Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ μεγάλο δέντρο

Christopoulos,Dimitris-ToMegaloDentro-Eikona-01


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ με­γά­λο δέν­τρο


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΑΣΑΛΕΥΤΗ, σφη­νω­μέ­νη στὸν ἀ­να­το­λι­κὸ μα­κρό­στε­νο τοῖ­χο, με­τα­ξὺ κου­ζί­νας καὶ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου, μὲ θέ­α τὸ πα­ρά­θυ­ρο, γιὰ νά ’­χω τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἐ­λέγ­χω τὴ μοί­ρα μου. Μό­λις ὁ ἥ­λιος στρέ­ψει τὸν προ­βο­λέ­α του κα­τὰ πά­νω μου, ἀρ­χί­ζω καὶ κα­θρε­φτί­ζω τὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη δό­ξα μου στὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν λὲς καὶ εἶ­μαι ρε­τρὸ φω­το­γρα­φί­α σὲ κορ­νί­ζα, δι­εκ­δι­κών­τας κ’ ἐ­γὼ λί­γο μερ­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς μέ­ρας. Κι ἔ­τσι πι­ε­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς πει­θή­νιους συγ­γε­νεῖς —τοὺς χρυ­σο­ποί­κιλ­τους κα­θρέ­φτες, τὰ κά­δρα, τὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, τὶς πο­λυ­θρό­νες, τὸν μπου­φέ, τὴν κρε­μά­στρα μὲ τὰ παλ­τὰ στὸν σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο— δὲν μπο­ρῶ οὔ­τε τὴν πλά­τη μου νὰ ξύ­σω ὅ­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο ὁ πυ­ρω­μέ­νος τοῖ­χος παίρ­νει φω­τιά, οὔ­τε τὸ χέ­ρι νὰ ση­κώ­σω ἀν­τή­λιο καὶ νὰ δι­ώ­ξω τὸν ἱ­στὸ ποὺ μιὰ ὑ­φάν­τρα μοι­ρο­λα­τρί­α μέ­ρα νύ­χτα πλέ­κει στὶς γω­νι­ές μου. Σι­ω­πῶ σὰν νά ’­μαι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α, σ’ ἕ­ναν ὁ­λο­δι­κό μου ἀ­νέγ­γι­χτο χρό­νο. Κά­πο­τε ἕ­να χέ­ρι ἀ­νοί­γει τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι, χι­μά­ει τὸ φῶς, νι­φά­δες σκό­νης πα­σπα­λί­ζουν τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου, τρό­παι­α μιᾶς νι­ό­της χα­μέ­νης.

             Ὡς ὕ­παρ­ξη πρω­τε­ϊ­κή, πά­νω μου σφίγ­γουν τὰ χέ­ρια τους θω­πευ­τι­κὰ ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ἄν­θρω­ποι ποὺ ἐ­κτι­μοῦν τὴν ἀ­ξί­α μου —τε­χνί­τες, βι­βλι­ο­φά­γοι, οἰ­νο­ποι­οί—συ­χνὰ μὲ γάν­τια στὰ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα ἀ­ναί­δειας. Μὲ θε­ω­ροῦν πο­λύ­τι­μη καὶ μὲ προ­σέ­χουν. Πα­ρά­πο­νο δὲν ἔ­χω. Λί­γο τό ’­χεις, λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ ἀ­πο­κτᾶς ἀ­ξί­α με­τὰ θά­να­τον. Εὔ­κο­λη πάν­τως δὲν μπο­ρεῖς νὰ μὲ πεῖς. Ἀ­κρι­βο­θώ­ρη­τη, ἴ­σως, ἀ­πρό­σι­τη καὶ σί­γου­ρα ἐ­κλε­κτι­κὴ ἐ­πέν­δυ­σις, για­τὶ εἶ­μαι ἡ πρώ­τη ποὺ δο­κι­μά­ζω τὰ κα­λύ­τε­ρα κρα­σιὰ τοῦ κό­σμου καὶ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα βι­βλί­α. Εἶ­δος ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση, μὰ ἀ­πὸ βα­σι­λι­κὴ γε­νιά.

             Στὰ νιά­τα μου, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά μου, εἶ­χα σου­ξὲ με­γά­λο καὶ μὲ προ­σκυ­νοῦ­σαν σὰν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ὅ­λα τὰ λε­βεν­τό­παι­δα τοῦ χω­ριοῦ. Τέ­τοι­α κορ­μο­στα­σιά, ἔ­λε­γαν, δὲν βρί­σκεις που­θε­νά. Ἄ­νασ­σα τοῦ δρυ­μοῦ, μὲ εἶ­χε ἀ­να­κη­ρύ­ξει ἕ­νας ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος ποὺ ζοῦ­σε στὰ μέ­ρη μας ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά τὰ χρό­νια καὶ ἤ­ξε­ρε τὴ χη­μεί­α τῆς χλω­ρο­φύλ­λης, γιὰ νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­φο­σί­ω­σή του.

             Ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα, ἀ­νύ­πο­πτη, μὲ τὸ πρῶ­το φῶς ἦρ­θαν τὰ πά­νω κά­τω καὶ φό­βος κρυ­φὸς φώ­λια­σε στὰ φυλ­λο­κάρ­δια μου. Ὁ ἀ­γο­ραῖ­ος ἀρ­χάγ­γε­λος κα­τέ­βη­κε, ἔ­ρι­ξε τὴ βα­ριὰ σκιά του, μὲ ξε­ρί­ζω­σε καὶ πῆ­ρε τὴν προ­γραμ­μέ­νη μου ψυ­χή. Βλέ­πεις, ἀ­φοῦ ἔ­γι­να ὑ­πε­ραι­ω­νό­βια, εἶ­χε φτά­σει καὶ γιὰ μέ­να τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου γιὰ τὴν ἀ­έ­να­η με­τα­μόρ­φω­ση. Τὰ ρι­ζο­δόν­τια μου πέ­σαν ἕ­να ἕ­να, τὰ νε­φρά μου πέ­τρω­σαν, τὸ κορ­μί μου ζά­ρω­σε. Ἤγ­γι­κεν ἡ ὥ­ρα νὰ γί­νω με­τὰ θά­να­τον χρή­σι­μη, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­κτή­σω —λέ­νε οἱ νό­μοι τῶν σο­φῶν— ὑ­πε­ρα­ξί­α. Στὸ βα­σί­λει­ο τῶν θνη­τῶν, βλέ­πεις, κι ὁ θά­να­τος κερ­δῶ­ος εἶ­ναι. Κα­λύ­τε­ρα νε­κρὸς πα­ρὰ ζων­τα­νός.

             Ἕ­να πρω­ὶ ξε­μαλ­λι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­χτέ­νι­στη ἄ­ρον ἄ­ρον μὲ σύ­ρα­νε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο ὅ­που ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τῶν πρι­ο­νι­ῶν, τῆς πλά­νης καὶ τῶν σφυ­ρι­ῶν, μὲ σκί­σα­νε —εἴ­πα­νε οἱ χει­ρουρ­γοί— σύμ­φω­να μὲ τὰ νε­ρά μου κι ἔ­πει­τα με­τα­ποι­η­μέ­νη, ἄ­σε­μνα μὲ τα­ρι­χεύ­σα­νε σὲ σχῆ­μα συμ­πα­γές.

             Τέ­λος πάν­των, αὐ­τὰ ἔ­χει ὁ χρό­νος ὁ παν­δα­μά­τωρ. Ἂν καὶ γιὰ νά ’­μαι εἰ­λι­κρι­νής, εἶ­ναι στιγ­μὲς ποὺ θά ‘θε­λα νά ‘­μουν ἕ­να λε­χού­δι κού­τσου­ρο ποὺ καί­γε­ται στὸ τζά­κι καὶ ζε­σταί­νει μὲ τὴν πύ­ρι­νη γλώσ­σα του τοὺς ξω­μά­χους ποὺ τουρ­του­ρί­ζουν ἀ­π’ τὸ κρύ­ο —καὶ ποῦ ξέ­ρεις, μπο­ρεῖ καὶ νὰ λαμ­πά­δια­ζε καὶ κα­νέ­να ὀ­μορ­φό­παι­δο γιὰ χά­ρη μου, καὶ τό­τε, τ’ ὁρ­κί­ζο­μαι, σπο­δὸς θὰ γι­νό­μουν στὰ πό­δια του— πα­ρὰ νὰ ζῶ φυ­λα­κι­σμέ­νη σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους τὸ θαῦ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μου ἀ­θα­να­σί­ας. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χει στ’ ἀ­λή­θεια ἡ ἔ­σχα­τη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖς ν’ ἀν­θί­ζεις;

             Στὰ ἰ­σό­βια γε­ρά­μα­τα ἐν­τοι­χι­σμέ­νη σὲ δώ­δε­κα τε­τρα­γω­νι­κά, μό­νη μου πα­ρη­γο­ριὰ ἕ­να πο­τή­ρι κόκ­κι­νο κρα­σί, ποὺ ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ τὸ πα­λιό τὸ ἄ­ρω­μά μου, καὶ τὰ βι­βλί­α. Ναί, τὰ βι­βλί­α… τ’ ἀ­φή­νω νὰ ἀ­να­παύ­ουν γεν­ναι­ό­δω­ρα τὶς ρά­χες τους στὸ ἀ­πο­δε­κα­τι­σμέ­νο μου κορ­μὶ καὶ σὰν βάλ­σα­μο νὰ λυ­τρώ­νουν τὴ λε­η­λα­τη­μέ­νη μου ψυ­χὴ οἱ λέ­ξεις τους.

             Μὰ πιὸ πο­λὺ μ’ ἀ­ρέ­σει, ὅ­ταν βρα­διά­ζει, ἕ­να ἀ­πόκε­ρο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πά­νω μου π’ ἀ­φή­νει νὰ γλι­στρᾶ ἀ­νε­παι­σθή­τως μέ­σα μου ἡ βα­ριὰ φω­νὴ τοῦ κυρ-Ἀ­λέ­ξαν­δρου, ἴ­διος ψαλ­μὸς σὲ ρη­μο­κλή­σι· ἀ­φοῦ πρῶ­τα βγά­λει ἀ­πὸ τὴν ἔ­ξω τσέ­πη τοῦ τριμ­μέ­νου στοὺς ἀγ­κῶ­νες πα­νω­φο­ριοῦ του ἕ­να κομ­πο­λό­ι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς, καὶ ἀ­πὸ τὴ μέ­σα ἕ­να φλα­σκὶ γε­μά­το κρα­σὶ γιὰ νὰ βρέ­ξει μιὰ στα­λιὰ τὰ χεί­λη του, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ἐμ­μο­νι­κὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς για­γιᾶς μου, τῆς βα­σι­λι­κῆς δρυ­ός, τοῦ Με­γά­λου Δέν­τρου. Τὴν ἀ­κοῦ­τε;  «Εἰ­πὲ νὰ μοῦ φει­σθοῦν, νὰ μὴ μὲ κό­ψουν… διὰ νὰ μὴ κά­μω ἀ­κου­σί­ως κα­κόν. Δὲν εἶμ’ ἐ­γὼ νύμ­φη ἀ­θά­να­τος· θὰ ζή­σω ὅ­σον αὐ­τὸ τὸ δέν­δρον…» Χοῦς εἰ­μὶ καὶ εἰς χοῦν ἀ­πε­λεύ­σο­μαι, τὸ στῆ­θος μου οὐρ­λιά­ζει, νε­ρὸ ἔ­σο­μαι γιὰ τοὺς δι­ψα­σμέ­νους, ψω­μὶ γιὰ τοὺς πει­να­σμέ­νους, ἀ­γέ­ρας φου­σκο­δέν­τρης γιὰ τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους, ροῦ­χο γιὰ τοὺς γυ­μνούς, σπί­τι γιὰ τοὺς ἄ­στε­γους, ἐ­γὼ τὸ χῶ­μα καὶ σεῖς οἱ ρί­ζες π’ ἁ­πλώ­νουν.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Fractal.

[Εἰ­κό­να: Emile Jean Baptiste Philippe Bin (1825–1897), The Hamadryad (1870)]

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: