Χαρὰ Μπουργάνη: Ἡ τελευταία μέρα


Mpourgani,Chara-ITeleytaiaMera-Eikona-03


Χα­ρὰ Μπουρ­γά­νη


Ἡ τε­λευ­ταί­α μέ­ρα


H-Itta-SomataΤΑΝ ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ «αὐ­τι­στι­κοῦ» ἔ­ρω­τα. Ὅ­λα ἔ­γι­ναν μη­χα­νι­κὰ μὲ σκο­πὸ ὁ κα­θέ­νας νὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ σὰν μο­νά­δα, δὲν ἑ­νώ­θη­καν ψυ­χι­κά, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ ἕ­να κα­νο­νι­κὸ ζευ­γά­ρι. Τε­λεί­ω­σαν σὲ ἄλ­λους χρό­νους καὶ ἔ­κα­ναν ντοὺς χω­ρι­στά. Στὸ τέ­λος κοι­μή­θη­καν ἀγ­κα­λιά. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἴ­σως καὶ ἡ μό­νη πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­νάγ­κη τους.

       Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α του μέ­ρα. Προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε πά­ει βόλ­τα μὲ τὸν μι­κρό, πῆ­ραν τά­πας γιὰ τὸ δρό­μο, ἔ­τρε­ξαν στὸ πάρ­κο Μα­ρί­α Λου­ί­ζα, εἶ­δαν τὸ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸ μου­σεῖ­ο τῆς Σε­βί­λης καὶ ἔ­φα­γαν πα­γω­τό. Καὶ με­τὰ γύ­ρι­σαν στὸ σπί­τι τῆς πρώ­ην του, τῆς Γκλό­ρια. Ὁ Πέ­δρο ἕ­σφι­ξε στὴν ἀγ­κα­λιὰ του τὸν Ἀν­χε­λί­το καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε μὲ ἕ­να ζε­στὸ φι­λί. Στε­νο­χω­ρι­ό­ταν κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­ταν. Πῶς νὰ ἐ­ξη­γή­σει σὲ ἕ­να παι­δὶ τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πο­λύ­πλο­κη, ὅ­ταν χω­ρί­ζεις μὲ τὴν μα­μά; Οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κα­τα­κερ­μα­τί­ζον­ται καὶ ἐ­σὺ γί­νε­σαι λά­στι­χο γιὰ νὰ εἶ­σαι ἐν­τά­ξει μὲ ὅ­λους: τὸν Ἀν­χε­λί­το ποὺ σὲ ρω­τά­ει για­τί φεύ­γεις, τὴ Γκλό­ρια ποὺ θέ­λει νὰ τρέ­χεις ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ ἐ­κεί­νη, τὴ μά­να σου ποὺ σὲ φι­λο­ξε­νεῖ για­τί ἐ­σὺ ξε­πλη­ρώ­νεις τὸ δά­νει­ο γιὰ τὸ νέ­ο σου σπί­τι. Τοῦ εἶ­χε λεί­ψει μιὰ κα­νο­νι­κὴ σχέ­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ νὰ εἶ­ναι δί­πλα του με­τὰ ἀ­πὸ 10 μέ­ρες ἀ­που­σί­ας τὸ μή­να. Ποι­ὰ δεί­χνει κα­τα­νό­η­ση γιὰ τὰ πέ­ρα δῶθε ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ πό­λεις ἀ­κό­μα κι ἂν ἐ­σὺ πᾶς νὰ δεῖς τὸ παι­δί σου; Ἦ­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Ἕν­τε­κα ὧ­ρες δρό­μος. Καὶ με­τὰ μον­τὰζ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ γιὰ τὸ ντο­κυ­μαν­τὲρ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ γυ­ρί­σμα­τα μὲ πα­λα­βοὺς μου­σι­κούς, μέ­χρι νὰ ξα­να­φύ­γει πά­λι γιὰ δέ­κα μέ­ρες. Πό­σο ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε κά­θε φο­ρὰ νὰ φτά­σει στὴ Σε­βί­λη γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν Ἀν­χε­λί­το του.

       Ἡ ὥ­ρα εἶ­χε πά­ει ὀ­κτὼ καὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μέ­ρα. Βα­σί­λευ­ε ἡ ἐ­α­ρι­νὴ ἰ­ση­με­ρί­α καὶ τὰ παι­διὰ ἔ­παι­ζαν στὶς ὄ­χθες τοῦ Γου­α­δαλ­κι­βίρ. Τί ἀ­φό­ρη­τη ὑ­γρα­σί­α! Εἶ­χε μου­σκέ­ψει στὸν ἱ­δρώ­τα. Ἀ­γό­ρα­σε μιὰ μπύ­ρα, τὴ μο­να­δι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε στὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὰ ἔ­ξο­δα ποὺ εἶ­χε: με­τα­κι­νή­σεις μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, χρή­μα­τα στὴ Γκλό­ρια, δά­νει­ο… Ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος στὶς σκέ­ψεις του ἔ­φτα­σε περ­πα­τών­τας στὴν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο. Στα­μά­τη­σε στὸ φα­νά­ρι ποὺ ἔ­δει­χνε κόκ­κι­νο. Καὶ τό­τε τὴν πρό­σε­ξε.


Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α της μέ­ρα. Εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ὀχτὼ τὸ πρω­ί. Πῆ­ρε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ Γρα­νά­δα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ δυόμισι ὧ­ρες θαύ­μα­ζε τὰ δω­μά­τια τοῦ ἀ­να­κτό­ρου τῆς Ἀ­λάμ­πρα. Ἡ Ἄλ Ἀν­τα­λοὺς τῆς μου­σουλ­μα­νι­κῆς δυ­να­στεί­ας τῶν Νασ­ρι­δῶν ἁ­πλω­νό­ταν στὰ πό­δια της μὲ τὸν ἐν­τυ­πω­σια­κό της πο­λι­τι­σμό: ἀ­ρα­βουρ­γή­μα­τα καὶ γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια σκα­λι­σμέ­να στοὺς τοί­χους καὶ τὴν ὀ­ρο­φή, εὐ­ω­δια­στοὶ κῆ­ποι, χτι­στὰ λου­τρά, ὅ­λα βγαλ­μέ­να ἀ­πὸ τὶς Χί­λι­ες καὶ μιὰ Νύ­χτες.

       Ἡ πό­λη ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σε κά­τω ἀ­πὸ τὸν καυ­τὸ ἥ­λιο. Σὲ μιὰ ἰ­σπα­νι­κὴ τα­βέρ­να κά­θι­σε κι ἔ­φα­γε πα­τά­τες καὶ ἐν­τό­σθια χοί­ρου μὲ γέ­μι­ση μπα­χα­ρι­κῶν καὶ ἤ­πι­ε κόκ­κι­νο κρα­σί. Με­θυ­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ μέ­ρους, προ­σπά­θη­σε νὰ ξε­χά­σει τὴ στε­νο­χώ­ρια της γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη συν­τρο­φιᾶς. Στὰ σα­ράν­τα πλέ­ον, δὲν εἶ­χε μὲ ποι­ὸν νὰ μοι­ρα­στεῖ τὴ χα­ρά της. Οἱ φί­λοι ποὺ τῆς εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει ἦ­ταν οἰ­κο­γε­νειά­ρχες καὶ δυ­ὸ φί­λες της, μό­νες κι ἐ­κεῖ­νες, γκρί­νια­ζαν γιὰ τὰ λε­φτά. Δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­τα­μι­εύ­εις, ὅ­ταν οἱ μι­σθοὶ εἶ­ναι τῆς πεί­νας. Γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει στὴν Ἀ­θή­να. Τὴν πε­ρί­με­νε ἡ ρου­τί­να. Ὀ­κτά­ω­ρο μπρο­στά σε ἕ­ναν ὑ­πο­λο­γι­στή, μο­να­ξιὰ στὸ σπί­τι, εἰ­δή­σεις γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κρί­ση καὶ τη­λε­φω­νι­κὲς συ­ζη­τή­σεις μὲ τὴ μη­τέ­ρα της ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πό­τε θὰ παν­τρευ­τεῖ. Ὣς ἐ­δῶ. Αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι ἤ­θε­λε νὰ τὸ χα­ρεῖ.

       Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς φο­ροῦ­σε ἕ­να λι­νὸ φλο­ράλ φό­ρε­μα καὶ μιὰ κόκ­κι­νη ἐ­σάρ­πα γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους. Κα­τευ­θύν­θη­κε στὸ φα­νά­ρι καὶ ἔ­νι­ω­σε χα­μέ­νη. Ποι­ά κα­τεύ­θυν­ση ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει; Δί­πλα της ἦ­ταν ἕ­νας κοκ­κι­νο­μά­λης, ἀ­δύ­να­τος ἄν­τρας μὲ μαῦ­ρα γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας. Ἕ­νας γο­η­τευ­τι­κὸς δι­α­νο­ού­με­νος ποὺ τὴν κοί­τα­ζε. «Πῶς μπο­ρῶ νὰ πάω στὴν Πλά­θα ντ’ ­Ἐ­σπά­νια;» τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε στὸ ἄ­κου­σμα τῆς ξε­νι­κῆς προ­φο­ρᾶς καὶ τῆς ζή­τη­σε τὸ χάρ­τη. Τῆς φά­νη­κε πὼς τὸν κοί­τα­ζε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, σὰ νὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κερ­δί­σει χρό­νο. «Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μα­κρυ­ὰ» τὸν ἄ­κου­σε στὸ τέ­λος νὰ λέ­ει. «Πη­γαί­νω στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ ἔ­χω gps, θέ­λε­τε νὰ σᾶς πε­τά­ξω;».


Ἔ­φα­γαν μα­ζὶ πρω­ι­νό. Ὀ­με­λέ­τα μὲ αὐ­γά, ντο­μά­τα, τυ­ρὶ καὶ κρεμ­μύ­δι. Μα­γεί­ρε­ψε ἐ­κεῖ­νος. «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, δὲν θὰ μυ­ρί­ζεις» τῆς εἶ­πε ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ βγά­ζει τὸ κρεμ­μύ­δι ἀ­πὸ τὴν ὀ­με­λέ­τα. «Εἶ­ναι φρέ­σκο». Ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὴν ψυ­χρό­τη­τά της στὸ σέξ, νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι θέ­λει χρό­νο γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ. Μὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τε. Ὁ Πέ­δρο πρό­σε­ξε τὴ με­λαγ­χο­λί­α της καὶ θυ­μή­θη­κε τὰ πό­δια της ποὺ κρύ­βον­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ δι­κά του ὅ­λο το βρά­δυ. Ση­κώ­θη­κε καὶ τὴν ἀγ­κά­λια­σε. «Δὲν θέ­λω νὰ φύ­γω» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Δὲν μὲ ξέ­ρεις» τῆς ἀ­πάν­τη­σε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος. «Θὰ σοῦ πῶ κά­τι ποὺ σκέ­φτο­μαι ὅ­ταν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ τὸν γιό μου. Ὅ­τι μοι­ρα­στή­κα­με ὄ­μορ­φα πράγ­μα­τα μα­ζὶ καὶ θὰ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­σο λεί­πω, τὸ χα­μό­γε­λό του».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Μπουρ­γά­νη. Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α & ΜΜΕ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ στὸ ELLE γιὰ 8 χρό­νια καὶ δου­λειὰ της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ Κ, Βη­μαγ­κα­ζί­νο, Big Fish, Ἱ­στο­ρί­α, Ἀν­τί κ.ἀ. Ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται πιὸ ἐ­νερ­γὰ μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: