἂν ὄ­χι διὰ μα­γεί­ας; Ἀ­γό­ρια ποὺ ἔ­τρε­χαν, γυ­ναῖ­κες καὶ ἄν­τρες συν­τε­τριμ­μέ­νοι πά­νω στὸ τι­μό­νι τους κοι­τοῦ­σαν τὴν ἀ­πο­τρό­παι­α θέ­α: για­τροὶ ποὺ ἔ­σπευ­δαν μὲ τ’ ἁ­μα­ξά­κια κα­θο­δη­γη­μέ­νοι, λές, ἀ­πὸ τὴ Θεί­α Πρό­νοι­α.

           Καὶ ὁ τρό­μος κο­ρυ­φώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ κό­σμος ἀ­να­γνώ­ρι­σε στὴ νε­κρὴ κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νη φι­γού­ρα ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλου­σι­ό­τε­ρους, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρους καὶ πιὸ χρή­σι­μους γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α ἄν­τρες τῆς πό­λης,  ἄν­τρα ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴ σύ­νε­ση καὶ τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του. Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξει ἡ μοί­ρα ἕ­να τό­σο φρι­κτὸ τέ­λος. Ἔ­φευ­γε βι­α­στι­κὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ται­ρί­α του, μιὰ καὶ εἶ­χε ἀρ­γή­σει, γιὰ νὰ βρε­θεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ ξε­κι­νή­σει σὲ μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες γιὰ τὸ ἐ­ξο­χι­κό τους στὴν ἀ­κτὴ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Στὴ βι­α­σύ­νη του δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση κι ἐ­πα­να­λή­φθη­κε τὸ σύ­νη­θες καὶ σπα­ρα­ξι­κάρ­διο συμ­βάν. Ὁ τυ­φλὸς δὲν ἤ­ξε­ρε τὴν αἰ­τί­α ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἀ­να­στά­τω­σης. Εἶ­χε δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο καὶ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, σκον­τά­φτον­τας μὲς στὸν ἥ­λιο, σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πλά­κες τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue στὶς 13 Μα­ΐ­ου 1897. Βλ. Ka­te Chopin, A Vo­ca­tion and a Voi­ce, Sto­ries (Pen­guin Clas­sics, 1991)

καὶ

http://www.flashfictiononline.com/fpublic0028-blind-man-kate-chopin.html

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin, (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Katherine O’ Flaherty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20ου αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: