Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐπιβίωση

Pàmies,Sergi-Epibiosi-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἐ­πι­βί­ω­ση

(Supervivencia)

 

02-TaphΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΣΕΙ τό­σες φο­ρὲς νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις μέ­σα του πού, μιὰ μέ­ρα, ὀρ­γα­νώ­νει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ξο­πλι­σμέ­νος μὲ κρά­νος σπη­λαι­ο­λό­γου, μα­τσέ­τα, σκα­πά­νη καὶ σχοι­νιὰ ὀ­ρει­βα­σί­ας ἀρ­χί­ζει τὴν πο­ρεί­α. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ πο­λὺ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη σχι­σμὴ καί, ἀ­σκών­τας πί­ε­ση, νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τὸν κά­νει νὰ ἱ­δρώ­σει καὶ νὰ βλα­στη­μή­σει ἀλ­λά, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς ἐ­πι­δέ­ξιου ἑ­λιγ­μοῦ ποὺ θυ­μί­ζει ἀ­κρο­βά­τη καὶ τῆς τε­χνη­τῆς ὤ­θη­σης ποὺ τοῦ δί­νουν τὰ ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κά, τὰ κα­τα­φέρ­νει (κα­τά­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς μα­τσέ­τας κα­θὼς ἀ­νοί­γει δρό­μο καὶ κάμ­πτει ἀν­τι­στά­σεις). Ὁ χῶ­ρος ποὺ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε φαν­τα­στεῖ. Τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γιὰ μιὰ ἐ­πι­κρά­τεια σχε­δὸν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη καί, γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του ἕ­να σὲτ ἐ­πι­βί­ω­σης. Τώ­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ φω­τί­σει ἕ­να χῶ­ρο κλει­στό, σὲ σχῆ­μα ντου­λά­πας. Χά­ρη στὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α ποὺ δι­δά­χτη­κε σὲ πλῆ­θος θε­ρα­πει­ῶν, ἀ­πο­φεύ­γει νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι δὲν τὸν συμ­φέ­ρει νὰ κά­νει βι­α­στι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ ἐ­να­πο­θέ­τει ὅ­λες τὶς ἐλ­πί­δες του στὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ βρεῖ, ξε­περ­νών­τας αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χι­κὴ κλει­στο­φο­βί­α, ἄλ­λους χώ­ρους. Μὲ σκο­πὸ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ κι­νη­θεῖ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­κο­λί­α, ἀ­φή­νει κά­τω τὸ σα­κί­διο καὶ τὰ σχοι­νιά. Δι­α­πι­στώ­νει τὴ συ­νο­χὴ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ τὸν πε­ρι­κλεί­ουν μὲ τὴ μύ­τη τῆς σκα­πά­νης: τάκ, τάκ. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει —ἐ­πι­κα­λυ­πτό­με­να στρώ­μα­τα ἡ­μί­φω­τος ποὺ πε­ρι­βάλ­λουν τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἄ­δει­ων ρα­φι­ῶν καὶ κρε­μά­στρες δί­χως ροῦ­χα— δὲν τὸν κα­θη­συ­χά­ζει. Ἂν αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ντου­λά­πα στὴν ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρεῖ ἀ­παν­τή­σεις, σκέ­φτε­ται: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε. Ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀγ­χώ­νε­ται, τὸν πιά­νει πεί­να. Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ σα­κί­διο δύ­ο πρω­τε­ϊ­νοῦ­χες μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὶς κα­τα­βρο­χθί­ζει μὲ τὴ λαι­μαρ­γί­α ναυα­γοῦ. Ὅ­λα ὅ­σα περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό του τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τό­σο λί­γο ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει. Δὲν ξέ­ρει τί πε­ρί­με­νε νὰ βρεῖ, ἀλ­λὰ οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ δὲν πε­ρι­λάμ­βα­ναν ἕ­να ἄ­δει­ο ἔ­πι­πλο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σει πο­λὺ γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ φω­το­βο­λί­δα γιὰ νὰ δεῖ ἄν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸ χῶ­ρο πού, ἐ­πι­πλέ­ον, τοῦ φαί­νε­ται πὼς ὅ­λο καὶ στε­νεύ­ει. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἐν­τύ­πω­ση, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι, παρ’ ὅ­λο ποὺ θυ­μᾶ­ται πὼς ἦρ­θε γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­παν­τή­σεις, τώ­ρα πλέ­ον δὲν ξέ­ρει σὲ τί ἐ­ρω­τή­σεις ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν. Ὅ­ταν, μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ πα­τερ­να­λι­σμό, τοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­σα σου», πο­τέ του δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἕ­να χῶ­ρο σὰν αὐ­τόν. Τώ­ρα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε ποὺ πί­στε­ψε ὅ­τι ὅ­λα θὰ ἦ­ταν ἄ­νε­τα, εὐ­ρύ­χω­ρα, ἀ­χα­νῆ. Τὸ ὅ­τι ὅ­λα τε­λι­κὰ ἦ­ταν τό­σο σκο­τει­νὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα ἴ­σως εἶ­ναι, συλ­λο­γί­ζε­ται, μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­άν, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι, δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δε­χτεῖ τὰ πάν­τα, τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, το­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὴν πρω­τε­ϊ­νι­κή τους δρά­ση, ση­κώ­νε­ται καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει βί­αι­α τὴν πλά­τη τῆς ντου­λά­πας. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὀρ­γή, τὰ χτυ­πή­μα­τα τῆς σκα­πά­νης τοῦ ξυ­πνοῦν κί­νη­τρα πιὸ ἐν­δό­μυ­χα. Σι­γὰ σι­γά, κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα καί, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δι­α­κρί­νει τὸ γνώ­ρι­μό του κό­σμο. Ἔ­χον­τας πά­ρει κου­ρά­γιο, συ­νε­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει. Ἡ μα­νί­α τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν νὰ μα­ζέ­ψουν χρή­μα­τα βά­ζον­τας πρό­στι­μα τοῦ προ­ξε­νεῖ σχε­τι­κὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἡ θά­λασ­σα, ποὺ ἔ­χει πή­ξει ἀ­πὸ σέρ­φερ καὶ τζὲτ-σκί, τοῦ με­τα­δί­δει μιὰ ζω­τι­κό­τη­τα τό­σο το­νω­τι­κὴ ὅ­σο καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἁ­λά­τι, καρ­βου­νι­α­σμέ­νες σαρ­δέ­λες καὶ ἀν­τη­λια­κό. Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα ἀρ­κε­τὰ με­γά­λη ὥ­στε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ βά­ζει στὰ πό­δια, λὲς καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ πυρ­κα­γιά, δί­χως νὰ νοια­στεῖ γιὰ τὸ σα­κί­διο, τὰ σχοι­νιά, τὴ μα­τσέ­τα, τὴ σκα­πά­νη καὶ τὶς δί­χως ἀ­πάν­τη­ση ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

 Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: