Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο: Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο

 

Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


AgnostosMeGousto-SimataKykloforias


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μαίλι προωθημένο ἀπὸ Ἡρὼ Νικοπούλου (29 Μαΐου 2016).

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο (;).


			

Θάνος Σταθόπουλος: Ἀριστεροί


Stathopoulos,Thanos-Aristeroi-Eikona-01


Θά­νος Στα­θό­που­λος


Ἀριστεροί


02-SigmaΥΝΑΝΤΗΣΑ τὸν Γι­ῶρ­γο Ἰ­ω­άν­νου πα­ρα­μο­νὲς ἐ­κλο­γῶν τοῦ 1981, στὸ σπί­τι του, στὸ ἰ­σό­γει­ο τῆς ὁ­δοῦ Δε­λη­γιά­ννη, ἀ­ριθ­μὸς 3, στὸ Μου­σεῖ­ο. Φο­ροῦ­σε λευ­κή, ἐ­φαρ­μο­στὴ φα­νέ­λα Ἀτ­θίς, ἕ­να ἀ­νοι­χτὸ γα­λά­ζιο παν­τε­λό­νι πι­ζά­μας καὶ κα­φὲ δερ­μά­τι­νες παν­τό­φλες. Ἀ­πέ­ξω πλῆ­θος κό­σμου συ­νέρ­ρε­ε στὸ Σύν­ταγ­μα γιὰ τὴν κεν­τρι­κὴ ὁ­μι­λί­α τοῦ Ἀν­δρέ­α Πα­παν­δρέ­ου φω­νά­ζον­τας ἐκ­κω­φαν­τι­κὰ συν­θή­μα­τα. Μοῦ μί­λη­σε ἀ­σφα­λῶς γιὰ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴν Ἀ­θή­να. Μὲ ρώ­τη­σε ποῦ μέ­νω. «Στὸν Κο­λω­νό» ἀ­πάν­τη­σα, «πί­σω ἀ­πὸ τὸν Σταθ­μὸ Λα­ρί­σης». Ξαφ­νι­ά­στη­κε πρὸς στιγ­μὴν δεί­χνον­τας νὰ χαί­ρε­ται. «Ξέ­ρεις» μοῦ εἶ­πε, «σὲ λί­γους μῆ­νες θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἕ­νας δί­σκος μὲ τρα­γού­δια μου, σὲ μου­σι­κὴ τοῦ Μα­μαγ­κά­κη. Ὁ δί­σκος λέ­γε­ται Κέν­τρο Δι­ερ­χο­μέ­νων, κά­ποι­οι στί­χοι δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται στὸν Σταθ­μὸ Λα­ρί­σης, ὅ­που βρί­σκε­ται ἄλ­λω­στε καὶ τὸ Κέν­τρο Δι­ερ­χο­μέ­νων». «Ἀ­νυ­πο­μο­νῶ νὰ τὸν ἀ­κού­σω» εἶ­πα. «Συ­χνὰ τὶς νύ­χτες μοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ περ­πα­τῶ στὸν Σταθ­μὸ Λα­ρί­σης, πί­σω ἀ­πὸ τὰ παρ­κα­ρι­σμέ­να φορ­τη­γὰ καὶ τὶς ντα­λί­κες» συ­νέ­χι­σε, στα­μα­τών­τας ξαφ­νι­κὰ ὅ­ταν μιὰ ὁ­μά­δα ψη­φο­φό­ρων φώ­να­ξε: «Ἀλ­λα­γή». «Κα­λὰ ντέ! Κι ἐ­μεῖς ἀ­ρι­στε­ροὶ εἴ­μα­στε» εἶ­πε, «ἀλ­λὰ δὲν κά­νου­με ἔ­τσι!».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Τὸ αὐ­τό­μα­το (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, δι­η­γή­μα­τα, 2013)

Θά­νος Στα­θό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1963). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Θέ­μα (Ἐ­ρα­τώ, 1985)­, τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο La folie, (Ἴ­κα­ρος, 2015).Ὑ­πῆρ­ξε πα­ρα­γω­γὸς τοῦ Τρί­του Προ­γράμ­μα­τος τῆς ΕΡΑ. Μὲ τὸν Χρι­στό­φο­ρο Μα­ρί­νο ἐκ­δί­δουν τὸ δι­α­δι­κτυα­κό πε­ρι­ο­δι­κό τέ­χνης Kaput. Μὲ τὸν συγ­γρα­φέ­α Γι­ῶρ­γο-Ἴ­κα­ρο Μπαμ­πα­σά­κη ἐκ­δί­δουν τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κό/ἐγ­χεί­ρη­μα Κο­ρέ­κτ, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή.


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐπιβίωση

Pàmies,Sergi-Epibiosi-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἐ­πι­βί­ω­ση

(Supervivencia)

 

02-TaphΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΣΕΙ τό­σες φο­ρὲς νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις μέ­σα του πού, μιὰ μέ­ρα, ὀρ­γα­νώ­νει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ξο­πλι­σμέ­νος μὲ κρά­νος σπη­λαι­ο­λό­γου, μα­τσέ­τα, σκα­πά­νη καὶ σχοι­νιὰ ὀ­ρει­βα­σί­ας ἀρ­χί­ζει τὴν πο­ρεί­α. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ πο­λὺ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη σχι­σμὴ καί, ἀ­σκών­τας πί­ε­ση, νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τὸν κά­νει νὰ ἱ­δρώ­σει καὶ νὰ βλα­στη­μή­σει ἀλ­λά, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς ἐ­πι­δέ­ξιου ἑ­λιγ­μοῦ ποὺ θυ­μί­ζει ἀ­κρο­βά­τη καὶ τῆς τε­χνη­τῆς ὤ­θη­σης ποὺ τοῦ δί­νουν τὰ ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κά, τὰ κα­τα­φέρ­νει (κα­τά­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς μα­τσέ­τας κα­θὼς ἀ­νοί­γει δρό­μο καὶ κάμ­πτει ἀν­τι­στά­σεις). Ὁ χῶ­ρος ποὺ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε φαν­τα­στεῖ. Τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γιὰ μιὰ ἐ­πι­κρά­τεια σχε­δὸν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη καί, γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του ἕ­να σὲτ ἐ­πι­βί­ω­σης. Τώ­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ φω­τί­σει ἕ­να χῶ­ρο κλει­στό, σὲ σχῆ­μα ντου­λά­πας. Χά­ρη στὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α ποὺ δι­δά­χτη­κε σὲ πλῆ­θος θε­ρα­πει­ῶν, ἀ­πο­φεύ­γει νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι δὲν τὸν συμ­φέ­ρει νὰ κά­νει βι­α­στι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ ἐ­να­πο­θέ­τει ὅ­λες τὶς ἐλ­πί­δες του στὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ βρεῖ, ξε­περ­νών­τας αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χι­κὴ κλει­στο­φο­βί­α, ἄλ­λους χώ­ρους. Μὲ σκο­πὸ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ κι­νη­θεῖ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­κο­λί­α, ἀ­φή­νει κά­τω τὸ σα­κί­διο καὶ τὰ σχοι­νιά. Δι­α­πι­στώ­νει τὴ συ­νο­χὴ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ τὸν πε­ρι­κλεί­ουν μὲ τὴ μύ­τη τῆς σκα­πά­νης: τάκ, τάκ. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει —ἐ­πι­κα­λυ­πτό­με­να στρώ­μα­τα ἡ­μί­φω­τος ποὺ πε­ρι­βάλ­λουν τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἄ­δει­ων ρα­φι­ῶν καὶ κρε­μά­στρες δί­χως ροῦ­χα— δὲν τὸν κα­θη­συ­χά­ζει. Ἂν αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ντου­λά­πα στὴν ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρεῖ ἀ­παν­τή­σεις, σκέ­φτε­ται: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε. Ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀγ­χώ­νε­ται, τὸν πιά­νει πεί­να. Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ σα­κί­διο δύ­ο πρω­τε­ϊ­νοῦ­χες μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὶς κα­τα­βρο­χθί­ζει μὲ τὴ λαι­μαρ­γί­α ναυα­γοῦ. Ὅ­λα ὅ­σα περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό του τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τό­σο λί­γο ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει. Δὲν ξέ­ρει τί πε­ρί­με­νε νὰ βρεῖ, ἀλ­λὰ οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ δὲν πε­ρι­λάμ­βα­ναν ἕ­να ἄ­δει­ο ἔ­πι­πλο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σει πο­λὺ γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ φω­το­βο­λί­δα γιὰ νὰ δεῖ ἄν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸ χῶ­ρο πού, ἐ­πι­πλέ­ον, τοῦ φαί­νε­ται πὼς ὅ­λο καὶ στε­νεύ­ει. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἐν­τύ­πω­ση, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι, παρ’ ὅ­λο ποὺ θυ­μᾶ­ται πὼς ἦρ­θε γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­παν­τή­σεις, τώ­ρα πλέ­ον δὲν ξέ­ρει σὲ τί ἐ­ρω­τή­σεις ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν. Ὅ­ταν, μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ πα­τερ­να­λι­σμό, τοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­σα σου», πο­τέ του δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἕ­να χῶ­ρο σὰν αὐ­τόν. Τώ­ρα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε ποὺ πί­στε­ψε ὅ­τι ὅ­λα θὰ ἦ­ταν ἄ­νε­τα, εὐ­ρύ­χω­ρα, ἀ­χα­νῆ. Τὸ ὅ­τι ὅ­λα τε­λι­κὰ ἦ­ταν τό­σο σκο­τει­νὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα ἴ­σως εἶ­ναι, συλ­λο­γί­ζε­ται, μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­άν, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι, δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δε­χτεῖ τὰ πάν­τα, τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, το­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὴν πρω­τε­ϊ­νι­κή τους δρά­ση, ση­κώ­νε­ται καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει βί­αι­α τὴν πλά­τη τῆς ντου­λά­πας. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὀρ­γή, τὰ χτυ­πή­μα­τα τῆς σκα­πά­νης τοῦ ξυ­πνοῦν κί­νη­τρα πιὸ ἐν­δό­μυ­χα. Σι­γὰ σι­γά, κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα καί, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δι­α­κρί­νει τὸ γνώ­ρι­μό του κό­σμο. Ἔ­χον­τας πά­ρει κου­ρά­γιο, συ­νε­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει. Ἡ μα­νί­α τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν νὰ μα­ζέ­ψουν χρή­μα­τα βά­ζον­τας πρό­στι­μα τοῦ προ­ξε­νεῖ σχε­τι­κὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἡ θά­λασ­σα, ποὺ ἔ­χει πή­ξει ἀ­πὸ σέρ­φερ καὶ τζὲτ-σκί, τοῦ με­τα­δί­δει μιὰ ζω­τι­κό­τη­τα τό­σο το­νω­τι­κὴ ὅ­σο καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἁ­λά­τι, καρ­βου­νι­α­σμέ­νες σαρ­δέ­λες καὶ ἀν­τη­λια­κό. Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα ἀρ­κε­τὰ με­γά­λη ὥ­στε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ βά­ζει στὰ πό­δια, λὲς καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ πυρ­κα­γιά, δί­χως νὰ νοια­στεῖ γιὰ τὸ σα­κί­διο, τὰ σχοι­νιά, τὴ μα­τσέ­τα, τὴ σκα­πά­νη καὶ τὶς δί­χως ἀ­πάν­τη­ση ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

 Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Μιχαὴλ Μήτρας: Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης


Mitras,Michail-IEkdochiMiasSynantisis-Eikona-02


Μιχαὴλ Μήτρας


Ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς συ­νάν­τη­σης


ΗΜΕΡΑ βρο­χε­ρὴ μὲ γκρί­ζο φῶς πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τῆς κα­φε­τέ­ριας


Βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ μαῦ­ρα της γάν­τια τὸν κοί­τα­ξε


Ἕ­νας ἀ­δέ­ξιος δι­ά­λο­γος μὲ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς καὶ βλέμ­μα­τα


Στὸ φλυ­τζά­νι πά­γω­νε τὸ τσά­ι, μὲ χρῶ­μα ποὺ σκού­ραι­νε


Ἕ­νας συ­νε­χὴς θό­ρυ­βος: συ­νο­μι­λί­ες, σερ­βι­ρί­σμα­τα, τη­λε­ο­πτι­κὸ ρε­πορ­τὰζ γιὰ τὸν πό­λε­μο, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μαρ­σά­ρι­σμα μο­το­συ­κλέ­τας


«Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νο­μί­ζεις», τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να


Ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ βρι­σκό­ταν σὲ ἄ­δει­ο δω­μά­τιο


Πρὸς στιγ­μὴν τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του ἡ πρω­το­σέ­λι­δη εἴ­δη­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ποὺ δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ος δί­πλα τους


Μιὰ φω­τει­νὴ λω­ρί­δα στὸ δά­πε­δο


Ὅ­πως ἡ αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος: πρὶν δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο ἑ­νὸς νη­σιοῦ κα­θὼς τέ­λει­ω­νε τὸ κα­λο­καί­ρι


Ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἔ­βγα­λε τὸ κρα­γιὸν κι ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει τὰ χεί­λη της, κλεί­νον­τας τὰ μά­τια


Κα­θὼς ἡ πό­λη ἔ­παιρ­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νή της ὄ­ψη


Τὸ πρω­ὶ τῆς ἴ­διας μέ­ρας στὴν μπὲζ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­ταν τῆς τη­λε­φώ­νη­σε κι ἐ­κεί­νη δί­στα­ζε


«Μή­πως αὔ­ριο τὸ ἀ­πό­γευ­μα;», ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του ἀλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­δη­μο­νί­α


Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ἀ­σαν­σὲρ εἶ­δε τὰ πρό­σω­πά τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γουν τὸ βλέμ­μα του


Βγῆ­κε στὸν δρό­μο καὶ μὲ γρή­γο­ρο βη­μα­τι­σμὸ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε γιὰ ὧ­ρες στὴν πό­λη, φαν­τα­σι­ώ­νον­τας ἐκ­δο­χὲς τῆς αὐ­ρια­νῆς τους συ­νάν­τη­σης


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἐ­κεί­νη ἦρ­θε φο­ρών­τας γυα­λιὰ ἡ­λί­ου, κι ἂς ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νο ἀ­πό­γευ­μα


Ἡ ἁ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος σὲ μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­να­δρο­μι­κῆς οἰ­κει­ό­τη­τας


Πα­ρα­τή­ρη­σε τὰ μαλ­λιά της ὑ­γρὰ ἀ­π’ τὴ βρο­χή


«Ποῦ τὸ θυ­μή­θη­κες τώ­ρα αὐ­τό,..», εἶ­πε σχε­δὸν ἐ­νο­χλη­μέ­νη


Ἡ εἰ­κό­να ἑ­νὸς ἀν­θι­σμέ­νου κή­που πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του ἀ­στρα­πια­ῖα, γιὰ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἀ­μέ­σως με­τὰ ἡ εἰ­κό­να μιᾶς βρα­χώ­δους ἀ­κτῆς


Βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὸν κλει­στὸ χῶ­ρο, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι ἡ βρο­χὴ εἶ­χε στα­μα­τή­σει κι ἐ­κεῖ­νος πρό­τει­νε νὰ βα­δί­σουν μὲς στὴ νύ­χτα


Ὁ θό­ρυ­βος ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του τὸν ἐμ­πό­δι­σε ν’ ἀ­κού­σει τὴν ἀ­πάν­τη­σή της


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μι­χα­ὴλ Μή­τρας, Μη­χα­νὴ Ἀ­να­ζή­τη­σης, πε­ζο-γρα­φή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2008.

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).



		

	

Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Ἁγνὴ Στρουμπούλη: Πρωινὴ συναυλία

PENTAX Image

 

Ἁ­γνὴ Στρουμ­πού­λη


Πρω­ι­νὴ συ­ναυ­λί­α


01-EpsilonΛΕΝΗ. Ἑ­λέ­νη. Ποῦ εἶ­σαι παι­δί μου…»

Ἔρ­χε­ται μέ­σα ἀ­π’ τὸ πάρ­κο ἡ φω­νὴ σπα­ραγ­μέ­νη καὶ χά­νε­ται.

         «Ἔ­λα κο­ρί­τσι μου…»

         Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ψά­χνει τὴν Ἑ­λέ­νη προ­χω­ρά­ει στὰ χα­μέ­να.

         Ὁ ἦ­χος τῆς φω­νῆς φα­νε­ρώ­νει ἐ­πί­γνω­ση τε­ρά­στιας ἀ­πό­στα­σης, ποὺ δὲν ἀν­τέ­χει.

         Γί­νο­μαι σί­γου­ρη πὼς φω­νά­ζει νε­κρή, τὴν κα­λεῖ γιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἔ­στω γιὰ λί­γο στὸ κά­λε­σμά του.

         Στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­σα πὼς ἦ­ταν φω­νὴ ἄν­τρα, ὕ­στε­ρα μοῦ φά­νη­κε γυ­ναί­κας φω­νή…

         Δὲν ἔ­χει φύ­λο ὁ πό­νος.

         Τρεῖς μέ­ρες τώ­ρα βγαί­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα καὶ τὴ φω­νά­ζει στὸ ἔ­ρη­μο πάρ­κο, ὅ­ταν οἱ μό­νοι ἦ­χοι εἶ­ναι ἀ­πὸ δε­κο­χτοῦ­ρες καὶ σπο­ρα­δι­κὰ σπουρ­γί­τια.

         Δέ­κα ὀ­χτώ, δέ­κα ὀ­χτώ… μο­νό­το­νο κρώ­ξι­μο· Ἑ­λέ­νη, Ἑ­λέ­νη… ἀλ­λο­παρ­μέ­νη φω­νή· σπουρ­γί­τι, σπουρ­γί­τι…

         Ποι­ός δι­ευ­θύ­νει αὐ­τὴ τὴ μουν­τὴ πρω­ι­νὴ συ­ναυ­λί­α;

         Σι­γὰ σι­γὰ πυ­κνώ­νει ἡ κί­νη­ση δί­πλα στὸ πάρ­κο.

         Ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ποὺ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα θρι­αμ­βεύ­ει, χω­νεύ­ει κά­θε ξε­χω­ρι­στὴ φω­νὴ σ’ ἕ­ναν ἑ­νια­ῖο συμ­πα­γῆ ἦ­χο.

(1994)

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἡ μύ­γα (μι­κρὰ πε­ζά, ἐκδ. Ἀ­πό­πει­ρα, Ἀ­θή­να, 2004).

Ἁ­γνὴ Στρουμ­πού­λη (Πει­ραι­ᾶς, 1952). Πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση, παι­δι­κὸ βι­βλί­ο. Ἀ­πὸ τὸ 1995 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ λα­ϊ­κὰ πα­ρα­μύ­θια, κά­νει ρα­δι­ό­φω­νο καὶ δί­νει πα­ρα­στά­σεις σ’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­δά­σκει τὴν τέ­χνη τῆς ἀ­φή­γη­σης στὸ Δῆ­μο Ἀ­θη­ναί­ων καὶ στὸ Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ἡ μύ­γα (μικρὰ πε­ζά, ἐκδ. Ἀ­πό­πει­ρα, Ἀθήνα, 2004).

Φώτης Κόντογλου: Ὁ Ταλιάνης καὶ τὸ μαγαζί του


Kontoglou,Fotis-OTalianisKaiToMagaziTou-Eikona-03


Φώ­της Κόν­το­γλου


Ὁ Τα­λιά­νης καὶ τὸ μα­γα­ζί του


03-SigmaΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κά­νει κα­νεὶς γνω­ρι­μιὰ μὲ ἀν­θρώπους εἰ­δῶν-εἰ­δῶν. Οἱ πολ­λοὶ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ξε­χνι­οῦν­ται, μὰ κά­τι λί­γοι μο­να­χὰ ἀ­πο­μέ­νου­νε μέ­σα στὴν καρ­διά του. Κ’ ἐ­γώ, σὰν ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­μαι, ἔ­δε­σα γνω­ρι­μί­α μὲ κάμ­πο­σους, πολ­λὲς φο­ρὲς χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λω, ἀ­κό­μα καὶ μὲ ἀν­θρώ­πους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους, ποὺ τοὺς ἔ­χου­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ τῆς γῆς τὰ κα­τα­κάθια. Καί, μ’ ὅ­λα ταῦ­τα, σὲ κά­τι τέ­τοι­ους βρῆ­κα πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ μαρ­γα­ρι­τά­ρι, ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔ­χου­νε φη­μι­σμέ­νο ὄ­νο­μα κι ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ψεύ­τι­κα στο­λί­δια ποὺ τὰ τι­μᾶς. Τοὺς ἀν­θρώ­πους τοὺς τρώ­γει σὰν σα­ρά­κι ἡ μα­νί­α νὰ φαί­νουν­ται σπου­δαῖ­οι καὶ νὰ τοὺς θαυ­μά­ζει ὁ κό­σμος. Σὰν τὰ λου­λού­δια εἶ­ναι κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι, ἄλ­λοι ἀ­γα­πᾶ­νε τὰ φαν­τα­χτε­ρὰ τὰ λου­λού­δια, ποὺ τὰ που­λᾶ­νε γιὰ νὰ στο­λί­ζου­νε τὰ τρα­πέ­ζια τους ἢ τὶς κη­δεῖ­ες τους, κι ἄλ­λοι πά­λι, οἱ λι­γο­στοὶ κ’ οἱ φτω­χοὶ σὰν ἐ­μέ­να, ἀ­γα­πᾶ­νε τὰ τα­πει­νὰ τ’ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τοῦ βου­νοῦ. Μὰ αὐ­τὰ ἔ­χου­νε τὴ μο­σκο­βο­λιά, ἐ­νῶ τ’ ἄλ­λα, τὰ ἐ­πί­ση­μα, εἶ­ναι σὰν νά ‘­ναι κα­νω­μέ­να ἀ­πὸ χαρ­τὶ κι ἀ­μύ­ρι­στα, μο­νά­χα ποὺ ἔ­χου­νε ἀρ­χον­τι­κιὰ ὄ­ψη καὶ ζω­η­ρὰ χρώ­μα­τα, καὶ κεῖ­να πολ­λὲς φο­ρὲς ψεύ­τι­κα, κα­νω­μέ­να μὲ μπο­γι­ὲς ποὺ τὶς βά­ζου­νε στὴ ρί­ζα τους.

       Θέ­λου­νε νὰ ἔ­χου­νε σπου­δαῖ­α καὶ φαν­τα­χτε­ρὰ πράγ­μα­τα στὰ σπί­τια τους, ἀ­κό­μα καὶ στὰ μνή­μα­τά τους. Γιὰ τοῦ­το, ὅ­ποι­ος δὲν ἔ­χει τέ­τοι­ες ἀ­νό­η­τες ἔ­γνοι­ες, στὰ μά­τια τους εἶ­ναι «πτω­χὸς τῷ πνεύ­μα­τι», ἀ­δι­α­φό­ρε­τος, ἐ­χθρός τῆς προ­ό­δου. Ἕ­νας κου­φι­ο­κε­φα­λά­κης «μον­δέρ­νος» μοῦ εἶ­πε κά­πο­τε: «Μὰ δὲν κα­τα­λά­βα­τε ὅ­τι ὁ πο­λι­τι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρὶς τέ­τοι­ες φι­λο­δο­ξί­ες καὶ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἕ­νας δια­ρκὴς ἀν­τα­γω­νι­σμός;» Ἤ­θε­λα νὰ τοῦ πῶ: «Ἴ­σια-ἴ­σια τὸ κα­τά­λα­βα καὶ γι’ αὐ­τὸ ἀ­πό­μει­να ἔ­τσι ποὺ εἶ­μαι.» Κ’ εἶ­πα μέ­σα μου: «Ἄφες τοὺς νε­κροὺς θά­πτειν τοὺς ἑ­αυ­τῶν νε­κρούς!» Θυ­μή­θη­κα κά­ποι­α λό­για ποὺ μοῦ εἶ­πε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἁ­πλὸς κι ἀ­γράμ­μα­τος ἄν­θρω­πος: «Ἡ γῆ γιὰ κα­θε­αυ­τοῦ δι­κά της παι­διὰ ἔ­χει τ’ ἄ­γρια τὰ χορ­τά­ρια. Τ’ ἄλ­λα, ποὺ τὰ ἡ­μέ­ρε­ψε ὁ ἄν­θρω­πος, τά ‘­χει γιὰ προ­γό­νια της. Γι’ αὐ­τὸ θε­ρι­εύ­ου­νε τ’ ἀ­λη­θι­νά τὰ παι­διά της καὶ πνι­γοῦ­νε τὰ προ­γό­νια, κι ὁ ἄν­θρω­πος τὰ ξεβο­τα­νί­ζει. Μὲ τὸν και­ρὸ τὰ προ­γό­νια αὐ­τά, δη­λα­δὴ τὰ ἥ­με­ρα, γυ­ρί­ζου­νε στὸ φυ­σι­κό τους κι ἀ­γρι­εύ­ου­νε καὶ γί­νουν­ται πά­λι ἀ­λη­θι­νὰ παι­διὰ τῆς γῆς, για­τί ἡ μάν­να τους τὰ θέ­λει ἄ­γρια.» Κ’ ἕ­να ἄλ­λο ποὺ μοῦ εἶ­πε ὁ ἴ­διος: «Τὸν Ἀ­πρί­λη με­γα­λώ­νου­νε οἱ καρ­ποί, τὸ κρι­θά­ρι, τὸ σι­τά­ρι, καὶ πιὸ ὕ­στε­ρα τ’ ἀ­πί­δια, τὰ σῦ­κα, τὰ στα­φύ­λια, καὶ λέ­νε στὴ μάν­να τους τὴ γῆς: “Μάν­να, πᾶ­με νὰ μᾶς φᾶ­νε τὰ θη­ρί­α!” — δη­λα­δὴ οἱ ἄν­θρω­ποι. Καὶ κεί­νη τοὺς ἀ­πο­κρί­νε­ται: “Ἔν­νοι­α σας, κ’ ἐ­γὼ θὰ τὰ φά­ω σὰν ἔρ­θει ἡ σει­ρά τους!”…» Λοι­πόν, τί ἀν­τα­γω­νι­σμὸς καὶ ξεαν­ταγω­νι­σμός; Ὁ ξιπ­πα­σμέ­νος ἄν­θρω­πος θαρ­ρεῖ πὼς κά­τι κά­νει τά­χα μὲ τὶς ἐ­πι­δεί­ξεις του καὶ μὲ τὸ νὰ κα­τα­φρο­νᾶ τὸν ἄλ­λον, ποὺ δὲν ἔ­χει τὶς κου­τὲς αὐ­τὲς λε­πτο­λο­γί­ες, ἀλ­λὰ ζεῖ ἁ­πλὰ κι ἀ­φτι­α­σί­δω­τα. Μὲ τέ­τοι­α ἀ­σκιὰ φου­σκω­μέ­να ἀ­πὸ πε­ρη­φά­νεια φορ­τώ­νου­νε τὸ κα­ρά­βι τῆς ζω­ῆς τους αὐ­τοὶ οἱ τε­τρα­πέ­ρα­τοι ἀ­νό­η­τοι, ποὺ δὲν ἔ­χου­νε και­ρὸ νὰ δοῦ­νε τὴν οὐ­σί­α τῆς ζω­ῆς, ὣς ποὺ νὰ πᾶ­νε νὰ τ’ ἀ­ρά­ξου­νε ἀ­δεια­νὸ στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο μου­ρά­γιο τοῦ τά­φου. Γι’ αὐ­τό, οἱ τέ­τοι­οι, κα­τα­γι­νό­με­νοι μ’ αὐ­τὰ τὰ τριμ­μέ­να καὶ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να, δὲν ἔ­χου­νε πο­τὲς ἀ­πά­νω τους κα­μιὰν ἔ­μορ­φη καὶ πα­ρά­ξε­νη μα­νία, ποὺ νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους καὶ ποὺ νὰ δί­νει χα­ρα­χτῆ­ρα στὴ ζω­ή τους, πα­ρὰ εἶ­ναι κρύ­οι, ἄ­νο­στοι, προ­σποι­η­μέ­νοι, χω­ρὶς κα­μιὰ μυ­ρου­διά, σὰν τὰ ψεύ­τι­κα λου­λού­δια ποὺ εἴ­πα­με.

       Κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τούς, ἐ­νῶ λεί­πει ἀ­πὸ πά­νω τους κά­θε οὐ­σί­α τῆς ζω­ῆς, κα­τα­πι­ά­νουν­ται νὰ κα­τα­σκευ­ά­σου­νε κά­ποι­ο ψεύ­τι­κο εἴ­δω­λό της, γιὰ νὰ ξε­χω­ρί­σου­νε μ’ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ φα­νοῦ­νε πὼς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους. Ἔ­τσι τὸ ρί­χνου­νε στὴν τέ­χνη καὶ κά­νου­νε κά­τι κού­φια χαρ­το­φά­ναρα, ποὺ τὰ λέ­νε μὲ λο­γῆς-λο­γῆς ὀ­νό­μα­τα, σου­ρε­α­λι­σμό, ὑ­παρ­ξι­σμό, ἀ­μο­ρα­λι­σμό, κ’ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λα. Μὲ τέ­τοι­ες τε­χνι­κὲς σκη­νο­θε­σί­ες θαρ­ροῦν πὼς μπο­ροῦ­νε νὰ γί­νου­νε πρω­τό­τυ­ποι, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι κα­νω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο ζυ­μά­ρι. Σύμ­φω­να μὲ κά­ποι­ες συν­τα­γὲς κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται κ’ ἡ πρω­το­τυ­πί­α στὰ χρό­νια μας. Τὸ «Ὁ ποι­η­τὴς γεν­νι­έ­ται, δὲν γί­νε­ται» εἶ­ναι πιὰ μό­νο γιὰ μᾶς τοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες. Κι ὅ­πως ὅ­λα τα τε­χνη­τὰ πρά­μα­τα ἔ­χου­νε τὴν πε­θα­μέ­νη μυ­ρου­διὰ ποὺ μυ­ρί­ζει τὸ ἐρ­γα­στή­ριο, ἔ­τσι κ’ ἡ ζω­ὴ τους εἶ­ναι κρύ­α, ἀ­νά­λα­τη, χη­μι­κή, μ’ ἕ­ναν λό­γο «αἰ­σθη­τι­κή». Μὰ μπο­ρεῖ νὰ βρε­θεῖ πορ­το­κα­λιὰ στὴ Σπι­τσβέρ­γη ἢ μο­σκο­βο­λη­μέ­νος βα­σι­λι­κὸς στὴν Τέρ­ρα Νό­βα; Βα­σι­λι­κὸς καὶ γα­ρύ­φαλ­λα καὶ μαντζου­ρά­να καὶ κά­θε λο­γῆς μυ­ρου­δι­κὸ λου­λού­δι βγαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ πιά­νει ὁ σπό­ρος τους ἀ­πὸ φυ­σι­κό του, καὶ τό­τες ἔ­χου­νε χά­ρη κι ἀ­λή­θεια. Μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ζω­ή, οὔ­τε μὲ τὴν ψευ­τιὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ἀ­λή­θεια. Μιὰ ἀ­λή­θεια ὑ­πάρ­χει, ἡ ἀ­λη­θι­νή.

       Μὰ αὐ­τὰ τὰ φι­λο­σο­φι­κὰ ποὺ εἶ­πα, ἴ­σως νά ‘­τα­νε κα­λύ­τε­ρα νὰ λεί­πα­νε. Πιὸ φα­νε­ρὸ γί­νε­ται τὸ πρᾶγ­μα ποὺ θέ­λω νὰ πῶ, ἀ­πὸ μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Τὴν ἔ­χω γρά­ψει, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λες, σ’ ἕ­να τε­φτέ­ρι ποὺ μά­ζε­ψα κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους ὁ­ποὺ εἴ­χα­νε κά­ποι­α ἔ­μορ­φη ἰ­δι­ο­τρο­πί­α στὴ ζω­ή τους, καὶ ποὺ ζή­σα­νε χω­ρὶς νά ‘­χου­νε κα­μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ συν­τα­γὴ στὸ κε­φά­λι τους, δη­λα­δὴ δί­χως νὰ σκη­νο­θε­τη­θοῦ­νε τὴ ζω­ή τους. Ὅ,τι κά­να­νε, τὸ κά­να­νε ἀ­προ­σποί­η­τα, φυ­σι­κά, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἤ­τα­νε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ζων­τα­νό.

       Στὴν οἰ­κου­μέ­νη δὲν πι­στεύ­ω νὰ ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο μα­γα­ζὶ σὰν τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ εἶ­χε ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ὁ Τα­λιά­νης στὴν πα­τρί­δα μου. Πρω­το­φα­νές!

       Αὐ­τὸ τὸ μα­γα­ζὶ ἤ­τα­νε μέ­σα στὸ με­γά­λο ταρ­σί, κα­λό, ἁ­πλό­χω­ρο. Κι ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ἤ­τα­νε ἄν­θρω­πος νοι­κο­κύ­ρης, μὲ πε­ρι­ου­σί­α, τῆς κα­λῆς κοι­νω­νί­ας. Ἀλ­λὰ τί που­λοῦ­σε αὐ­τὸ τὸ μα­γα­ζί; Τί­πο­τα! Τὸ εἶ­χε γιὰ νὰ περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα του, γιὰ νὰ πη­γαί­νει νά τ’ ἀ­νοί­γει καὶ νὰ τὸ κλεί­νει, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι μα­γα­ζι­ά­το­ρες, νά ‘χει δου­λειά, νὰ μὴ στε­να­χω­ρι­έ­ται· εἶ­χε νὰ φά­γει καὶ νὰ πι­εῖ καὶ τοῦ πε­ρισ­σεύ­α­νε. Ἀν­τὶ λοι­πὸν νὰ που­λᾶ, ἀ­γό­ρα­ζε. Τί ἀ­γό­ρα­ζε; Πα­λι­ο­σί­δε­ρα.

       Στὶς ἀ­νοι­χτὲς κα­πάν­τζες ἤ­τα­νε κρε­μα­σμέ­να κλει­διά, πα­λιοκλει­δα­ρι­ές, πα­λι­ό­καρ­φα, τσά­γρε­ς(1), μεν­τε­σέ­δες ἀ­πὸ πόρ­τες κι ἀ­πὸ πα­ρα­θύ­ρια, πα­ράν­τια(2), μα­σι­έ­ς(3), χαλ­κά­δες, γάν­τζοι, ψι­λὲς ἁ­λυ­σί­δες, μπουρ­γοῦ­δε­ς (4), κα­τσα­βί­δια σκου­ρι­α­σμέ­να, ὅ,τι σί­δε­ρο βά­λει ὁ νοῦς σου. Στὶς μό­στρες, μπρο­στὰ στὶς κα­πάν­τζες, εἶ­χε βαλ­μέ­να κά­τι ξύ­λι­να κου­τιὰ καὶ κρί­νε­ς(5), κ’ εἶ­χε βαλ­μέ­νο μέ­σα τὸ δι­α­λε­χτό τὸ πρά­μα: πρό­κες, καρ­φιὰ ψι­λά, τσαγ­κα­ράδι­κα, βί­δες, τσο­κα­ρό­καρ­φα (κο­σκι­νό­προ­κες), ἀγ­κί­στρια, ὅλα σκου­ρι­α­σμέ­να. Ἀλ­λοῦ εἶ­χε βαλ­μέ­να τὰ πιὸ χον­τρύ­τε­ρα: γύ­φτι­κα καρ­φιά, πα­ρα­λί­κια, κλα­δευ­τή­ρια, τσα­κά­δες, σου­γιά­δες κολο­κο­τρώ­νη­δες. Πολ­λὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα λι­ω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ σκου­ριά. Μέ­σα, τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ χον­τρὰ σι­δε­ρι­κά, στοι­βι­α­σμέ­να ἀ­πὸ χρό­νια στὰ ἄ­δυ­τα, κ’ εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴ μέση λί­γον τό­πο γιὰ νὰ περ­νᾶ. Τα­νά­λι­ες, τσιμ­πί­δια, κά­νου­λες, τσουγ­χρά­νες, δρε­πά­νια, πρι­ό­νια, βα­ρί­δια τοῦ καν­τα­ριοῦ, σί­δε­ρα ἀ­πὸ πα­λάν­τζες κι ἀ­πὸ ζυ­γα­ρι­ές, σί­δε­ρα γιὰ σι­δέ­ρω­μα, μαγκα­λο­πό­δα­ρα, ὅ­λα παμ­πά­λαι­α, κα­τα­φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ σκου­ριά. Στὶς γω­νί­ες κει­τόν­τα­νε τὰ πιὸ βα­ριά, ἄγ­κου­ρες ὁ­λά­κε­ρες ἢ κομ­μα­τια­σμέ­νες, ἁ­λυ­σί­δες κα­ρα­βί­σι­ες, σί­δε­ρα τῆς σα­βού­ρας (μαν­τέ­μια), ὄ­κια, μπρα­τσό­λια, πε­ρό­νια τῆς κα­ρί­νας, κολ­ντε­μί­ρια(6), βε­λό­νια τοῦ τι­μο­νιοῦ, χάρ­πες, μα­κα­ρά­δες, κα­μά­κια, σί­δε­ρα ποὺ σι­δε­ρώ­να­νε τὰ φέ­σια, κει­τά­με­να ἐ­κεῖ πέ­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα-σα­ράν­τα χρό­νια. Στοὺς τοί­χους ἤ­τα­νε κρε­μα­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες βα­ρι­ές, πυ­ρο­στι­ὲς μὲ λι­ω­μέ­να πο­δά­ρια, κλει­δά­ρες γύ­φτι­κες, κομ­μά­τια ἀ­πὸ κάγ­κε­λα, κι ἄλ­λα τέ­τοι­α σα­ρά­βα­λα.

       Πλά­γι στὴν πόρ­τα ἤ­τα­νε ἕ­νας μπάγ­κος κ’ εἶ­χε ἀ­πά­νω μιὰ ζυ­γα­ριά, τὸ μο­νά­χο πρᾶγ­μα ποὺ δὲν ἤ­τα­νε σκου­ρι­α­σμέ­νο, μά­λι­στα ἤ­τα­νε γυ­α­λι­σμέ­νη καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη. Ὅ,τι σι­δε­ρέ­νιο πρᾶγ­μα βρί­σκα­νε τὰ φτω­χό­παι­δα, τὸ πη­γαί­να­νε στὸν κὺρ-Γι­ώρ­γη. Ἂν ἤ­τα­νε μι­κρά, πρό­κες, ψι­λὲς ἁ­λυ­σί­δες καὶ τέ­τοι­α, ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης τά ’βα­ζε στό ‘­να τά­σι τῆς ζυ­γα­ριᾶς, κι ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο, ἀν­τὶ γιὰ ζύ­για, ἔ­ρι­χνε στραγ­γά­λια, ὣς ποὺ νά ‘ρ­θει ἡ ζυ­γα­ριὰ στὸ ἴ­σιο, καὶ τὰ ’δι­νε γιὰ πλη­ρω­μὴ στὸ παι­δὶ ποὺ τὰ πῆ­γε. Αὐ­τὸ ἤ­τα­νε τὸ λε­πτὸ ἐμ­πό­ριο. Τὰ χον­τρὰ καὶ τὰ βα­ριά τὰ σί­δε­ρα τὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὸ κομ­μά­τι.

       Τὸ κα­τά­στη­μα εἶ­χε καὶ χον­τζε­ρέ(7), μὰ ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης τρα­βοῦ­σε τὸ συρ­τά­ρι μο­νά­χα γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν κα­φὲ ποὺ τοῦ ἔ­φερ­νε ὁ κα­φε­τζὴς ἢ γιὰ νὰ δώ­σει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη σὲ κα­νέ­ναν φτω­χόν.

       Καὶ νὰ μὴ φαν­τα­στεῖς πὼς ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ἤ­τα­νε κα­νέ­νας σα­λε­μέ­νος(8). Ἤ­τα­νε ἄν­θρω­πος σο­βα­ρός, οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, ὡς ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, βρα­κὰς μὲ και­νούρ­για ροῦ­χα κι ἀ­κρι­βὰ σαλ­βά­ρια, κα­τα­κά­θα­ρος, μὲ με­τζὶτ φέ­σι, σ’ ὅ­λα νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νος στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό του. Ἄ­νοι­γε κ’ ἔ­κλει­νε τὸ μα­γα­ζί του τα­χτι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἔμ­πο­ροι, μα­νι­φα­του­ρι­έ­ρη­δες, μι­σιρ­τζῆ­δες, σπε­τσέ­ρη­δες, κα­φε­τζῆ­δες, τα­βερ­νά­ρη­δες· καί, τὶς ὧ­ρες ποὺ δὲν εἶ­χε δου­λειὰ ἡ πιά­τσα, ἔ­παι­ζε τά­βλι ἢ πρέ­φα καὶ φου­μά­ρι­ζε ναρ­γκι­λὲ μὲ τοὺς ἄλ­λους ἔμ­πο­ρους, εἶ­χε μά­λι­στα μα­νί­α νὰ συ­ζη­τᾶ πο­λι­τι­κὰ καὶ κου­βέν­τια­ζε στο­χα­στι­κὰ κα­θὼς καὶ στ’ ἄλ­λα τὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ Σαβ­βα­τό­βρα­δο, σὰν χτυ­ποῦ­σε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, σφα­λοῦ­σε τὸ μα­γα­ζὶ καὶ πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α, στὴ μη­τρό­πο­λη, ποὺ ἤ­τα­νε κον­τὰ στὴν ἀ­γο­ρά. Ὅ­πο­τε ἔ­βρε­χε, κα­θό­τα­νε στὸ τε­ζιά­κι καὶ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν φί­λο του. Ἔ­παιρ­νε καὶ φη­με­ρί­δα ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη, τὴν «Ἀ­μάλ­θεια», κ’ ἔ­κα­νε μιὰ βδο­μά­δα ὣς νὰ τὴ δι­α­βά­σει. Τὴν προ­σφά­γι­ζε λί­γη-λί­γη, ὣς ποὺ νά ‘ρ­θει ἡ ἄλ­λη, στ’ ἄλ­λο τὸ τα­ξί­δι.

       Ἀρ­ρώ­στη­σε λί­γες μέ­ρες πρὶν πε­θά­νει, καὶ τό­τες ἔ­κλει­σε πιὰ γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ μα­γα­ζί, καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε ὣς ποὺ φύ­γα­νε οἱ Ἀ­ϊ­βα­λι­ῶ­τες καὶ ρή­μα­ξε ἡ πο­λι­τεί­α.


  1. Μπεν­τού­γι­ες.

  2. Μαν­τά­λια.

  3. Τσιμ­πί­δες.

  4. Τρυ­πά­νια.

  5. Στρογ­γυ­λὰ κου­τιά.

  6. Μα­κρι­ὲς ἀμ­πά­ρες.

  7. Τα­μεῖ­ο, συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λε­φτά.

  8. Μὲ σα­λε­μέ­νο μυα­λό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πα­ράλ­λη­λα, ὁ Κόν­το­γλου ὑ­πῆρ­ξε προι­κι­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πέρ­μα­χος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, λά­τρης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φύ­σης καὶ μέ­γας θα­λασ­σο­γρά­φος. Αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα πραγ­μα­τεύ­ε­ται στὰ βι­βλί­α του καὶ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς χι­λιά­δες ἄρ­θρα του, δη­μο­σι­ευ­μέ­να σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).