Τάσος Γουδέλης: Τὸ διήγημα καὶ ἡ μικροῦ μήκους ταινία: συγγένειες καὶ αποκλίσεις

 

Καταγραφή

Τά­σος Γου­δέ­λης


Τὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α:

συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­κλί­σεις


01-EpsilonΧΩ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, μὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­φορ­μές, ἀ­να­φερ­θεῖ στὴν ἔν­νοι­α καὶ στὴ μορ­φὴ τῆς μι­κρῆς φόρ­μας στὴ λο­γο­τε­χνί­α, δη­λα­δὴ στὸ δι­ή­γη­μα, ἐκ­φρά­ζον­τας τὴν προ­τί­μη­σή μου στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αὐ­τὴ ἔκ­φρα­ση.

           Θὰ προ­σπα­θή­σω καὶ γιὰ δι­κούς μου λό­γους νὰ μὴν ἐ­πα­να­λά­βω, κα­τὰ τὸ δυ­να­τό, ὅ­σα ἔ­χω ση­μει­ώ­σει πα­λαι­ό­τε­ρα γιὰ τὴ γρα­φὴ αὐ­τή.

           Ἡ εὐ­και­ρί­α ποὺ μοῦ δί­νε­ται μὲ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ Πλανόδιον, νὰ ἀ­να­φερ­θῶ δη­λα­δὴ στὴ σχέ­ση της μὲ τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ δι­ά­φο­ρες σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χω κά­νει στὸ με­σο­δι­ά­στη­μα, δη­λα­δὴ με­τα­ξύ τῆς προ­η­γού­με­νης ἀ­να­φο­ρᾶς μου στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὴ ση­με­ρι­νὴ ἀ­φορ­μή.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ θέ­λω νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω τὴν προ­σφο­ρὰ τοῦ Πλανόδιου καὶ εἰ­δι­κὰ τὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη καὶ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου στὴν ἀ­να­νέ­ω­ση ἀλ­λὰ καὶ στὸν ἐμ­πλου­τι­σμὸ τῆς πε­ρι­ο­χῆς ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸ χῶ­ρο τῆς μι­κρῆς φόρ­μας καὶ τὸν ἐ­πι­το­νι­σμὸ ἐκ μέ­ρους τους τῆς ἀ­ξί­ας τῆς τε­λευ­ταί­ας. Οἱ χει­ρο­νο­μί­ες καὶ τῶν δύ­ο βο­η­θοῦν τὸ θε­τι­κὸ κλί­μα ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δι­ή­γη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος πά­γι­ες κα­χυ­πο­ψί­ες καὶ ἀμ­φι­βο­λί­ες ἀ­πέ­ναν­τι στὴ μι­κρὴ φόρ­μα.

           Πρίν, ὅ­μως, ἐ­πι­κεν­τρω­θῶ στὸ θέ­μα «μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους» θε­ω­ρῶ σκό­πι­μο καὶ «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ» νὰ ἀ­να­φερ­θῶ συν­θη­μα­τι­κὰ γε­νι­κὰ στὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω: μὲ ἕ­να τρό­πο κα­θα­ρὰ τη­λε­γρα­φι­κό, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­μως, ἂν καὶ δὲν φι­λο­δο­ξεῖ νὰ κω­δι­κο­ποι­ή­σει ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ ζή­τη­μα, θέ­τει μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­ρω­τή­μα­τα τὴ βα­σι­κὴ προ­βλη­μα­τι­κὴ ποὺ τὸ ὁ­ρί­ζει:

           Λοι­πόν:

1. Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος θὰ ὑ­πῆρ­χε μὲ τὴ ση­με­ρι­νή του μορ­φὴ ἐ­ὰν δὲν βα­σι­ζό­ταν στὴ λο­γο­τε­χνία;

           2. Ποι­ά στοι­χεῖ­α δα­νεί­σθη­κε ἡ 7η Τέ­χνη ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α;

           3. Εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ οἱ γλωσ­σι­κοὶ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο αὐ­τῶν τε­χνῶν;

           4. Ποι­ές λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­φρά­σεις ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο; Ἡ ποί­η­ση, ἡ πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ δο­κί­μιο;

           5. «Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να» πρό­τει­νε στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 δι­α­φή­μι­ση γρα­φεί­ου δι­α­νο­μῆς. Αὐ­τὸ τὸ ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο σλόγ­καν πό­ση σχέ­ση ἔ­χει μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

           6. Ἡ κι­νού­με­νη εἰ­κό­να ἔ­χει ἀ­φαι­ρέ­σει «ὕ­λη» ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Μὲ ἄλ­λα λό­για: οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τοὺς κώ­δι­κες τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ἀ­φή­γη­σης;

           7. Ἕ­να σε­νά­ριο μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο;

           8. Τί ση­μαί­νει «πι­στὴ» ἢ «μὴ πι­στὴ» με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη; Πολ­λοὶ πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν τὶς δι­α­τυ­πώ­σεις τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων νὰ ἐγ­γρά­φον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες. Ἄλ­λοι, γνω­ρί­ζον­τας τὶς δι­α­φο­ρὲς τῶν κω­δί­κων τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων, πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, δη­λα­δὴ μιὰ ἄλ­λη ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ ἔρ­γου, ὅ­πως συμ­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ κά­θε ξε­χω­ρι­στοῦ ἀ­να­γνώ­στη ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου.

           Φυ­σι­κὰ δὲν πρό­κει­ται νὰ ἀ­παν­τή­σω ἀ­να­λυ­τι­κὰ στὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, δι­ό­τι θὰ χρει­ά­ζον­ταν ἐ­κτε­νεῖς ἀ­να­λύ­σεις γιὰ νὰ δι­ευ­κρι­νι­σθοῦν αὐ­τά.

           Ὅ­μως θέ­τον­τας τὰ προ­η­γού­με­να ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­σπά­θη­σα νὰ σκι­α­γρα­φή­σω ἕ­να γε­νι­κὸ πλαί­σιο ἐν­τός τοῦ ὁ­ποί­ου εἴ­μα­στε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ κι­νη­θοῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιὰ τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­κτά­σε­ως, λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὶς κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι καὶ γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα ἰ­σχύ­ουν οἱ προ­η­γού­με­νοι κα­νό­νες, ἂς τὶς πῶ συμ­βά­σεις.

           Γι’ αὐ­τὸ θὰ ἐ­πα­νέλ­θω λί­γο πιὸ κά­τω στὸ τρί­το ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στοὺς κώ­δι­κες τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων.

           Προ­η­γου­μέ­νως ἂς μοῦ ἐ­πι­τρα­πεῖ κά­ποι­ος προ­σω­πι­κὸς τό­νος στὶς ἀ­να­φο­ρές μου στὸ δι­ή­γη­μα, για­τὶ αὐ­τὴ τὴ δι­ά­στα­ση εἶ­χα ἐ­πι­λέ­ξει ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, ὅ­ταν ἔ­πρε­πε σὲ δι­ά­φο­ρα γρα­πτὰ ἢ ὁ­μι­λί­ες μου νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω, θὰ ἔ­λε­γα δυ­να­μι­κά, τὴ μι­κρὴ φόρ­μα, σὲ ἐ­πο­χὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἡ τε­λευ­ταί­α ἀν­τι­με­τω­πι­ζό­ταν σχε­δὸν συγ­κα­τα­βα­τι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ ἐκ μέ­ρους τῶν ἁρ­μο­δί­ων ἀ­πὸ ὅ,τι στὶς ἡ­μέ­ρες μας, ὅ­που εὐ­τυ­χῶς ἡ ἔκ­φρα­ση αὐ­τή, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, ἔ­χει ἀρ­κε­τὰ ἀ­να­βαθ­μι­στεῖ καὶ κερ­δί­σει τὴν ἀ­ξί­α ποὺ τῆς ὀ­φει­λό­ταν.

           Λοι­πόν, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ εἶ­χε κερ­δί­σει τὸ δι­ή­γη­μα, για­τί μὲ εἶ­χε γο­η­τεύ­σει πρω­το­γε­νῶς μιὰ ἔν­νοι­α ποὺ τὴν εἶ­χα προ­σεγ­γί­σει ἀ­ό­ρι­στα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν εἶ­δα δι­α­τυ­πω­μέ­νη σὲ ὅ­τι ὅ­ρι­ζε ὁ Βό­ριν­τζερ ὡς ἐ ν σ υ ν α ί σ θ η σ η, μι­λών­τας, μὲ ἄλ­λα λό­για, γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀ­κρι­βοῦς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ σκέ­ψη τοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη πα­ρόρ­μη­ση τῆς βού­λη­σης γιὰ τὸ ὡ­ραῖ­ο, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­σέγ­γι­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς πράγ­μα­τος μὲ τὴ μέ­θο­δο τῆς ἀ φ α ί ρ ε σ η ς.

           Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο στοι­χεῖ­ο, αὐ­τὸ τῆς ἐλ­λει­πτι­κῆς γρα­φῆς, τὸ εὐ­σύ­νο­πτο τῆς δι­α­τύ­πω­σης, κα­τά­λα­βα ὅ­τι μὲ ἔ­βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δό τῆς λο­γόρ­ροι­ας τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἐ­κτε­νῶν δι­α­τυ­πώ­σε­ων, ποὺ πάν­τα μοῦ ἔ­δι­ναν τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἦ­σαν δη­μι­ούρ­γη­μα μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­πο­χῆς προ­γραμ­μα­τι­κῶν συ­νη­θει­ῶν λο­γο­τε­χνι­κῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς καὶ ἔκ­φρα­σης.

           Ἐ­πὶ πλέ­ον, γιὰ νὰ μεί­νω στὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ πε­δί­ο ὅ­σων προ­σπα­θῶ νὰ δι­α­τυ­πώ­σω, ἐ­πέ­λε­ξα σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἕ­ναν λό­γο συ­χνὰ ἀν­τι­ρε­α­λι­στι­κό, υἱ­ο­θε­τών­τας τὴν ἄ­πο­ψη, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ταί­ρια­ζε ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὰ πράγ­μα­τα, για­τὶ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη γρα­φὴ ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σα κι­νεῖ­ται, ὅ­πως ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ μον­τερ­νι­στές, δι­α­λε­κτι­κὰ ἀ­νά­με­σά σὲ δύ­ο πό­λους μιᾶς σει­ρᾶς ἀν­τι­φά­σε­ων, μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρη ἐ­κεί­νη ποὺ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὴν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς ἐμ­πει­ρί­ας μὲ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­φαί­ρε­σης.

           Ἡ φόρ­μα τοῦ δι­η­γή­μα­τος, λοι­πόν, ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε τὴν ἄ­πο­ψή μου ἐ­ξαρ­χῆς γιὰ μιὰ γρα­φὴ λα­κω­νι­κή, βα­σι­σμέ­νη πολ­λὲς φο­ρὲς σὲ βι­ω­μα­τι­κὰ μο­τί­βα, κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, ποὺ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ πα­ρα­πέμ­πει στὸ καί­ριο τῆς ποι­ή­σε­ως, τοῦ ἐ­πι­γράμ­μα­τος καὶ τῆς μι­νι­μα­λι­στι­κῆς

           “Μπον­ζά­ι» εἶ­ναι ἕ­νας εὔ­στο­χος ὅ­ρος ποὺ υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ Πλανόδιον συγ­γε­νι­κὸς τοῦ χαϊκοῦ, τῆς λε­πτουρ­γί­ας, τῆς μι­νι­α­τού­ρας, ἀ­κό­μα καὶ τῆς βι­νι­έ­τας.

           Ἔ­χω πάν­τα στὸ μυα­λό μου τὴν ἀ­πο­στρο­φὴ τοῦ Πα­σκὰλ ποὺ ση­μεί­ω­σε κά­πο­τε σὲ ἐ­πι­στο­λὴ σὲ φί­λο του ὅ­τι βι­ά­ζε­ται γι’ αὐ­τὸ τοῦ γρά­φει πολ­λά. Ἢ τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Χε­μιν­γου­έ­η ὅ­τι ἡ σύν­τα­ξη ἑ­νὸς τη­λε­γρα­φή­μα­τος εἶναι ἕ­να πο­λὺ δύ­σκο­λο εἶ­δος γρα­φῆς.

           Ἡ οἰ­κο­νο­μη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση ἦ­ταν πάν­τα ὁ κύ­ριος στό­χος τῶν γρα­πτῶν μου, ἡ φι­λο­δο­ξί­α τους. Τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἔ­γρα­ψα εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἔ­κτα­σης σὲ σχέ­ση μὲ ἄλ­λα πο­λυ­σέ­λι­δα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Οἱ Οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­τσι λε­γό­ταν, θυ­μί­ζει ἐ­κτε­νὴ πε­ρί­λη­ψη δι­α­φό­ρων πε­ρι­στα­τι­κῶν ἀ­πὸ τὴ δι­α­δρο­μὴ μιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που.

           Σὲ ἕ­να πρό­σφα­το ἀ­νέκ­δο­το δι­ή­γη­μά μου προ­τεί­νω, μὲ ἕ­να μι­κρὸ πρό­λο­γο, ὡς δι­ή­γη­μα τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ κρα­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἄ­γνω­στος συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πὸ μορ­φὴν κε­φα­λαί­ων καὶ ὑ­πο­κε­φα­λαί­ων, θέ­λον­τας ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κά­πο­τε νὰ γρά­ψει ἕ­να αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πρὶν πε­θά­νει. Ἔ­κρι­να ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ ὑ­λι­κὸ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ ὑ­πο­κα­τα­στή­σει πε­ριτ­τὲς πε­ρι­γρα­φὲς γε­γο­νό­των τὰ ὁ­ποῖ­α προ­οι­κο­νο­μοῦ­σαν οἱ τί­τλοι καὶ οἱ ὑ­πό­τι­τλοι τῶν κε­φα­λαί­ων, ὅ­πως γι­νό­ταν στὰ πα­λιὰ ξέ­να καὶ ἑλ­λη­νι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα.

           Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ση­μει­ώ­σω ἀρ­κε­τὰ ἀ­κό­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ φύ­ση, ὅ­πως ἐ­γὼ τὴν ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι, τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἀλ­λὰ θὰ μα­κρη­γο­ροῦ­σα, ὁ­πό­τε στα­μα­τῶ γιὰ νὰ πε­ρά­σω πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να σὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ θί­ξω, δη­λα­δὴ τὴ σχέ­ση καὶ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση μι­κρῆς φόρ­μας καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση: τί ἐν­νο­οῦ­με ὅ­ταν μι­λᾶ­με γε­νι­κὰ καὶ τυ­πι­κὰ γιὰ μιὰ «ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους»;

           Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ται­νί­α (ἀ­νε­ξαρ­τή­τως πε­ρι­ε­χο­μέ­νου) τῆς ὁ­ποί­ας ἡ διά­ρκεια δὲν ξε­περ­νᾶ τὰ 35 λε­πτὰ πε­ρί­που. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ μέ­χρι τὰ 59 λε­πτὰ κά­θε ται­νί­α αὐ­τῆς τῆς διά­ρκειας ὀ­νο­μά­ζε­ται «ται­νί­α με­σαί­ου μή­κους». Εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι οἱ ται­νί­ες ποὺ ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α ὥ­ρα θε­ω­ροῦν­ται «ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους».

           Θὰ ἐ­πα­να­λά­βω ὅ­τι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, καὶ ἄς μὴν φα­νεῖ αὐ­τὸ πα­ρά­ξε­νο, ἡ με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὴ φόρ­μα τῆς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους πα­ρου­σιά­ζει τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψου­με σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι στὴν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ τρί­του ἐ­ρω­τή­μα­τος ποὺ ἔ­θε­σα προ­η­γου­μέ­νως σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ἢ μὴ τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν κω­δί­κων κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ λο­γο­τε­χνί­ας.

           Ναί, ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες, ἂς τοὺς θε­ω­ροῦ­με πλέ­ον, σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ ταυ­τό­ση­μους.

           Μπο­ρεῖ, ὅ­πως ἔ­χει λε­χθεῖ, ἡ ὄ­σμω­ση τῶν δύ­ο μέ­σων νὰ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις (οἱ συγ­γρα­φεῖς δὲν γρά­φουν πλέ­ον ὅ­πως ἔ­γρα­φαν πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­λευ­ση τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὅ­πως καὶ οἱ σκη­νο­θέ­τες με­τὰ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι ἡ γρα­φὴ παί­ζει κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πα­ρα­γω­γὴ κι­νου­μέ­νων εἰ­κό­νων, δὲν κι­νη­μα­το­γρα­φοῦν ὅ­πως πα­λιὰ), ἀλ­λὰ οἱ δι­α­φο­ρὲς τῶν δύ­ο μέ­σων εἶ­ναι σα­φεῖς.

           Θὰ συμ­φω­νή­σου­με στὸ ἑ­ξῆς γνω­στὸ καὶ πο­λυ­ει­πω­μέ­νο: ὅ­τι τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος μιᾶς πόρ­τας μπο­ροῦ­με νὰ τὴ φαν­τα­στοῦ­με μὲ ἄ­πει­ρους τρό­πους, ἐ­νῶ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τὸ ἄ­νοιγ­μα μιᾶς πόρ­τας τὸ βλέ­που­με νὰ συμ­βαί­νει ἅ­παξ.

           Αὐ­τὸ πά­λι δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­τύ­πω­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος δὲν κι­νη­το­ποι­εῖ τὴ φαν­τα­σί­α μας, κά­θε ἄλ­λο.

           Τὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ μό­λις ἀ­νέ­φε­ρα ὑ­παι­νίσ­σε­ται πε­ρι­ο­ρι­σμούς: τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τῆς μη­χα­νι­κῆς εἰ­κό­νας, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐκ μέ­ρους τῆς φω­το­γρα­φί­ας γιὰ νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ὑ­πέρ­βα­σή της ἐκ μέ­ρους τῆς κι­νού­με­νης εἰ­κό­νας.

           Ἐ­ρω­τῶ, ὅ­μως: δὲν ἔ­χει συμ­βεῖ στὸν κα­θέ­να μας νὰ γει­ω­νό­μα­στε δια­βά­ζον­τας μιὰ μο­νο­σή­μαν­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ πε­ρι­γρα­φή, ἐ­νῶ ἀν­τί­θε­τα βλέ­πον­τας κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες πά­νω στὸ ἴ­διο θέ­μα, αὐ­τὲς νὰ μᾶς ὠ­θοῦν σὲ ὑ­περ­βά­σεις;

           Νο­μί­ζω ὅ­τι οἱ προ­η­γού­με­νες σύν­το­μες σκέ­ψεις προ­σπα­θοῦν νὰ δεί­ξουν συγ­γέ­νει­ες καὶ ἀ­πο­στά­σεις τῶν δύ­ο κω­δί­κων, τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

           Τώ­ρα ἄς πε­ρά­σου­με πιὸ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­να στὴ σχέ­ση δι­η­γή­μα­τος καὶ ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους χω­ρὶς νὰ ξε­χνᾶ­με ὅ­σα προ­α­να­φέρ­θη­καν γε­νι­κὰ γιὰ τὴ σχέ­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὀ­θό­νης.

           Οἱ δύ­ο αὐ­τὲς ἐκ­φρά­σεις δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἔ­κτα­ση, ἂς τὴν ποῦ­με τῆς ἀ­φή­γη­σης (ἂν καὶ ἐ­δῶ πα­ρεν­θε­τι­κὰ νὰ πῶ ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ῶ συμ­βα­τι­κὰ τὸν ὄ­ρο ἀ­φή­γη­ση, για­τί μπο­ρεῖ νὰ θέ­λω νὰ εἰ­κο­νο­ποι­ή­σω ἕ­να ἀν­τι­α­φη­γη­μα­τι­κό, μὴ ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κὸ δι­ή­γη­μα…). Τέ­λος πάν­των.

           Μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ δεί­χνουν ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ὅ­τι μοιά­ζουν οἱ δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, ἀλ­λὰ βα­θύ­τε­ρα ἔ­χουν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν στὴ σχέ­ση τους τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει, ὅ­πως προ­α­νέ­φε­ρα, ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λο­γο­τέ­χνη­μα ποὺ πρό­κει­ται νὰ γί­νει κι­νού­με­νη εἰ­κό­να. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι: ἐ­πει­δὴ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κώ­δι­κες (αὐ­τὸν τῆς γρα­φῆς καὶ αὐ­τὸν τῆς εἰ­κό­νας, ἄ­σχε­τα μὲ τὸ ἂν κά­πο­τε ἡ ση­μει­ο­λο­γι­κὴ θε­ω­ρί­α ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὴν εἰ­κό­να ὡς κεί­με­νο), θὰ πρέ­πει νὰ σκε­φθοῦ­με μὲ βά­ση αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­σθη­κε «με­τα­στοι­χεί­ω­ση».

           Ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να κα­τα­νο­η­τὸ ὅ­τι μέ­σα στὰ κοι­νὰ γο­νί­δια τῶν δύ­ο ἐκ­φρά­σε­ων κυ­κλο­φο­ροῦν καὶ ἄλ­λα ξέ­να, ποὺ θέ­λουν προ­σο­χὴ για­τὶ αὐ­τὰ εἶ­ναι ποὺ συν­θέ­τουν τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα.

           Θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σουν ἕ­να ἐγ­χεί­ρη­μα ποὺ σὲ πρώ­τη μα­τιὰ μοιά­ζει εὔ­κο­λο.

           Για­τὶ βλέ­πον­τας ἕ­να δι­ή­γη­μα, κρί­νου­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ προ­σφο­ρό­τε­ρο ὑ­λι­κὸ γιὰ με­τα­φο­ρὰ τὴν ὀ­θό­νη ἀ­πὸ μιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­φή­γη­ση, χω­ρὶς νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες του.

           Τὸ το­νί­ζω αὐ­τὸ ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πῶ καὶ τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις, δι­ή­γη­μα καὶ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, καὶ θε­ω­ρῶ ἀ­στο­χί­α τὴν προ­ε­ξό­φλη­ση τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος μὲ βά­ση ἕ­να σχῆ­μα ποὺ τὸ ὁ­μο­ει­δές του θὰ σταθ­μι­σθεῖ μὲ ἕ­ναν τρό­πο προ­γραμ­μα­τι­κό.

           Θὰ φέ­ρω ὡς πα­ρά­δειγ­μα τὶς ἀ­να­πό­φευ­κτες δυ­σχέ­ρει­ες ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κά­ποι­ου σκη­νο­θέ­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος θέ­λει νὰ με­τα­φέ­ρει στὴν ὀ­θό­νη ἕ­να δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χες, για­τὶ ὁ με­γά­λος αὐ­τὸς συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ προ­σχη­μα­τι­κὰ στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του τὴν πε­ρι­γρα­φι­κό­τη­τα. Ὁ­πό­τε ὁ σκη­νο­θέ­της πρέ­πει νὰ ἐ­πι­λέ­ξει ἕ­ναν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τρό­πο ἀ­φή­γη­σης, ὁ ὁ­ποῖ­ος βέ­βαι­α ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ συ­νά­δει μὲ ὅ­λο τὸ σύ­στη­μα κω­δί­κων τῆς τέ­χνης στὴν ὁ­ποί­α με­τα­φέ­ρε­ται τὸ δι­ή­γη­μα: ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μον­τάζ, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ρυθ­μό, τὶς δι­ά­φο­ρες ἀν­τι­στί­ξεις εἰ­κό­νας-ἤ­χου κ.λπ.

           Ἀλ­λὰ καὶ λι­γό­τε­ρο δι­α­νο­η­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πα­ρου­σιά­ζουν δυ­σκο­λί­ες, ἐ­ὰν ὁ σκη­νο­θέ­της μη­χα­νι­στι­κὰ με­τα­φέ­ρει τὶς εἰ­κό­νες τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἀ­φη­γή­σε­ων (ὅ­πως αὐ­τὸς τὶς φαν­τά­ζε­ται φυ­σι­κὰ) στὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας μι­κροῦ μή­κους.

           Ἐ­δῶ ἄλ­λη μιὰ ἀ­ναγ­καί­α πα­ρέν­θε­ση ποὺ ἀ­φο­ρᾶ στὴ «με­τα­στοι­χεί­ω­ση» τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κει­μέ­νου σὲ σε­νά­ριο:

           Τὸ σε­νά­ριο κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο πα­ρὰ τὶς ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις, ἂν καὶ ἔ­χει τοὺς κα­νό­νες καὶ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς του, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται γιὰ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει τὴ λο­γι­κή τῶν κι­νού­με­νων εἰ­κό­νων. Μό­νο ποὺ συ­χνὰ ἡ γρα­φὴ ἑ­νὸς σε­να­ρί­ου συ­νο­μι­λεῖ ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: ἡ γρα­φὴ τῆς Κα­θό­δου τῶν ἐν­νιά τοῦ Θα­νά­ση Βαλ­τι­νοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει ἀρ­χι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στά­διο τῆς σε­να­ρι­ο­ποί­η­σης τῆς νου­βέ­λας. Γι’ αὐ­τὸ ἡ εἰ­κο­νο­ποι­ί­α τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἔρ­γου πα­ρα­πέμ­πει στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ ἀ­πεί­κα­σμα, κά­νον­τας τὶς δύ­ο ἐκ­φρά­σεις νὰ δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται δη­μι­ουρ­γι­κά.

           Ὑ­πάρ­χουν, βέ­βαι­α, καὶ ἐ­ξαι­ρέ­σεις: νου­βέ­λες ἢ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­θη­καν στὸ σε­νά­ριο λέ­ξη πρὸς λέ­ξη καὶ κι­νη­μα­το­γρα­φή­θη­καν π.χ. Τὸ γε­ρά­κι τῆς Μάλ­τας τοῦ Τζὸν Χι­οῦ­στον τὸ σε­νά­ριο τοῦ ὁ­ποί­ου βα­σί­σθη­κε «πι­στὰ» στὴν ὁ­μώ­νυ­μη νου­βέ­λα τοῦ Ντά­σι­ελ Χά­μετ. Ἐ­πί­σης, ἡ ἀ­φή­γη­ση μιᾶς σε­λί­δας τοῦ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων εἰ­κο­νο­γρα­φή­θη­κε σὰν σε­νά­ριο ἀ­πὸ τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη στὴν ὁ­μώ­νυ­μη μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α του. Ὅ­ταν λέ­ω «πι­στά», βέ­βαι­α, δὲν ἐν­νο­ῶ μιὰ μη­χα­νι­στι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση πρώ­του ἐ­πι­πέ­δου, ἀλ­λὰ μιὰ με­του­σί­ω­ση, ἂς τὸ ὁ­ρί­σω ἔ­τσι, εἰ­κό­νων σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον κώ­δι­κα.

           Πολ­λοὶ θε­ω­ρη­τι­κοὶ ἔ­χουν πα­ρο­μοιά­σει τὴ με­τα­φο­ρὰ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ με­τά­φρα­ση. Δὲν ἔ­χουν ἄ­δι­κο γε­νι­κὰ μι­λών­τας στὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς λε­γό­με­νης «με­τα­γλώτ­τι­σης», ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ τη­ρη­θοῦν οἱ ἀ­να­λο­γί­ες. Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς γλώσ­σας-πη­γῆς στὴ γλώσ­σα-ὑ­πο­δο­χῆς σὲ ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο νο­μί­ζω ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σει κα­νεὶς μὲ τοὺς ὅ­ρους ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­να­λύ­σω.

           Μί­α βι­α­στι­κὴ μα­τιὰ στὸ ζή­τη­μα τῆς με­τα­φο­ρᾶς στὴν ὀ­θό­νη τῆς μι­κρῆς ἢ τῆς με­γά­λης φόρ­μας, ὅ­πως ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ὁ­δη­γεῖ στὸ ἁ­πλο­ποι­η­μέ­νο συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ σε­να­ρι­ο­γρά­φος δὲν ἔ­χει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στες λι­γό­τε­ρες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κα­τὰ τὴ με­τα­φο­ρά.

           Σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο, φυ­σι­κά, δὲν ἀ­στο­χοῦν ὅ­σοι τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἂν σκε­φτοῦ­με ὅ­τι ἕ­να δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτα­θεῖ καὶ νὰ κα­λύ­ψει τὶς ἀ­νάγ­κες μιᾶς με­γά­λου μή­κους ται­νί­ας, ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ ξα­να­σκε­φθοῦ­με τὸ θέ­μα.

           Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη δὲν ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μπο­ρεῖ νὰ συρ­ρι­κνω­θεῖ γιὰ νὰ με­τα­φερ­θεῖ στὴν ὀ­θό­νη μὲ τὴ μορ­φὴ μι­κροῦ ἢ με­σαί­ου μή­κους ται­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τί­πο­τα δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται.

           Ἄς θυ­μη­θοῦ­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μα­γι­κοῦ βου­νοῦ τοῦ Τό­μας Μάν, ποὺ πολ­λοὶ ἐ­πώ­νυ­μοι σκη­νο­θέ­τες τοῦ παγ­κό­σμιου κι­νη­μα­το­γρά­φου, κα­τὰ και­ρούς, φλέρ­τα­ραν μὲ τὴν ἰ­δέ­α τῆς με­τα­φο­ρᾶς του σὲ ται­νί­α με­γά­λου μή­κους, ἀλ­λὰ δὲν προ­χώ­ρη­σαν, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πλη­θω­ρι­κὸ αὐ­τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα νὰ με­τα­φερ­θεῖ, τε­λι­κά, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὑ­πὸ μορ­φὴν τη­λε­ται­νί­ας, μέ­σω μιᾶς ἐμ­πνευ­σμέ­νης δι­α­σκευ­ῆς του.

           Ἐ­δῶ χρει­ά­ζε­ται νὰ εἰ­σά­γω στὴ συ­ζή­τη­ση δι­ά­φο­ρους ὅ­ρους ποὺ λαν­θά­νουν μέ­χρι τώ­ρα στὸ κεί­με­νό μου καὶ ἀ­φο­ροῦν γνω­στοὺς καὶ τυ­πι­κοὺς τρό­πους/τε­χνι­κὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο (καὶ ὄ­χι μό­νο) σε­να­ρι­ο­ποι­εῖ­ται:

           Ὅ­λοι ἔ­χε­τε δεῖ στοὺς τί­τλους μιᾶς ται­νί­ας φρά­σεις ὅ­πως: τὸ σε­νά­ριο εἶ­ναι  β α σ ι σ μ έ ν ο  στὸ τά­δε κεί­με­νο, ἐ μ π ν ε υ σ μ έ ν ο  ἀ­πό τό…, τὸ σε­νά­ριο ἀ­πο­τε­λεῖ  δ ι α σ κ ε υ ὴ  τοῦ τά­δε κει­μέ­νου ἢ  π ρ ο σ α ρ μ ο γ ὴ  τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἢ βα­σι­σμέ­νο σὲ μιὰ  ἰ δ έ α  ἑ­νὸς κει­μέ­νου…

           Ἔ­γι­νε φα­νε­ρὸ ἀ­πὸ τὰ προ­η­γού­με­να, πάν­τως, ὅ­τι σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸ τε­λι­κὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ προ­ϊ­ὸν προ­κύ­πτει μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­που με­τάλ­λα­ξη τῶν στοι­χεί­ων ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος.

           Προ­σο­χή, ὅ­μως: αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι γε­νι­κὰ ἡ μι­κρὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα δὲν εἶ­ναι προ­σφο­ρό­τε­ρη στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νου σε­να­ρι­ο­γρά­φου γιὰ τὴν με­τα­τρο­πή της σὲ εἰ­κό­νες ἐν σχέ­σει μὲ τὴ με­γά­λη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα.

           Προ­σπα­θῶ ἁ­πλῶς νὰ ἐ­πι­το­νί­σω τὰ ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ ἐμ­πό­δια ποὺ ὑ­πάρ­χουν γιὰ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς με­τα­στοι­χεί­ω­σης, ἐ­ὰν κα­νεὶς θε­λή­σει νὰ με­τα­γρά­ψει χω­ρὶς προ­βλη­μα­τι­σμὸ μιὰ «μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α» σὲ κι­νού­με­νες εἰ­κό­νες.

           Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦν ὡς ἀ­πό­σταγ­μα ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος, δη­λα­δὴ μιὰ  ἰ δ έ α  ἢ ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πρό­τα­ση ἕ­να  τ α χ ύ δ ρ α μ α, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς δώ­σει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­σή του εἶ­ναι μιὰ ὑ­πό­θε­ση ἁ­πλή.

           Ἄς ἀ­να­φερ­θῶ στὴν με­τα­φο­ρὰ τοῦ δι­η­γή­μα­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη «Πί­στο­μα» στὴν ὀ­θό­νη. Νὰ θυ­μί­σω ότι ἔ­χουν γί­νει πολ­λὰ σε­νά­ρια καὶ ἀρ­κε­τὲς με­τα­φο­ρὲς τοῦ κει­μέ­νου αὐ­τοῦ σέ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους καὶ ὅ­τι κά­θε φο­ρὰ ἡ κι­νη­μα­το­γρά­φη­ση τῆς «ἁ­πλῆς» αὐ­τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἔ­δι­νε ἄλ­λη αἴ­σθη­ση.

           Ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­τη, πι­στεύ­ω καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ ὅ­σα προ­εῖ­πα.

           Νὰ συ­νο­ψί­σω:

           Τὸ μπον­ζά­ι, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα, εἶ­ναι μιὰ μορ­φὴ λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέμ­πει στὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, για­τί σὲ ἕ­να πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο οἱ κώ­δι­κες τῶν δύ­ο δι­α­τυ­πώ­σε­ων μοιά­ζουν.

           Αὐ­τό, ὅ­μως, δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται με­τα­ξύ τους νὰ πα­ρεμ­βλη­θεῖ ἡ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νη σε­να­ρια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α οὕ­τως ὥ­στε νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἡ σύ­ζευ­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν ἀ­νό­μοι­ων στοι­χεί­ων συν­τα­κτι­κῶν καὶ νο­η­μα­τι­κῶν ποὺ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν τοὺς δύ­ο αὐ­τοὺς κώ­δι­κες.

           Εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ σκη­νο­θε­τι­κὴ ὑ­λο­ποί­η­ση, στὴ συ­νέ­χεια, τοῦ σε­να­ρί­ου, εἶ­ναι μιὰ ἀ­κό­μα βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ ἕ­να αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

           Ἐ­πί­σης, ἐ­ὰν θὰ πε­ρί­με­νε κα­νεὶς νὰ δεῖ ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη στὴν ὀ­θό­νη μὲ «πι­στό­τη­τα» τὴ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, μᾶλ­λον δὲν ἔ­χει προ­βλη­μα­τι­σθεῖ πά­νω στὰ ζη­τή­μα­τα τῆς «με­τα­γλώ­τισ­σης», τῆς «ἀ­πό­δο­σης», τῆς «με­τα­φο­ρᾶς» ἑ­νὸς κει­μέ­νου σὲ μιὰ ἄλ­λη μορ­φι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ μὲ τὶς δι­κές της ἀ­παι­τή­σεις καὶ τοὺς δι­κούς της κα­νό­νες. Για­τί τὸ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ σύ­στη­μα μιᾶς ται­νί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Ὀ­λι­σθη­ρὸ ἐ­ὰν δὲν προ­σε­χθεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ εἰ­σέρ­χε­ται στὰ ἐν­δό­τε­ρά του: δι­ό­τι ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κὲς συν­θέ­σεις στοι­χεί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ μιὰ ἐ­πι­πό­λαι­η μα­τιὰ δεί­χνουν νὰ μοιά­ζουν με­τα­ξύ τους ἐ­νῶ τὰ χω­ρί­ζουν ἀ­πο­στά­σεις.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ κεί­με­νο ἀ­να­γνώ­στη­κε στὸ Α’ μέ­ρος τῆς «λο­γο­τε­χνι­κῆς νυ­χτε­ρί­δας» Νύ­χτα μπον­ζά­ι κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. Τὴν ἐκδήλωση στὸ σύνολό της οἱ φίλοι τοῦ ἱστολογίου μποροῦν νὰ τὴν παρακολουθήσουν ἐδῶ:

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).


Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: