Βασιλική Πέτσα: Βαλσαμωμένο ἐλάφι

Petsa,Basiliki-BalsamomenoElafi-Eikona-02


Βα­σι­λι­κὴ Πέ­τσα


Βαλ­σα­μω­μέ­νο ἐ­λά­φι

 

Στὴν Τέ­τη


01-EpsilonΒΑΦΕΣ τὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν σου μὲ κόκ­κι­νο μαρ­κα­δό­ρο, θυ­μᾶ­σαι;

Κι ἐ­σὺ σχε­δί­α­ζες ἕ­να βά­ζο μὲ λου­λού­δια, τρι­αν­τά­φυλ­λα νο­μί­ζω, αὐ­τὰ σοῦ ἀ­ρέ­σα­νε.

           Δὲν μοι­ά­ζα­νε πο­τὲ μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα.

           Ναί, δὲν μοι­ά­ζα­νε.

           Κι ἐ­σὺ εἶ­χες μουν­τζου­ρω­θεῖ γύ­ρω γύ­ρω στὰ δά­χτυ­λα.

           Ἀ­κό­μα μουν­τζου­ρώ­νο­μαι.

           Σοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἡ μα­μὰ θὰ σὲ μα­λώ­σει ἅ­μα ξυ­πνή­σει.

           Κι ἐ­γὼ σοῦ εἶ­πα ὅ­τι θὰ φο­ρέ­σω κάλ­τσες καὶ τὰ κλει­στὰ πα­πού­τσια γιὰ νὰ μὴν τὰ δεῖ. Καὶ σὲ εἶ­πα καὶ κα­κιὰ καὶ ζη­λιά­ρα καὶ χα­ζή.

           Καὶ μὲ ἔ­βα­ψες στὸ πρό­σω­πο μὲ τὸν μαρ­κα­δό­ρο.

           Στὴ μύ­τη, γιὰ νὰ μοιά­ζεις μὲ κλό­ουν.


*


           Ἡ Ἕλ­λη κά­θε­ται στὴ λευ­κὴ φὲρ φορ­ζέ, τὸ ἕ­να της γό­να­το λυ­γι­σμέ­νο μέ­χρι τὸ πι­γού­νι. Τὸ ἄλ­λο τὸ ἔ­χει ἀ­φή­σει ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται, δὲν φτά­νει τὸ πά­τω­μα. Στὸ δε­ξί της χέ­ρι κρα­τᾶ ἕ­ναν πρά­σι­νο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο. Μὲ αὐ­τὸν βά­φει τὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν της. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νη δι­α­γώ­νια στὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι τῆς βε­ράν­τας μὲ τὴ γυ­ά­λι­νη ἐ­πι­φά­νεια. Μπρο­στά της ἕ­να μπλὸκ ζω­γρα­φι­κῆς μὲ σπι­ρὰλ καὶ σκόρ­πιοι μαρ­κα­δό­ροι. Ζω­γρα­φί­ζει ἕ­να σπί­τι μὲ κα­μι­νά­δα ἀ­πὸ ὅ­που ἀ­να­δύ­ε­ται κα­πνός, ἔ­χει ἤ­δη τε­λει­ώ­σει ἕ­ναν μπλὲ οὐ­ρα­νὸ μὲ ἕ­ναν με­γά­λο κί­τρι­νο ἥ­λιο μὲ μυ­τε­ρὲς ἀ­χτί­δες καὶ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο οὐ­ρά­νιο τό­ξο. Δὲν ἔ­χουν ση­μα­σί­α οἱ ἐ­πο­χές, ὄ­χι στὶς ζω­γρα­φι­ὲς τῆς Μα­ρί­ας. Ρί­χνει κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὴν Ἕλ­λη, μα­τι­ὲς ἐ­πί­κρι­σης. Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι, στὸ δί­πλα δω­μά­τιο κοι­μᾶ­ται ἡ για­γιὰ καὶ στὸ βά­θος κοι­μοῦν­ται οἱ γο­νεῖς. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα θὰ πᾶ­νε πά­λι γιὰ μπά­νιο. Σή­με­ρα δὲν νυ­στά­ζουν κα­θό­λου.

*


Μὲ ρώ­τη­σες ἅ­μα ξέ­ρω ὅ­τι ἡ μα­μὰ καὶ ὁ μπαμ­πὰς θὰ πε­θά­νουν.

           Κι ἐ­σὺ μὲ ρώ­τη­σες πό­τε καὶ για­τί.

           Μοῦ εἶ­πες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις.

           Ἀλ­λὰ ὅ­τι θὰ γί­νει. Σί­γου­ρα.

           Με­τὰ δὲν σοῦ μι­λοῦ­σα. Εἶ­χα θυ­μώ­σει.

           Ὄ­χι μα­ζί μου.

           Ὄ­χι.

           Ἡ Ἕλ­λη φο­ρᾶ τὸ πο­λύ­χρω­μο ὁ­λό­σω­μο μα­γι­ώ της μὲ τοὺς φραμ­πα­λά­δες, τὶς πλα­στι­κὲς σα­γι­ο­νά­ρες μὲ τὰ λου­λου­δά­κια, τὸ ρὸζ κα­πέ­λο της καὶ κρα­τᾶ τὴ φου­σκω­τὴ μπά­λα κα­θὼς δι­α­σχί­ζουν τὴν τσι­μεν­τέ­νια πι­λο­τὴ-γκα­ράζ. Πη­γαί­νουν στὴ θά­λασ­σα, ἡ Μα­ρί­α θὰ ἔρ­θει ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὴ για­γιά, ἡ μα­μὰ προ­χω­ρᾶ μπρο­στὰ μὲ τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης καὶ τὶς ψά­θες, τὴν ὀμ­πρέ­λα τὴν κου­βα­λᾶ ὁ μπαμ­πὰς ποὺ ἔ­χει ἤ­δη φτά­σει στὴν πα­ρα­λί­α. Ὁ μπαμ­πὰς πάν­τα ἔ­φτα­νε πρῶ­τος. Καὶ ἔ­φευ­γε πρῶ­τος. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ γιὰ λί­γο. Ἡ μα­μὰ φο­ρᾶ τὸ πα­ρε­ό της στε­ρε­ω­μέ­νο στὸ στῆ­θος μὲ ἕ­ναν κόμ­πο, ἡ Ἕλ­λη ἀ­κού­ει τὸ φρὰστ-φροὺ­στ ποὺ κά­νουν τὰ πό­δια της κα­θὼς τρί­βον­ται με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸ ὕ­φα­σμα. Ἡ Ἕλ­λη σκέ­φτε­ται ξαφ­νι­κὰ ὅ­τι ἡ μα­μὰ θὰ πε­θά­νει. Καὶ δὲν θὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ. Καὶ δὲν θὰ εἶ­ναι που­θε­νά. Οὔ­τε ὁ μπαμ­πάς. Ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ βλέ­πει μό­νο τὴ μα­μά. Θέ­λει νὰ τὴ ρω­τή­σει ἂν θὰ πε­θά­νει. Καὶ νὰ μὴν πε­θά­νει. Ἡ Ἕλ­λη ὅ­ταν φο­βᾶ­ται τρα­γου­δά­ει δυ­να­τά. Τώ­ρα τρα­γου­δά­ει.


*


           Εἶ­πες νὰ προ­σευ­χη­θοῦ­με γιὰ νὰ μήν.

           Σοῦ εἶ­πα ὅ­τι γιὰ τὴ γά­τα ποὺ ἀρ­ρώ­στη­σε εἴ­πα­με πέν­τε φο­ρὲς τὸ «Πά­τερ ἡ­μῶν». Καὶ με­τὰ ψό­φη­σε.

           Μοῦ εἶ­πες νὰ μὴ λέ­ω «ψό­φη­σε». Καὶ μὲ χτύ­πη­σες.

           Σοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἀ­φοῦ ψό­φη­σε, θὰ λέ­ω ψό­φη­σε, κι ὅ,τι θέ­λω θὰ λέ­ω. Καὶ σὲ χτύ­πη­σα κι ἐ­γώ.

           Καὶ με­τὰ ἡ για­γιὰ φώ­να­ξε «σσστ».

           Καὶ σὲ εἶ­πα μὲ σι­γα­νὴ φω­νὴ «ἠ­λί­θια».

           Καὶ εἶ­πες ὅ­τι θὰ τὸ πεῖς στὴ μα­μά.

           Καὶ σὲ εἶ­πα καρ­φί. Κι ὅ­τι ὅ­ταν ἡ μα­μὰ πε­θά­νει δὲν θὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ λὲς που­θε­νά.

           Καὶ σὲ εἶ­πα κι ἐ­γὼ «ἠ­λί­θια».


*


           Ἡ Ἕλ­λη βα­ρέ­θη­κε νὰ χρω­μα­τί­ζει τὰ νύ­χια της. Πε­τά­ει τὸν μαρ­κα­δό­ρο μὲ δύ­να­μη στὸ τρα­πέ­ζι, πά­νω στὴ ζω­γρα­φιὰ τῆς Μα­ρί­ας, νὰ τὴ μουν­τζου­ρώ­σει. Ἡ Μα­ρί­α τσα­λα­κώ­νει τὴ ζω­γρα­φιά της σὲ μπά­λα καὶ τὴν πε­τά­ει μὲ φό­ρα στὴν Ἕλ­λη. Τῆς πε­τά­ει καὶ τοὺς μαρ­κα­δό­ρους. Κά­θον­ται καὶ οἱ δύ­ο μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να καὶ δὲν μι­λᾶ­νε. Ἡ για­γιὰ ρο­χα­λί­ζει στὸ δω­μά­τιο. Ἡ Ἕλ­λη γε­λά­ει. Καὶ ἡ Μα­ρί­α, ἀλ­λὰ πιὸ δει­λά. Ἡ Μα­ρί­α καὶ ἡ Ἕλ­λη σο­βα­ρεύ­ουν. Σκέ­φτον­ται. Ἡ Ἕλ­λη κοι­τά­ζει μέ­σα στὸ δω­μά­τιο τῆς για­γιᾶς, τὸ τα­ρι­χευ­μέ­νο κε­φά­λι τοῦ ἐ­λα­φιοῦ ποὺ κο­σμεῖ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῆς κου­ζί­νας. Ἔ­χει με­γά­λα κέ­ρα­τα ποὺ πε­τά­γον­ται ἑ­κα­τέ­ρω­θεν τοῦ κε­φα­λιοῦ μὲ τὰ ὑ­γρὰ μά­τια. Ἡ Ἕλ­λη χο­ρο­πη­δᾶ στὴν κα­ρέ­κλα της, ποὺ τρί­ζει.


*


           Τὸ βρῆ­κα, σοῦ εἶ­πα.

           Πε­ρί­με­νες νὰ σὲ ρω­τή­σω, ὅ­μως ἐ­γὼ ζή­λευ­α ποὺ ἐ­σὺ κά­τι βρῆ­κες κι ἐ­γὼ τί­πο­τα.

           Βρῆ­κα πῶς δὲν θὰ πε­θά­νει ἡ μα­μά, σοῦ εἶ­πα.

           Οὔ­τε ὁ μπαμ­πάς.

           Οὔ­τε αὐ­τός, ναί, ναί, σοῦ εἶ­πα.

           Θὰ τοὺς βαλ­σα­μώ­σου­με.

           Καὶ μοῦ ἔ­δει­ξες τὸ ἐ­λά­φι.

           Δὲν θὰ κου­νι­οῦν­ται, ὅ­μως, οὔ­τε θὰ μι­λᾶ­νε με­τά, σοῦ εἶ­πα. Εἶ­σαι χα­ζή.

           Τὸ ἐ­λά­φι μι­λά­ει, ἐ­σὺ δὲν τὸ ἀ­κοῦς, σοῦ εἶ­πα. Ἐ­σὺ εἶ­σαι χα­ζή.

           Καὶ τί λέ­ει;

           Εἶ­ναι μυ­στι­κό, μό­νο σὲ μέ­να μι­λά­ει, μοῦ εἶ­πες.

           Καὶ κου­νι­έ­ται κι­ό­λας;

           Μό­νο ὅ­ταν δὲν τὸ βλέ­πει κα­νείς.

           Καὶ ποῦ τὸ ξέ­ρεις, σὲ ρώ­τη­σα.

           Μοῦ τὸ εἶ­πε, μοῦ εἶ­πες.

           Καὶ ποι­ός θὰ μοῦ λέ­ει ἐ­μέ­να κα­λη­νύ­χτα πρὶν κοι­μη­θῶ;

           Θὰ σοῦ λέ­ω ἐ­γώ, σοῦ εἶ­πα.

           Ἀ­κό­μα μοῦ λές.

           Ἀ­κό­μα σοῦ λέ­ω.

           Καὶ ἡ για­γιά; σὲ ρώ­τη­σα.

           Ἡ για­γιὰ δὲν θὰ μᾶς κά­νει λου­κου­μά­δες τὸ βρά­δυ ἅ­μα τὴ βαλ­σα­μώ­σου­με.

           Ἄ, ναί, σοῦ εἶ­πα.

           Εἴ­χα­με πά­ει μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ λι­ον­τά­ρια καὶ τὰ φί­δια καὶ τὰ που­λιὰ καὶ ἤ­ξε­ρα, σοῦ εἶ­πα, μᾶς εἶ­χαν πεῖ πῶς γί­νε­ται.

           Τώ­ρα ποὺ κοι­μοῦν­ται, νὰ μὴν τὸ κα­τα­λά­βουν.

           Τώ­ρα, μοῦ εἶ­πες.


*


           Ἡ Ἕλ­λη ἀ­νοί­γει σι­γὰ σι­γὰ τὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα. Κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ φάρ­μα­κα, στὴν κου­ζί­να. Ἡ Μα­ρί­α κρα­τά­ει τσί­λι­ες μή­πως ξυ­πνή­σει ἡ για­γιὰ ποὺ κοι­μᾶ­ται στὸ σα­λό­νι. Ἡ Ἕλ­λη ψα­χου­λεύ­ει στὸ συρ­τά­ρι, δεί­χνει στὴ Μα­ρί­α τὴ σύ­ριγ­γα γιὰ τὶς ἐ­νέ­σεις τοῦ παπ­ποῦ. Ἡ Μα­ρί­α σχη­μα­τί­ζει μὲ τὰ χεί­λη τῆς τὴ λέ­ξη «σι­ρό­πι», ἡ Ἕλ­λη δὲν κα­τα­λα­βαί­νει. Ἡ Μα­ρί­α ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται, τὸ σι-ρό-πι λέ­ει πά­λι καὶ τῆς δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι τὸ μπου­κά­λι δί­πλα στὴ ζύ­μη γιὰ τοὺς λου­κου­μά­δες. Τὸ κε­φά­λι τοῦ ἐ­λα­φιοῦ γυ­α­λί­ζει ὅ­ταν πέ­φτει πά­νω του τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, εἶ­ναι ὄ­μορ­φο καὶ λαμ­πε­ρό, ἀ­φοῦ δὲν ξέ­ρουν ποῦ βά­ζει τὸ βερ­νί­κι γιὰ τὰ ἔ­πι­πλα ὁ μπαμ­πάς, θὰ τοὺς ἀ­λεί­ψουν μὲ σι­ρό­πι. Καὶ ἂς μὴν ἔ­χουν γιὰ τοὺς λου­κου­μά­δες τὸ βρά­δυ. Θὰ βά­λουν μέ­λι. Ἡ Ἕλ­λη τρα­βά­ει τὸ ἔμ­βο­λο καὶ γε­μί­ζει τὴ σύ­ριγ­γα μὲ νε­ρό. Δὲν θυ­μᾶ­ται πῶς τὸ λέ­γα­νε τὸ φάρ­μα­κο ποὺ τοὺς εἶ­παν στὸ μου­σεῖ­ο, ἔ­μοια­ζε ὅ­μως μὲ νε­ρό. Ἡ Ἕλ­λη κρα­τᾶ τὴ σύ­ριγ­γα στὸ ἕ­να της χέ­ρι, δί­νει στὴ Μα­ρί­α τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ σι­ρό­πι. Ἡ πόρ­τα τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου εἶ­ναι ἀ­νοι­χτή, ὁ μπαμ­πὰς κοι­μᾶ­ται ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, ἡ μα­μὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ Μα­ρί­α δεί­χνει τὴ μα­μά, ἀ­πὸ αὐ­τὴν θὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἡ μα­μὰ δι­ώ­χνει μὲ τὸ χέ­ρι της μιὰ μύ­γα ποὺ τὴν ἐ­νο­χλεῖ, ἡ Ἕλ­λη καὶ ἡ Μα­ρί­α κοι­τά­ζο­νται. Ἡ μα­μὰ ὅ­μως δὲν ξυ­πνά­ει. Ἡ Μα­ρί­α νεύ­ει κα­τα­φα­τι­κὰ στὴν Ἕλ­λη.


*


           Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με.

           Πρέ­πει. Ἡ θεί­α Μα­ρί­να;

           Θὰ τὴν πά­ρου­με ἐ­μεῖς.

           Θὰ πά­ω αὔ­ριο νὰ τα­χτο­ποι­ή­σω τοὺς λο­γα­ρια­σμοὺς καὶ νὰ κα­νο­νί­σω γιὰ τὸ μάρ­μα­ρο.

           Καὶ ἡ Βαρ­βά­ρα τὸ ἔ­χει ἀ­δειά­σει τὸ σπί­τι.

           Ὡ­ραῖ­α.

           Θὰ εἶ­σαι ἐν­τά­ξει;

           Ἐ­σύ;

           Θὰ σὲ πά­ρω γιὰ κα­λη­νύ­χτα.

           Ξέ­ρεις, ἐ­μέ­να ἀ­κό­μη δὲν μοῦ μι­λᾶ­νε.

           Οὔ­τε κι ἐ­μέ­να. Σοῦ εἶ­χα πεῖ ψέ­μα­τα τό­τε.


*


           Ἡ Ἕλ­λη κλαί­ει. Ἡ Μα­ρί­α κλαί­ει. Ἡ Ἕλ­λη καὶ ἡ Μα­ρί­α ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται. Ἡ Μα­ρί­α θυ­μᾶ­ται τὴν Ἕλ­λη μὲ τὸ μα­γι­ὼ μὲ τοὺς φραμ­πα­λά­δες καὶ χα­μο­γε­λά­ει λί­γο. Ἡ Ἕλ­λη νι­ώ­θει στὸ στό­μα τὴ γεύ­ση ἀ­πὸ τοὺς λου­κου­μά­δες τῆς για­γιᾶς καὶ χα­μο­γε­λά­ει λί­γο λι­γό­τε­ρο.

           Τὸ βρά­δυ θὰ μι­λή­σουν στὸ τη­λέ­φω­νο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ὅλα τὰ χαμένα (ἐκδ. Πόλις, 2012).

Βασιλικὴ Πέτσα (Καρδίτσα, 1983). Διή­γη­μα, νου­βέ­λα. Σπού­δα­σε Μέ­σα Μα­ζι­κῆς Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ Θε­ω­ρί­ες τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­μιγ­χαμ καὶ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Βι­βλί­α της Θυ­μᾶ­μαι (νουβέλα, ἐκδ. Πόλις, 2011) καὶ Ὅλα τὰ χα­μέ­να (διηγή­μα­τα, ἐκδ. Πόλις, 2012).

Διαφημίσεις

Σταυρούλα Τσούπρου: Τὸ ένδιαφέρον ἤ τὸ τηλεφώνημα

Anastasia-883x102412


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἢ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα

(Ἀ­λη­θι­νὴ ἱ­στο­ρί­α)


02-SigmaΑΡΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ. Τέσ­σε­ρα γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ πέν­τε γιὰ τὰ ἔ­τη. Γιὰ τὶς μο­νά­δες αὐ­τὲς ποὺ πέ­φτουν ἅ­παξ κά­θε χρό­νο, μει­ώ­νον­τας κα­τὰ τί τὸ πα­ρά­στη­μά της – ὄ­χι μό­νον τὸ δι­κό της, φυ­σι­κά, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λων τῶν ἄλ­λων· ἐ­λατ­τώ­νον­τας τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ τὴν χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πὸ τὴ φι­λό­ξε­νη γῆ.

           Σα­ράν­τα πέν­τε. Πα­ρά­ξε­νο – ἀλ­λὰ πά­λι, ὄ­χι καὶ τό­σο, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς καὶ τὸ φι­λο­σο­φή­σεις – πῶς αὐ­τὲς οἱ μο­νά­δες, ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται ἀ­πα­ράλ­λα­κτα προ­κει­μέ­νου νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σουν τὴν ἑ­κά­στο­τε δε­κα­ε­τί­α, ἄρ­χι­σαν, με­τὰ τὰ σα­ράν­τα, νὰ βα­ραί­νουν στὸ σῶ­μα της καὶ τὸ μυα­λὸ της πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν καὶ ἕ­να πρῶ­το με­γά­λο σόκ· ξε­πε­ρά­στη­κε, ὅ­μως, εὔ­κο­λα, για­τί ἦ­ταν πο­λὺ κον­τὰ στὴν ἀρ­χή, σχε­δὸν ἡ ἀρ­χὴ ἡ ἴ­δια. Ἡ δεύ­τε­ρη χρει­ά­στη­κε τὸν δι­κό της χρό­νο γιὰ νὰ ἐμ­πε­δω­θεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μέ­ση ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν ἐ­δῶ, πα­ρούσα καὶ ἀ­μεί­λι­κτη, ἀλ­λά, πάν­τως, καὶ πά­λι, ὄ­χι πο­λὺ φα­νε­ρή. Ἡ τρί­τη ἄρ­χι­σε νὰ ψελ­λί­ζει ὅ­τι τὰ ψέ­μα­τα τε­λεί­ω­ναν καὶ ὅ­τι ὁ­δεύ­ου­με στα­θε­ρὰ πρὸς τὴν κο­ρύ­φω­ση καί, ἄ­ρα, ἔ­πει­τα, πρὸς τὸν δρό­μο τὸν κα­τη­φο­ρι­κό του βί­ου. Ἡ τέ­ταρ­τη, σὰν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη πιὰ ἀ­πὸ και­ρό, προ­δι­έ­θε­τε σι­γὰ σι­γὰ γιὰ τὴν γεύ­ση τῆς πί­κρας, τῆς πι­κρῆς συ­νει­δη­το­ποί­η­σης ὅ­τι πολ­λὲς ἄλ­λες καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται νε­ό­τε­ρες, καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται πιὸ πο­θη­τές, καὶ ἔ­χουν καὶ φαί­νον­ται πὼς ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρα χρο­νι­κὰ πε­ρι­θώ­ρια νὰ πραγ­μα­τώ­σουν τὸν ἑ­αυ­τό τους στὴν ζω­ή· ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θέ­λουν.

           Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου, σὲ στιγ­μὴ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­κα­τάλ­λη­λη, τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ στα­μα­τή­σει τὸ μεμ­ψί­μοι­ρο μέ­τρη­μα καί, ἀ­φοῦ κοι­τά­ξει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης, νὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.

           — Πα­ρα­κα­λῶ.

           — Ἡ κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή;

           — Μά­λι­στα, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­νό­ρε­χτα. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πρίν, τῆς κλή­σης καί, τώ­ρα, τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς εὐ­γέ­νειας τὴν προ­ε­τοί­μα­ζαν γιὰ μί­α ἀ­κό­μη μο­νό­λε­πτη συν­δι­ά­λε­ξη.

           — Πῶς εἶ­στε, κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή μου; Εἶ­στε κα­λά;

           Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ κυ­ρί­ως ὁ τρό­πος τῆς ἐκ­φώ­νη­σής της, τὴν ξαφ­νί­α­σε λί­γο. Ἐ­νῶ ἡ ἄ­με­ση, προ­σω­πι­κὴ ἕ­ως καὶ φι­λι­κὴ ἀ­πεύ­θυν­ση τῶν σύγ­χρο­νων τη­λε­πλα­σι­ὲ παν­το­ει­δῶν προ­ϊ­όν­των καὶ ὑ­πη­ρε­σι­ῶν εἶ­χε κα­τα­λή­ξει πιὰ νὰ εἶ­ναι μί­α ἀ­να­με­νό­με­νη ὅ­σο καὶ εὐ­ερ­μή­νευ­τη δι­α­φη­μι­στι­κὴ στρα­τη­γι­κή, τὸ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ποὺ ἐ­πε­δεί­κνυ­ε ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση καὶ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος τό­νος της ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­συ­νή­θι­στα. Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ εὐ­γέ­νεια ἐ­ξε­λισ­σό­ταν, λοι­πόν, σὲ εὐ­γέ­νεια ψυ­χῆς; Δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τὸ πι­στέ­ψει.

           — «Πό­θεν ἡ οἰ­κει­ό­της;», σκέ­φθη­κε, ὡς ἐκ τού­του, νὰ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, μί­α πο­λὺ πιὸ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ ἀ­τά­κα πέ­ρα­σε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸν νοῦ στὴν γλώσ­σα της.

           — Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν εἶ­μαι καὶ πο­λὺ κα­λά, τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α.

           — Μὰ για­τί; ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νὰ συ­νε­χί­σει τὴν ἐ­πί­δει­ξη ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Θὰ σᾶς πῶ – ὑ­πο­θέ­τω πὼς ἔ­χε­τε λί­γο χρό­νο. Ἐ­πι­τρέψ­τε μου, κα­τ’ ἀρ­χάς, μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Πό­σων χρο­νῶν εἶ­στε;

           — Εἴ­κο­σι ἕ­ξι.

           — Παν­τρε­μέ­νη;

           — Φρε­σκο­παν­τρέ­με­νη κι­ό­λας.

           — Ἄ, τί ὡ­ραῖ­α! Νὰ ζή­σε­τε!

           — Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με!

           — Ἄ­ρα παι­δά­κια δὲν ἔ­χε­τε. Ἢ μή­πως κά­να­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς γα­μο­βα­φτί­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό;

           — Χά, χά.

           — Γε­λᾶ­τε ἐ;

           — Γε­λά­ω, ναί. Ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε… ἐ­γὼ σᾶς τη­λε­φώ­νη­σα γιὰ νὰ σᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σω γιὰ ἕ­να οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το…

           — Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α. Τὸ γνω­ρί­ζω, τὴν δι­έ­κο­ψε. Μοῦ ἔ­χουν ξα­να­μι­λή­σει σχε­τι­κά. Δὲν μὲ πο­λυ­εν­δι­έ­φε­ρε τό­τε. Ἀλ­λὰ ποῦ ξέ­ρε­τε; Σή­με­ρα μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὲ πεί­σε­τε, συμ­πλή­ρω­σε μὲ πο­νη­ριά.

           — Λοι­πόν…

           — Λοι­πόν, δὲν μοῦ ἀ­παν­τή­σα­τε. Ἔ­χε­τε ἢ δὲν ἔ­χε­τε παι­δά­κια;

           — Ὄ­χι ἀ­κό­μα. Λοι­πόν, γιὰ τὸ πα­κέ­το…

           — Θὰ  τὰ ποῦ­με καὶ γιὰ τὸ πα­κέ­το. Μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἐν­τύ­πω­ση, δε­σποι­νίς… κυ­ρί­α… μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, ποὺ λέ­τε, ἡ ἐν­τύ­πω­ση, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ τη­λε­φω­νή­μα­τός σας, δι­ορ­θῶ­στε με ἂν κά­νω λά­θος, ὅ­τι εἴ­χα­τε ἕ­να πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Θὰ γε­λά­στη­κα…

           — Ὄ­χι, ὄ­χι, δὲν γε­λα­στή­κα­τε.

           — Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι… Για­τί νὰ ἔ­χε­τε πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ μέ­να εἰ­δι­κά; Ἀ­φοῦ δὲν μὲ ξέ­ρε­τε.

           — Ναί, δὲν σᾶς ξέ­ρω. Ἀλ­λὰ γιὰ ὅ­λους τοὺς πε­λά­τες μας ἤ, τέ­λος πάν­των, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους πε­λά­τες μας ἐν­δι­α­φε­ρό­μα­στε. Σω­στά τὸ ἀν­τι­λη­φθή­κα­τε.

           — Ἄ, τί κα­λά. Τυ­χε­ροὶ οἱ πε­λά­τες σας.

           — Εὔ­χο­μαι νὰ γί­νε­τε καὶ ἐ­σεῖς μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­λά­τισ­σές μας. Λοι­πόν, ἡ ἑ­ται­ρεί­α μας…

           — Ὤ­χου πά­λι γιὰ τὴν ἑ­ται­ρεί­α σας, δυ­σα­να­σχέ­τη­σε.

           — Μὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά μου, ἀ­πάν­τη­σε δει­λὰ ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Ἐ­φό­σον αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά σας, δε­σποι­νίς, κυ­ρί­α, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ­τε σ’ αὐ­τήν, πα­ρα­κα­λῶ. Καὶ ὄ­χι νὰ μᾶς πα­ρα­μυ­θι­ά­ζε­τε μὲ τὸ ψεύ­τι­κο ἐν­δι­α­φέ­ρον σας – ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη. Καὶ συ­νέ­χι­σε, ἀ­νε­βά­ζον­τας τοὺς τρα­γι­κοὺς τό­νους τοῦ ὑ­πο­κρι­τι­κοῦ τα­λέν­του της (για­τί, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χε τα­λέν­το): Σᾶς πί­στε­ψα, ξέ­ρε­τε.

           —  Καὶ πο­λὺ κα­λὰ κά­να­τε. Ἀλ­λὰ ὁ χρό­νος ποὺ ἔ­χου­με γιὰ τὶς τη­λε­φω­νι­κὲς κλή­σεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος.

           —  Θὰ θέ­λα­τε νὰ βρε­θοῦ­με κά­που ἔ­ξω, λοι­πόν; Γιὰ ἕ­ναν κα­φέ;

            Δι­α­βο­λε­μέ­νη ἰ­δέ­α. Ἡ ἄλ­λη θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­χε στρι­μω­χτεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Πό­σο πο­λὺ τὸ ἤ­θε­λε, νὰ που­λή­σει αὐ­τὸ τὸ ρη­μά­δι τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το;

           — Για­τί ὄ­χι;

           — Ἐ­κτὸς ἂν μὲ παίρ­νε­τε γιὰ γριά. Εἶ­μαι 45 χρο­νῶν.

           — Γριά; Μὰ τί λέ­τε; Τὸ πα­κέ­το μας…

           — Ὤχ, ἀ­φῆ­στε με πιὰ μὲ τὸ πα­κέ­το σας.

           Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν, ὑ­πο­κρι­τι­κὰ ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη καὶ πά­λι, φρά­ση της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ γραμ­μὴ εἶ­χε κλεί­σει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη. Ἡ συ­νο­μι­λή­τριά της εἶ­χε ἀ­γα­να­κτή­σει – στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­μως.

           Δὲν πει­ρά­ζει. Εἴ­κο­σι ἕ­ξι. Μό­νον δύ­ο γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ ἕ­ξι γιὰ τὰ ἔ­τη. Ἔ­χει πο­λὺ χρό­νο νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Οἱ ἀντίχειρες τῶν παλαιῶν θεῶν (ἐκδ. Ρώμη, 2015)


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου 
(Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Γεωργία Βασιλειάδου: Ἰδιοτροπίες

Basileiadou,Georgia-Idiotropies-Eikona-06


Γε­ωρ­γί­α Βα­σι­λειά­δου

 

Ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες

 

02-SigmaΤΕΚΕΤΑΙ ΜΟΝΗ, σύ­ρι­ζα στὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βλέ­πει ἀ­πέ­ναν­τι στὸ δρό­μο. Ἀ­μί­λη­τη καὶ κα­τα­κόκ­κι­νη, ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­κρα­γεῖ. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ τὴν ἀγ­γί­ζουν. Δὲν προ­σφέ­ρε­ται γιὰ λό­για πα­ρη­γο­ριᾶς οὔ­τε γιὰ νὰ σκου­πί­ζει λο­γῆς-λο­γῆς δά­κρυ­α. Ἀ­πε­χθά­νε­ται ἀ­κό­μη τὸ κου­τσομ­πο­λιό, τὸ πλύ­σι­μο, τὸ ἅ­πλω­μα μπου­γά­δας, τὸ σι­δέ­ρω­μα καὶ νὰ παί­ζει κρυ­φτὸ μὲ τὰ παι­διά. Τὴν ἐ­νο­χλεῖ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ χτυ­πᾶ ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα, ὁ πι­κάν­τι­κος κα­πνὸς τοῦ παπ­ποῦ κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τῆς κου­ζί­νας, ποὺ τὴ γυ­ρο­φέρ­νουν καὶ κολ­λοῦν πά­νω της σὰ βδέλ­λες, κά­νον­τάς την νὰ ἀ­σφυ­κτιᾶ.

           Ἡ ταυ­τό­τη­τά της ἀ­γνο­εῖ­ται. Χρό­νια τώ­ρα ὑ­πο­φέ­ρει, ὑ­πο­μέ­νον­τας τὰ ἀ­δι­ά­κο­πα τρα­βο­λο­γή­μα­τα, κα­τὰ τὸ κέ­φι τοῦ κα­θε­νός. Ἡ ὕ­παρ­ξή της ἀ­σή­μαν­τη, μέ­χρι πα­ρε­ξη­γή­σε­ως. Πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς τὸ πο­τή­ρι ξε­χεί­λι­σε καὶ πὼς ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ στα­μα­τή­σει νὰ δέ­χε­ται ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα αὐ­τὸ τὸ τα­πει­νω­τι­κό, συ­νε­χὲς τσα­λά­κω­μα. Ἀ­κί­νη­τη, χω­ρὶς πνο­ή, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τὸν ἴ­διο της τὸν ἑ­αυ­τὸ νὰ τῆς ἀ­να­κοι­νώ­νει, μὲ ὕ­φος αὐ­στη­ροῦ δι­κα­στή, τὶς βα­ρυ­σή­μαν­τες ἀ­πο­φά­σεις ποὺ θὰ ἄλ­λα­ζαν τὴ ζω­ή της.

           Ἀρ­νεῖ­ται στὸ ἑ­ξῆς νὰ κο­κε­τα­ρί­ζε­ται καὶ νὰ στο­λί­ζε­ται, ὅ­πως τῆς ἐ­πι­βάλ­λουν, στὶς γι­ορ­τές. Ἀρ­νεῖ­ται νὰ πη­γαί­νει ἀ­ψυ­χο­λό­γη­τα, ὅ­που φυ­σᾶ ὁ ἄ­νε­μος. Ἀρ­νεῖ­ται στὸ ἑ­ξῆς νὰ κρύ­βει ἔ­νο­χα μυ­στι­κὰ καὶ νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ει, πα­ρέ­α μὲ κα­κό­βου­λες συν­τρο­φι­ές, κα­θη­με­ρι­νὲς σκη­νὲς τοῦ μί­ζε­ρου τού­του κό­σμου. Τέ­λος, ἀρ­νεῖ­ται πει­σμα­τι­κὰ νὰ προ­σφέ­ρει τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες της σὲ ὅ­σους ἀ­πο­ζη­τοῦν μὲ πε­ρίσ­σιο ζῆ­λο, τὸ ὑ­πε­ρε­κτι­μη­μέ­νο φῶς ἢ τὸ δῆ­θεν λυ­τρω­τι­κὸ σκο­τά­δι.

           Ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μέ­σα στὴν ἤ­ρε­μη, κα­θη­με­ρι­νὴ ρου­τί­να της, νὰ τὴ δι­α­περ­νᾶ σὰν δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι, ἡ σκό­νη τοῦ ἀ­νε­λέ­η­του χρό­νου. Νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴ μιὰ μέ­ρα με­τὰ τὴν ἄλ­λη, χω­ρὶς νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τί­πο­τα. Αἰ­σθά­νε­ται ἀ­σή­κω­το τὸ φορ­τί­ο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς. Κι ἐ­πι­τέ­λους, τί στὸ κα­λὸ θέ­λουν ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ τῆς ζη­τοῦν εὐ­θύ­νες καὶ τὴ ζα­λί­ζουν μὲ τὰ δι­κά τους λά­θη;

           Δὲν εἶ­ναι πιὰ καὶ τό­σο δύ­σκο­λο νὰ ἀ­φή­σουν στὴν ἡ­συ­χί­α της μιὰ ἁ­πλή, συ­νη­θι­σμέ­νη κουρ­τί­να, ποὺ πο­θεῖ νὰ στέ­κε­ται ἀ­νέ­με­λα, σύ­ρι­ζα στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Βα­σι­λειά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1970). Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παι­δα­γω­γι­κὸ Τμῆ­μα Νη­πι­α­γω­γῶν τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο ΤΕΠΑΕ τοῦ Α.Π.Θ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς νη­πι­α­γω­γὸς στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση καὶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ κου­κλο­θέ­α­τρο καὶ τὴν ἀ­φή­γη­ση πα­ρα­μυ­θιοῦ. Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μά­τι τὸ βι­βλί­ο τῆς «Μου­σι­κο­κου­κλο­θε­α­τρι­κά».

Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ μεγάλο δέντρο

Christopoulos,Dimitris-ToMegaloDentro-Eikona-01


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ με­γά­λο δέν­τρο


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΑΣΑΛΕΥΤΗ, σφη­νω­μέ­νη στὸν ἀ­να­το­λι­κὸ μα­κρό­στε­νο τοῖ­χο, με­τα­ξὺ κου­ζί­νας καὶ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου, μὲ θέ­α τὸ πα­ρά­θυ­ρο, γιὰ νά ’­χω τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἐ­λέγ­χω τὴ μοί­ρα μου. Μό­λις ὁ ἥ­λιος στρέ­ψει τὸν προ­βο­λέ­α του κα­τὰ πά­νω μου, ἀρ­χί­ζω καὶ κα­θρε­φτί­ζω τὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη δό­ξα μου στὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν λὲς καὶ εἶ­μαι ρε­τρὸ φω­το­γρα­φί­α σὲ κορ­νί­ζα, δι­εκ­δι­κών­τας κ’ ἐ­γὼ λί­γο μερ­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς μέ­ρας. Κι ἔ­τσι πι­ε­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς πει­θή­νιους συγ­γε­νεῖς —τοὺς χρυ­σο­ποί­κιλ­τους κα­θρέ­φτες, τὰ κά­δρα, τὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, τὶς πο­λυ­θρό­νες, τὸν μπου­φέ, τὴν κρε­μά­στρα μὲ τὰ παλ­τὰ στὸν σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο— δὲν μπο­ρῶ οὔ­τε τὴν πλά­τη μου νὰ ξύ­σω ὅ­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο ὁ πυ­ρω­μέ­νος τοῖ­χος παίρ­νει φω­τιά, οὔ­τε τὸ χέ­ρι νὰ ση­κώ­σω ἀν­τή­λιο καὶ νὰ δι­ώ­ξω τὸν ἱ­στὸ ποὺ μιὰ ὑ­φάν­τρα μοι­ρο­λα­τρί­α μέ­ρα νύ­χτα πλέ­κει στὶς γω­νι­ές μου. Σι­ω­πῶ σὰν νά ’­μαι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α, σ’ ἕ­ναν ὁ­λο­δι­κό μου ἀ­νέγ­γι­χτο χρό­νο. Κά­πο­τε ἕ­να χέ­ρι ἀ­νοί­γει τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι, χι­μά­ει τὸ φῶς, νι­φά­δες σκό­νης πα­σπα­λί­ζουν τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου, τρό­παι­α μιᾶς νι­ό­της χα­μέ­νης.

             Ὡς ὕ­παρ­ξη πρω­τε­ϊ­κή, πά­νω μου σφίγ­γουν τὰ χέ­ρια τους θω­πευ­τι­κὰ ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ἄν­θρω­ποι ποὺ ἐ­κτι­μοῦν τὴν ἀ­ξί­α μου —τε­χνί­τες, βι­βλι­ο­φά­γοι, οἰ­νο­ποι­οί—συ­χνὰ μὲ γάν­τια στὰ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα ἀ­ναί­δειας. Μὲ θε­ω­ροῦν πο­λύ­τι­μη καὶ μὲ προ­σέ­χουν. Πα­ρά­πο­νο δὲν ἔ­χω. Λί­γο τό ’­χεις, λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ ἀ­πο­κτᾶς ἀ­ξί­α με­τὰ θά­να­τον. Εὔ­κο­λη πάν­τως δὲν μπο­ρεῖς νὰ μὲ πεῖς. Ἀ­κρι­βο­θώ­ρη­τη, ἴ­σως, ἀ­πρό­σι­τη καὶ σί­γου­ρα ἐ­κλε­κτι­κὴ ἐ­πέν­δυ­σις, για­τὶ εἶ­μαι ἡ πρώ­τη ποὺ δο­κι­μά­ζω τὰ κα­λύ­τε­ρα κρα­σιὰ τοῦ κό­σμου καὶ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα βι­βλί­α. Εἶ­δος ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση, μὰ ἀ­πὸ βα­σι­λι­κὴ γε­νιά.

             Στὰ νιά­τα μου, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά μου, εἶ­χα σου­ξὲ με­γά­λο καὶ μὲ προ­σκυ­νοῦ­σαν σὰν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ὅ­λα τὰ λε­βεν­τό­παι­δα τοῦ χω­ριοῦ. Τέ­τοι­α κορ­μο­στα­σιά, ἔ­λε­γαν, δὲν βρί­σκεις που­θε­νά. Ἄ­νασ­σα τοῦ δρυ­μοῦ, μὲ εἶ­χε ἀ­να­κη­ρύ­ξει ἕ­νας ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος ποὺ ζοῦ­σε στὰ μέ­ρη μας ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά τὰ χρό­νια καὶ ἤ­ξε­ρε τὴ χη­μεί­α τῆς χλω­ρο­φύλ­λης, γιὰ νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­φο­σί­ω­σή του.

             Ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα, ἀ­νύ­πο­πτη, μὲ τὸ πρῶ­το φῶς ἦρ­θαν τὰ πά­νω κά­τω καὶ φό­βος κρυ­φὸς φώ­λια­σε στὰ φυλ­λο­κάρ­δια μου. Ὁ ἀ­γο­ραῖ­ος ἀρ­χάγ­γε­λος κα­τέ­βη­κε, ἔ­ρι­ξε τὴ βα­ριὰ σκιά του, μὲ ξε­ρί­ζω­σε καὶ πῆ­ρε τὴν προ­γραμ­μέ­νη μου ψυ­χή. Βλέ­πεις, ἀ­φοῦ ἔ­γι­να ὑ­πε­ραι­ω­νό­βια, εἶ­χε φτά­σει καὶ γιὰ μέ­να τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου γιὰ τὴν ἀ­έ­να­η με­τα­μόρ­φω­ση. Τὰ ρι­ζο­δόν­τια μου πέ­σαν ἕ­να ἕ­να, τὰ νε­φρά μου πέ­τρω­σαν, τὸ κορ­μί μου ζά­ρω­σε. Ἤγ­γι­κεν ἡ ὥ­ρα νὰ γί­νω με­τὰ θά­να­τον χρή­σι­μη, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­κτή­σω —λέ­νε οἱ νό­μοι τῶν σο­φῶν— ὑ­πε­ρα­ξί­α. Στὸ βα­σί­λει­ο τῶν θνη­τῶν, βλέ­πεις, κι ὁ θά­να­τος κερ­δῶ­ος εἶ­ναι. Κα­λύ­τε­ρα νε­κρὸς πα­ρὰ ζων­τα­νός.

             Ἕ­να πρω­ὶ ξε­μαλ­λι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­χτέ­νι­στη ἄ­ρον ἄ­ρον μὲ σύ­ρα­νε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο ὅ­που ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τῶν πρι­ο­νι­ῶν, τῆς πλά­νης καὶ τῶν σφυ­ρι­ῶν, μὲ σκί­σα­νε —εἴ­πα­νε οἱ χει­ρουρ­γοί— σύμ­φω­να μὲ τὰ νε­ρά μου κι ἔ­πει­τα με­τα­ποι­η­μέ­νη, ἄ­σε­μνα μὲ τα­ρι­χεύ­σα­νε σὲ σχῆ­μα συμ­πα­γές.

             Τέ­λος πάν­των, αὐ­τὰ ἔ­χει ὁ χρό­νος ὁ παν­δα­μά­τωρ. Ἂν καὶ γιὰ νά ’­μαι εἰ­λι­κρι­νής, εἶ­ναι στιγ­μὲς ποὺ θά ‘θε­λα νά ‘­μουν ἕ­να λε­χού­δι κού­τσου­ρο ποὺ καί­γε­ται στὸ τζά­κι καὶ ζε­σταί­νει μὲ τὴν πύ­ρι­νη γλώσ­σα του τοὺς ξω­μά­χους ποὺ τουρ­του­ρί­ζουν ἀ­π’ τὸ κρύ­ο —καὶ ποῦ ξέ­ρεις, μπο­ρεῖ καὶ νὰ λαμ­πά­δια­ζε καὶ κα­νέ­να ὀ­μορ­φό­παι­δο γιὰ χά­ρη μου, καὶ τό­τε, τ’ ὁρ­κί­ζο­μαι, σπο­δὸς θὰ γι­νό­μουν στὰ πό­δια του— πα­ρὰ νὰ ζῶ φυ­λα­κι­σμέ­νη σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους τὸ θαῦ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μου ἀ­θα­να­σί­ας. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χει στ’ ἀ­λή­θεια ἡ ἔ­σχα­τη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖς ν’ ἀν­θί­ζεις;

             Στὰ ἰ­σό­βια γε­ρά­μα­τα ἐν­τοι­χι­σμέ­νη σὲ δώ­δε­κα τε­τρα­γω­νι­κά, μό­νη μου πα­ρη­γο­ριὰ ἕ­να πο­τή­ρι κόκ­κι­νο κρα­σί, ποὺ ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ τὸ πα­λιό τὸ ἄ­ρω­μά μου, καὶ τὰ βι­βλί­α. Ναί, τὰ βι­βλί­α… τ’ ἀ­φή­νω νὰ ἀ­να­παύ­ουν γεν­ναι­ό­δω­ρα τὶς ρά­χες τους στὸ ἀ­πο­δε­κα­τι­σμέ­νο μου κορ­μὶ καὶ σὰν βάλ­σα­μο νὰ λυ­τρώ­νουν τὴ λε­η­λα­τη­μέ­νη μου ψυ­χὴ οἱ λέ­ξεις τους.

             Μὰ πιὸ πο­λὺ μ’ ἀ­ρέ­σει, ὅ­ταν βρα­διά­ζει, ἕ­να ἀ­πόκε­ρο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πά­νω μου π’ ἀ­φή­νει νὰ γλι­στρᾶ ἀ­νε­παι­σθή­τως μέ­σα μου ἡ βα­ριὰ φω­νὴ τοῦ κυρ-Ἀ­λέ­ξαν­δρου, ἴ­διος ψαλ­μὸς σὲ ρη­μο­κλή­σι· ἀ­φοῦ πρῶ­τα βγά­λει ἀ­πὸ τὴν ἔ­ξω τσέ­πη τοῦ τριμ­μέ­νου στοὺς ἀγ­κῶ­νες πα­νω­φο­ριοῦ του ἕ­να κομ­πο­λό­ι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς, καὶ ἀ­πὸ τὴ μέ­σα ἕ­να φλα­σκὶ γε­μά­το κρα­σὶ γιὰ νὰ βρέ­ξει μιὰ στα­λιὰ τὰ χεί­λη του, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ἐμ­μο­νι­κὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς για­γιᾶς μου, τῆς βα­σι­λι­κῆς δρυ­ός, τοῦ Με­γά­λου Δέν­τρου. Τὴν ἀ­κοῦ­τε;  «Εἰ­πὲ νὰ μοῦ φει­σθοῦν, νὰ μὴ μὲ κό­ψουν… διὰ νὰ μὴ κά­μω ἀ­κου­σί­ως κα­κόν. Δὲν εἶμ’ ἐ­γὼ νύμ­φη ἀ­θά­να­τος· θὰ ζή­σω ὅ­σον αὐ­τὸ τὸ δέν­δρον…» Χοῦς εἰ­μὶ καὶ εἰς χοῦν ἀ­πε­λεύ­σο­μαι, τὸ στῆ­θος μου οὐρ­λιά­ζει, νε­ρὸ ἔ­σο­μαι γιὰ τοὺς δι­ψα­σμέ­νους, ψω­μὶ γιὰ τοὺς πει­να­σμέ­νους, ἀ­γέ­ρας φου­σκο­δέν­τρης γιὰ τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους, ροῦ­χο γιὰ τοὺς γυ­μνούς, σπί­τι γιὰ τοὺς ἄ­στε­γους, ἐ­γὼ τὸ χῶ­μα καὶ σεῖς οἱ ρί­ζες π’ ἁ­πλώ­νουν.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Fractal.

[Εἰ­κό­να: Emile Jean Baptiste Philippe Bin (1825–1897), The Hamadryad (1870)]

 

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Συμφιλίωση

Olgoso,Angel-Symfiliosi-Eikona-02


Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 

Συμφιλίωση

(Reconciliación)


02-Htta ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΗ γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­ζή­σει τὸ θά­να­το τῶν παι­δι­ῶν καὶ τοῦ ἄν­δρα της, βυ­θί­ζον­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ πάρ­κο, σὰν σὲ ἕ­να μπά­νιο-βάλ­σα­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ἄ­δει­ο δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι της, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­τὶ ἀν­τή­χη­σης στὸ ὁ­ποῖ­ο πάλ­λον­ταν ἀ­κό­μα ζων­τα­νὰ ὁ πό­νος καὶ ἡ μο­να­ξιά. Ἔ­πι­α­νε πάν­τα τὴν ἴ­δια θέ­ση. Μι­σο­βυ­θι­σμέ­νη δί­πλα στὴν πλά­τη τοῦ παγ­κα­κιοῦ, μιὰ τρα­χιὰ πέ­τρα, γκρί­ζα καὶ πα­σπα­λι­σμέ­νη μὲ σκου­ριά, ἦ­ταν ὅ­λη κι ὅ­λη ἡ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιά της. Ἡ γυ­ναί­κα τὴν κοι­τοῦ­σε μὲ προ­σο­χὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, σὰν κά­τι ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ ὁ­ποί­ου συγ­κι­νεῖ, καὶ τὴν κυ­ρί­ευ­ε τό­τε ἕ­να αἴ­σθη­μα με­γά­λης γα­λή­νης, μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­λα­φρό­τη­τα στὴν καρ­διά, σὰν μέ­λι ποὺ γι­α­τρεύ­ει ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ σφρα­γί­ζει κοι­νὰ πε­πρω­μέ­να.

        Ἕ­να πρω­ί, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει κα­λὰ για­τί, ἀ­κούμ­πι­σε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ συμ­πύ­κνω­νον­τας σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄγ­γιγ­μα ὅ­λη τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια πού, πα­ρό­λα αὐ­τά, εἶ­χε μέ­σα της, τὴν χά­ι­δε­ψε μὲ ὑ­περ­βο­λι­κὴ λε­πτό­τη­τα. Ὅ­μοι­α μὲ τὸν σπό­ρο ποὺ δὲν πε­θαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη γῆ, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια φαι­νο­με­νι­κῆς ἀ­δρά­νειας, ἀ­πάν­θρω­πης σι­ω­πῆς, πει­σμα­τώ­δους καὶ ξε­ρο­κέ­φα­λης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς μπρὸς στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πα­φή, αὐ­τὴ ἡ αὐ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ προ­φέ­ρει ἡ πέ­τρα τὴν κα­λη­μέ­ρα της.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λογοτε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ Δημοσίευσε τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)